«Η documenta 14 δεν ανήκει σε κανέναν συγκεκριμένα. Τη μοιράζονται οι επισκέπτες και οι καλλιτέχνες της, οι αναγνώστες και οι συγγραφείς της, καθώς και όλοι όσοι εργάστηκαν για την υλοποίησή της». 
Έτσι αρχίζει τον απολογισμό της η documenta 14, η οποία ξεκίνησε την άνοιξη του 2017 στην Αθήνα και ολοκληρώθηκε στο Κάσελ το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Οι αριθμοί της μιλούν για περισσότερους από ένα εκατομμύριο επισκέπτες στις δύο πόλεις κατά τη διάρκεια των 163 ημερών. Στο Κάσελ, έδρα της documenta, 891.500 άνθρωποι επισκέφτηκαν τους εκθεσιακούς χώρους, τις εκδηλώσεις και τα έργα σε δημόσιους χώρους. Από αυτούς, το 65% των επισκεπτών ήταν από τη Γερμανία και το υπόλοιπο 35% από 76 χώρες απ’ όλο τον κόσμο.
Στην Αθήνα η documenta 14 δέχθηκε περισσότερες από 339.000 επισκέψεις. Το 25% των επισκεπτών ήρθε από τη Γερμανία και οι υπόλοιποι από 50 και πλέον χώρες απ’ όλο τον κόσμο στους 47 εκθεσιακούς χώρους, γεγονός που, όπως αναφέρουν οι διοργανωτές της, «την κατέστησε έκθεση σύγχρονης τέχνης σε πολλαπλούς χώρους με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στην ιστορία της Ελλάδας». 
Μια έκθεση «νομαδική και επιτελεστική, λειτουργώντας σαν μια ετεροτοπία χωρίς πατρίδα μέσα από την αύξηση και τη μετατόπιση πληθυσμών, έδρασε στους χώρους της έκθεσης καθώς και σε χώρους των δύο πόλεων (σε θέατρα, σωματεία, στούντιο, πλατείες κ.λπ.) που πειραματίζονται με νέες μορφές αυτονομίας, πέρα από τη νόρμα».
Παρά τα θετικά στοιχεία, όμως, η documenta 14 ολοκληρώθηκε στο Κάσελ με επικριτικά δημοσιεύματα που ξεκίνησαν από την τοπική εφημερίδα του Κάσελ «HNA» εναντίον του καλλιτεχνικού διευθυντή της, του Πολωνού Άνταμ Σίμτσικ, ότι η επιλογή του να μοιράσει, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού την διάσημη έκθεση μεταξύ Κάσελ και μιας άλλης πόλης -της Αθήνας εν προκειμένω-, οδήγησε σε «χρεοκοπία» την διεθνή εικαστική διοργάνωση με έλλειμμα 7 εκατ. ευρώ στον προϋπολογισμό της των 37 εκατ. ευρώ.
Από την πλευρά του, ο κ. Σίμτσικ υπέγραψε επιστολή μαζί με 19 επιμελητές και συντελεστές της documenta 14, στην οποία αναφέρει ότι τα περί χρεοκοπίας δημοσιεύματα εξυπηρετούν «πολιτικές σκοπιμότητες». 
Επισημαίνει ότι «τα χρηματικά ποσά που εισρέουν στην πόλη κατά τη διοργάνωση της documenta υπερβαίνουν κατά πολύ τα ποσά που ο Δήμος και η Περιφέρεια δαπανούν για την έκθεση». Επίσης ότι «η ιδέα του για τις δύο έδρες, σε Αθήνα και Κάσελ, επικοινωνήθηκε με σαφήνεια σε όλους τους αρμόδιους στα τέλη του 2013» και πως «το Εποπτικό Συμβούλιο της documenta και η διεθνής επιτροπή επιλογής εξέφραζαν διαρκώς τη στήριξή τους στο πρότζεκτ και σε όλα τα βήματα» ενώ ο προϋπολογισμός δεν προσαρμόστηκε στην παράλληλη διεξαγωγή της documenta 14 στην Αθήνα. «Δεδομένων όσων συνέβησαν τις τελευταίες μέρες, πρέπει ωστόσο να συμπεράνουμε ότι αυτή η έγκριση ήταν πολύ πιο περιστασιακή και περιορισμένη απ’ όσο πιστέψαμε» δηλώνει ο Άνταμ Σίμτσικ.
Η documenta 14 δίχασε, αν κρίνουμε και από τις απόψεις που κατέγραψε η Deutsche Welle:
Ο ιστορικός τέχνης και συγγραφέας Κρίστιαν Ζέρεντ μίλησε για μια «μετριότητα όσον αφορά τον σχεδιασμό, αλλά και από καλλιτεχνικής άποψης».
Για την Έλκε Μπουρ, αρχισυντάκτρια της εκπομπής «Monopol» στο κανάλι «3sat Kulturzeit», η έκθεση «λειτούργησε πολύ καλά με τις δύο βάσεις στο Κάσελ και την Αθήνα, παρουσιάζοντας από μια διαφορετική οπτική γωνία τη Γερμανία, αλλά και την παγκόσμια τέχνη».
Ο τεχνοκριτικός Χάραλντ Κίμπελ επισήμανε ότι απλά «παρουσίασαν στο κοινό τα ψυχολογικά τραύματα ανθρώπων όλου του κόσμου, χωρίς κανένα σχόλιο. Η documenta 14 ασχολήθηκε με τις καταστροφές που υπάρχουν στον κόσμο και έγινε η ίδια μία καταστροφή».
Η διευθύντρια του Ινστιτούτου Τέχνης της βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας , Ζουζάνε Γκένσχαϊμερ, η οποία ήταν και μέλος της επιτροπής που επέλεξε τον Άνταμ Σίμτσικ για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, σχολίασε θετικά την έκθεση, όμως τόνισε ότι «χρειαζόταν εξαιρετικά μεγάλη πρωτοβουλία από τον επισκέπτη. Μόνο εάν είχε κανείς πολύ χρόνο και διάβαζε πολύ, ανοιγόταν μπροστά του αυτός ο θαυμάσιος διανοητικός κόσμος».
Όσο για την ιδέα της «εξαγωγής» της documenta στην Αθήνα, σύμφωνα με τις απόψεις που κατέγραψε η DW οι γνώμες διίστανται.
«Στο πνεύμα του συλλογικού προβληματισμού, πιστεύουμε ότι έχει φτάσει η ώρα να αναρωτηθούμε για το τι ισχύει σχετικά με την παραγωγή αξίας μεγα-εκθέσεων όπως είναι η documenta» τονίζει στην επιστολή του ο Άνταμ Σίμτσικ και οι επιμελητές καταγγέλλοντας «το μοντέλο εκμετάλλευσης υπό το οποίο οι συμμέτοχοι της documenta επιθυμούν να παραχθεί η ”πιο σημαντική έκθεση στον κόσμο”. Οι προσδοκίες για ολοένα μεγαλύτερη επιτυχία και οικονομική ανάπτυξη όχι μόνο δημιουργούν συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης, αλλά επίσης θέτουν σε κίνδυνο το μέλλον της έκθεσης ως πεδίο κριτικής δράσης και καλλιτεχνικού πειραματισμού».
 
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις