«Γεννήθηκα στη Σρι Λάνκα, αλλά μετά τον χωρισμό των γονιών μου εγκαταστάθηκα με τη μητέρα και τα αδέλφια μου στην Αγγλία, για να καταλήξω στον Καναδά. Έζησα σε τρεις διαφορετικούς κόσμους και έπρεπε να προετοιμαστώ αναλόγως, χωρίς να με περιορίσει ο τόπος της καταγωγής μου.

Ναι, οι γονείς μου χώρισαν και χρειάστηκε να μείνω μακριά από τον πατέρα μου, αλλά στη Σι Λάνκα οι οικογένειες δεν εξαρτώνται μόνο από ένα πρόσωπο και είναι πολλοί οι συγγενείς που μπορούν να αναλάβουν τη φροντίδα των χωρισμένων παιδιών».

Έτσι εξιστόρησε τη ζωή του το απόγευμα της 21ης Ιουνίου, στο βιβλιοπωλείο Public της πλατείας Συντάγματος, ο Καναδός συγγραφέας Μάικλ Οντάατζε (Michael Ondaatje), ο οποίος ήρθε στην Αθήνα με αφορμή το μυθιστόρημά του «Το τραπέζι της γάτας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Ποιητής, μυθιστοριογράφος, εκδότης και κινηματογραφιστής, ο Οντάατζε κέρδισε το 1992 το βραβείο Booker για το μυθιστόρημα του «O ‘Αγγλος ασθενής», που έγινε ταινία από τον ‘Αντονι Μιγκέλα (Anthony Minghella), αποσπώντας εννέα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και εκείνο της καλύτερης ταινίας.

Συνομιλώντας με τον ποιητή Χάρη Βλαβιανό, ο Οντάατζε είπε ότι ενσωματώθηκε εύκολα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 στη δίγλωσση κοινωνία του Καναδά, βρίσκοντας εκεί την ελευθερία να σπουδάσει λογοτεχνία, κάτι που δεν του επέτρεπε το αυστηρό βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο τον ωθούσε προς τα μαθηματικά.

«Ξεκίνησα την πορεία μου ως ποιητής κι αυτό ήταν ήδη ένας τίτλος τιμής. ‘Αρχισα να συνθέτω κείμενα από λυρικούς στίχους και εν συνεχεία, μέσα από μια μακρά διαδικασία, ήρθαν τα μυθιστορήματα. Όταν ο “‘Αγγλος ασθενής” γυρίστηκε ταινία υπήρξε για μένα ένα μεγάλο σχολείο. Έμαθα πώς μπαίνουν οι κανόνες, ήταν σαν ένα σονέτο που μου έδειχνε πώς αποφασίζονται τα όρια».

Στη διαδρομή την οποία διένυσε ο Οντάατζε από την ποίηση προς την πρόζα έμαθε και κάτι άλλο: να συνδυάζει τα πιο διαφορετικά στοιχεία προκειμένου να προκύψουν οι ιστορίες του:

«Τα βιβλία μου δεν είναι ποτέ μονοφωνικά και μονοεστιακά, χρειάζεται πάντα να συγκεντρώνω πράγματα. Έχω γράψει για τον Μπίλι δε Κιντ, αλλά και για μουσικούς της τζαζ, χωρίς να λέω ποτέ μια ενιαία ιστορία. Τα έργα μου αποτελούνται από πολλές αφηγήσεις και δεν αφήνουν να επικρατήσει στη δράση τους μία και μοναδική φωνή. Η μέθοδός μου είναι το κολλάζ ενώ συχνά βασίζομαι πολύ και στη μνήμη. Και η μνήμη, ωστόσο, δεν είναι πραγματική. Πολλές φορές μπορεί να αποδειχθεί επινόηση και να αποτελέσει απλώς έναν τρόπο για να μιλήσει κανείς. Διότι κατά τα άλλα, δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η αλήθεια».

Το «Τραπέζι της γάτας» εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1950, όταν ένα εντεκάχρονο αγόρι από το Κολόμπο της Σρι Λάνκα επιβιβάζεται σε ένα υπερωκεάνιο με προορισμό την Αγγλία. Η θέση του στην τραπεζαρία είναι στο «τραπέζι της γάτας», δηλαδή όσο πιο μακριά γίνεται από το τραπέζι του πλοιάρχου, πλάι σε δύο ακόμα αγόρια. Καθώς το πλοίο διασχίζει τον Ινδικό Ωκεανό, τα παιδιά μπλέκονται σε διάφορες περιπέτειες, καταλαμβάνοντας όλα τα διαμερίσματα και μυούμενα στον κόσμο της τζαζ, παρακολουθώντας εκ παραλλήλου έναν μυστηριώδη κρατούμενο που μεταφέρεται στην Αγγλία για να δικαστεί.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις