Είναι μία από τις πιο αναμενόμενες παραστάσεις της φετινής σεζόν, καθώς εκτός από το ίδιο το έργο, που είναι ιδιαίτερα αγαπητό στο ελληνικό κοινό, συγκεντρώνει στο δυναμικό της την αφρόκρεμα του ελληνικού θεάτρου.
Ο λόγος για τον «Γλάρο» του ‘Αντον Τσέχοφ, που έκανε πρεμιέρα (15/11) στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε σκηνοθεσία και απόδοση Γιάννη Χουβαρδά, με πρωταγωνιστές τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκο Κουρή, Ακύλλα Καραζήση, Νίκο Χατζόπουλο, ‘Αλκηστη Πουλοπούλου κ.ά.
Έργο-σταθμός του παγκόσμιου ρεπερτορίου, ο «Γλάρος» είναι κατά τον συγγραφέα του «μια κωμωδία σε τέσσερις πράξεις», που αντανακλά τη φιλοσοφία και την πορεία της ζωής του μέσα από τη χαρά, την διάψευση των ελπίδων αλλά και την πίστη για ένα καλύτερο μέλλον.
« Ο Τσέχοφ γράφει για τα πάντα, γράφει για τη ζωή. Για όλα όσα συμβαίνουν καθημερινά, τα συνηθισμένα όσο και τα απρόσμενα. Έτσι, και ο “Γλάρος” περικλείει τα πάντα: τον έρωτα, τον θάνατο, την απελπισία, τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία, τη διασημότητα, την τέχνη… Αν, όμως, κάτι κατακάθεται απ’ όλα αυτά είναι η κωμωδία της ανθρώπινης αποτυχίας, δηλαδή της ζωής μας. Στην προκειμένη περίπτωση ο Τσέχοφ βλέπει και τη κωμική και τη δραματική διάσταση των ηρώων και το ενδιαφέρον για μένα σε αυτή την παράσταση είναι πως θα ισορροπήσω αυτές τις δύο» αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιάννης Χουβαρδάς σ’ ένα διάλειμμα από τις πρόβες της παράστασης.
Μετά τις «Τρεις αδελφές» (Αμόρε, 1994-1995) και τον «Θείο Βάνια» (Εθνικό, 2009-2010), ο «Γλάρος» είναι το τρίτο έργο μέσα από το οποίο ο Έλληνας σκηνοθέτης συναντά τον Ρώσο δραματουργό. «Πρόκειται για έναν μεγάλο συγγραφέα, το μέγεθος του οποίου όμως δεν με τρομάζει γιατί δεν προβάλλεται. Η μεγάλη αξία του Τσέχοφ έγκειται στο ότι σκαλίζει έμμεσα πλευρές της προσωπικότητας και της ψυχοσύνθεσης μας που δεν τις ξέρουμε και δεν τις συναισθανόμαστε εύκολα. Πηγαίνει υποδόρια και ανακινεί τον βυθό» επισημαίνει.
Βασισμένος στην ιδέα του Τσέχοφ, πως όλα στη ζωή είναι θέατρο και όλα στο θέατρο είναι ζωή, ο σκηνοθέτης τοποθετεί την δράση του έργου όχι μόνο στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, αλλά επεκτείνει τη λειτουργία της παράστασης σε όλη την κλίμακα του θεάτρου: στο φουαγιέ, στους διαδρόμους, στις εξόδους του.
Ακολουθώντας τη γραμμή της ακραίας αφαίρεσης και στηριζόμενος κατά κύριο λόγο στις ερμηνείες των ηθοποιών του, ο Γ. Χουβαρδάς χρησιμοποιεί ως μοναδικό σκηνικό στοιχείο μια διάφανη πλαστική μεμβράνη που άλλοτε θυμίζει θεατρική αυλαία και άλλοτε παραπέμπει στο υδάτινο τοπίο της λίμνης που περιγράφει ο Ρώσος συγγραφέας.
«Το έργο σχολιάζει τη σχέση ζωής και θεάτρου, και επέλεξα να επικεντρωθώ εκεί. Για να γίνει αυτό έπρεπε να απορρίψω οποιοδήποτε αισθητικό στοιχείο που θα μπορούσε να μπερδέψει ή να λερώσει την προσέγγιση μας. Κι έτσι αποφασίσαμε να αξιοποιήσουμε το ίδιο το θέατρο ως το χώρο όπου εκτυλίσσεται η δράση αλλά και ως μεταφορά για το τοπίο όπου εκτυλίσσεται το πρωτότυπο» εξηγεί ο ίδιος σημειώνοντας πως δεν τον ενδιαφέρει να κάνει μία επίκαιρη παράσταση:
«Επίκαιρο για μένα είναι το διαχρονικό. Αυτό που ίσχυε και θα ισχύει πάντα. Το ζητούμενο δεν είναι να αναγνωρίσουμε στην παράσταση φωτογραφικά μία αντίστοιχη στιγμή από τη δική μας ζωή. Το ζητούμενο είναι οι καταστάσεις που συμβαίνουν στο έργο να αντανακλούν μεταφορικά και έμμεσα ό,τι μας συμβαίνει. Όχι μόνο την επιφάνεια, αλλά αυτά που βρίσκονται κάτω από αυτήν. Αυτά που κατανοεί η ψυχή μας. Αυτού του είδους την επικαιρότητα ψάχνω στις παραστάσεις μου».
Οι ήρωες του έργου είναι αριστοκράτες, συγγραφείς και ηθοποιοί, οι οποίοι φλερτάρουν, μαλώνουν, φιλοσοφούν και παίζουν θέατρο σε ένα αγρόκτημα κάπου στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα. Επιθυμούν να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να εκφραστούν, να αναδειχτούν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν βαθιά. Μα η ζωή τα φέρνει έτσι ώστε πάντα βρίσκονται πίσω από τον στόχο και τις επιθυμίες τους.
«Στον Γλάρο όλοι είναι εγκλωβισμένοι στον δικό τους προσωπικό κόσμο. Ο άλλος τους ενδιαφέρει μόνο στο βαθμό που εμπλέκεται και αφορά στο προσωπικό τους πρόβλημα. Είναι άνθρωποι κουρασμένοι από την πορεία των σχέσεων, των διαψεύσεων και των διεκδικήσεων, από αυτόν τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης, της μάχης με τον χρόνο και της μάχης με τον άλλον. Όλη αυτή η δίνη των καταστάσεων έχει γράψει στον ψυχισμό και στα σώματα τους» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, που καταπιάνεται με το συγκεκριμένο έργο για δεύτερη φορά.
Η πρώτη ήταν το 1994, όταν συμμετείχε στο θίασο του Ρώσου Γιούρι Λιουμπίμοφ στο θέατρο Διονύσια. Τότε υποδυόταν τη φέρελπι ηθοποιό Νίνα, και τώρα τη διάσημη ντίβα της σκηνής, Αρκάντινα.
«Η Αρκάντινα βρίσκεται σε μία ηλικιακή καμπή που την κάνει ανήσυχη για το μέλλον της. Αυτή η εικόνα της διάσημης ηθοποιού και της σαγηνευτικής γυναίκας που έχει δημιουργήσει η ίδια για τον εαυτό τής υπαγορεύει την στάση της και μέσα στη ζωή. Όταν βλέπει ότι αυτή η εικόνα απειλείται αμέσως κατακλύζεται από συναισθήματα θυμού και ζήλιας» αναφέρει.
Για τον Νίκο Κουρή που ερμηνεύει τον Τρέπλιεφ, είναι η πρώτη φορά που μπαίνει στον κόσμο του Ρώσου δραματουργού. «Τον θεωρώ τον πιο δύσκολο συγγραφέα. Το υλικό του δεν σηκώνει πολλούς θεατρινισμούς. Πρέπει να πετάξεις όλα τα ύφη και τα εκφραστικά σου κεκτημένα και αυτό είναι μία δύσκολη διαδικασία. Απαιτείται ένα φορτίο και μία προσωπική βιογραφία για να λειτουργήσει» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ηθοποιός.
Για τον ίδιο, το θέατρο εν θεάτρω του Τσέχοφ, είναι μια πραγματική αναμέτρηση. «Δουλεύοντας σε αυτό το υλικό κατανοώ την αγωνία του καλλιτέχνη να βρει έναν τρόπο έκφρασης, μια οδό για να διοχετεύσει την δική του ψυχή μέσα στην τέχνη. Αν δεν καταφέρεις να είσαι προσωπικός μέσα σε αυτό τον κόσμο, τότε πολύ δύσκολα θα σταθείς στα πόδια σου. Παρατηρώντας τον Τρέπλιεφ που αγωνιά να διαφοροποιηθεί στο χώρο του θεάτρου συνειδητοποιώ το λάθος όλων μας: Μόνο αν αγαπήσουμε βαθιά αυτό που κάνουμε τότε θα βρούμε έναν τρόπο να πούμε κάτι με τα δικά μας λόγια».
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις