Δέκα χρόνια μετά τη συμμετοχή της στις «Βάκχες» που ανέβασε ο Θωμάς Μοσχόπουλος στο Φεστιβάλ Αθηνών, η ‘Αννα Καλαϊτζίδου αναλαμβάνει τον ρόλο του αρχιτελεστή στην διασκευή της ευριπίδειας τραγωδίας που παρουσιάζει ο ‘Αρης Μπινιάρης στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (21/3 – 1/4).

Μία «παράσταση- τελετή» που με όχημα την μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά και την ανατρεπτική δυναμική της ροκ μουσικής επιχειρεί να φτάσει στον πυρήνα του αρχαίου δράματος, προσεγγίζοντας τη σύγκρουση μεταξύ του θεού Διονύσου και του βασιλιά Πενθέα σαν έναν οργισμένο ύμνο πάνω στο διχασμό της ανθρώπινης ψυχής, τη λογική και το ένστικτο. Για την ηθοποιό οι «Βάκχες», είναι ένα από τα αγαπημένα της έργα, «μία ωδή στην αβεβαιότητα, όπου όλες μας οι σταθερές μπαίνουν σε αμφισβήτηση».

-Στις «Βάκχες» η μεταμόρφωση είναι κυρίαρχο θέμα. Αυτό πως συμβαίνει επί σκηνής;

Η παράσταση είναι μία τελετή η οποία χρησιμοποιεί το μύθο σαν αφορμή περισσότερο για να τονίσει ότι έχουμε βγάλει από τη ζωή μας τα κομμάτια του εαυτού μας, τα πιο ενστικτώδη, ότι έχουμε απομακρυνθεί από την ηδονική μας φύση. Στην παράσταση αφαιρέσαμε τα ονόματα των ηρώων, και διατηρήσαμε τα σύμβολα αυτών των εννοιών. Έτσι, αντί για τον Πενθέα, θα δείτε εδώ τον Βασιλιά, αντί για την Αγαύη, τη Μητέρα, αντί για τον Τειρεσία, τον μάντη της πόλης. Ο Πενθέας δεν δέχεται τον νέο θεό που επαναφέρει τη ζωογόνο ορμή των αισθήσεων και αυτός τον μεταμορφώνει σε ζώο, γίνεται ένα αγρίμι και μεταμορφώνεται σε αυτό που αρνείται από την αρχή.

-Ο δικός σας ρόλος στην παράσταση;

Με την Εύη Σαουλίδου είμαστε οι αρχιτελεστές. Μιλάμε στο κοινό, συστήνουμε την τελετή και την προχωράμε με έναν τρόπο, συμμετέχοντας παράλληλα σε αυτήν.

– Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε με τον ‘Αρη Μπινιάρη. Τι αποκομίσατε από αυτή τη συνάντηση;

Είχα δει δουλειές του στο παρελθόν και ήμουν πολύ ενθουσιασμένη γι’ αυτή τη συνεργασία. Θεωρώ ότι έχει κάτι πολύ καινούριο, πολύ φρέσκο και ιδιαίτερο. Έχει έντονη και δυνατή σχέση με τη μουσική, το οποίο για μένα είναι ιδιαίτερα ελκυστικό. Στις πρόβες δουλέψαμε πολύ πάνω στην εκφορά του λόγου αρχικά μέσα από παραδοσιακά τραγούδια και στη συνέχεια μαζί την βοήθεια των δυο μουσικών της παράστασης, μιλούσαμε πάνω σε τονικότητες ή σε ρυθμούς και κάπως έτσι καταλάβαμε την τεχνική του και πήγαμε προς τα εκεί. Στην παράσταση υπάρχουν σημεία τα οποία δεν είναι χορογραφημένα που είναι πιο αυτοσχεδιαστικά από τη φύση τους. Ο Αρης είναι υπέρ του ν’ αφήνεσαι στην ροή, δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα αυστηρός στο να είναι όλα μετρημένα γιατί στο συγκεκριμένο έργο κιόλας, υπάρχουν πράγματα στα οποία αν μπεις, αν αφεθείς δηλαδή στις αναπνοές ή στη ροή αυτού που συμβαίνει μπορεί να είναι πιο ανοιχτό, πιο ελεύθερο το αποτέλεσμα.

-Τι σας γοητεύει στο συγκεκριμένο έργο;

Είναι από τα πολύ αγαπημένα μου έργα οι Βάκχες. Για μένα είναι μία ωδή στην αβεβαιότητα, με την έννοια ότι δεν πραγματοποιούνται πάντα όλα αυτά για τα οποία μπορεί να μιλάμε με σιγουριά. Και αυτό ενώ μπορεί να ακούγεται μ’ έναν τρόπο ασαφές, όταν κατάλαβα στην πράξη πόσο μου συμβαίνει στη ζωή μου με ανακούφισε πολύ και από εκεί και πέρα άρχισα να ηρεμώ. Δεν υπάρχει ένας δρόμος τον οποίο θ’ ακολουθήσεις και θα βρεις το νόημα στη ζωή σου. Αυτόν που θ’ ακολουθήσεις έχει ακριβώς και το αντίθετό του, το οποίο το συμπεριλαμβάνει και η ίδια η απόφαση και εσύ. Στις Βάκχες όλα μπαίνουν σε αμφισβήτηση. Οι σιγουριές μας μπαίνουν σε αμφισβήτηση με αυτό το έργο.

-Στην παράσταση ένα μεγάλο μέρος της ερμηνείας σχετίζεται με το σώμα. Πόσο απαιτητικό είναι αυτό για τον ηθοποιό;

Στην παράσταση βρισκόμαστε σε μία συνεχή κίνηση, η τελετή ξεκινάει και ολοκληρώνεται χωρίς να υπάρχει ενδιάμεσο στοπ. Ακόμα και στις σκηνές μεταξύ των ηρώων όλοι οι τελεστές παρακολουθούμε ενεργά τι συμβαίνει, χωρίς να φεύγει ποτέ το σώμα από τον ρυθμό. Αυτό είναι ιδιαίτερα απαιτητικό γι’ αυτό και κάναμε πολύ καλή προετοιμασία με την Αμάλια Μπένετ που επιμελείται την κίνηση. Αφιερώσαμε μία ώρα πρόβας κάθε μέρα σε έντονο ζέσταμα και γυμναστική προκειμένου να φροντίσουμε την αντοχή μας.

– Η μουσική τι ρόλο έχει στην παράσταση;

Κυρίαρχο, θα έλεγα. Η μουσική είναι σε όλη τη διάρκεια μαζί μας, από τη στιγμή που ανοίγουν τα φώτα μέχρι το τέλος. Ωστόσο, δεν κυριαρχεί επί του λόγου. Κείμενο και μουσική συμπλέουν σε αρμονία. Με οδηγό το ρυθμό αφηγούμαστε την ιστορία. Προσωπικά, με βοηθάει να σκέφτομαι την παράσταση σαν συναυλία γιατί έχει αυτή τη δυναμική και αυτή την ενέργεια.

-Με ποια κριτήρια επιλέγετε τις συνεργασίες σας;

Βασική μου προτεραιότητα είναι να με ενδιαφέρει το αντικείμενο και φυσικά να βιοπορίζομαι από αυτό. Ωστόσο, το πιο σημαντικό κριτήριο στο πως επιλέγω πια μία δουλειά είναι το προσωπικό. Δηλαδή ακόμα και αν θεωρώ ότι κάποιος μπορεί να έχει κάποιες ατέλειες ή αδυναμίες σαν σκηνοθέτης, εάν έχει αρετές ως άνθρωπος θα τον προτιμήσω. Μ’ ενδιαφέρει να συνεργάζομαι με ανθρώπους που ξέρω ότι μπορώ να συνεννοηθώ και υπάρχει μια ελευθερία στην επικοινωνία.

-Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείστε εκτός της ομάδας του Θωμά Μοσχόπουλου. Πως επέδρασε αυτό σε εσάς;

Ήταν ανανεωτικό γιατί χρειαζόμουν μια αλλαγή. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν πολύ ωραία μα την ίδια στιγμή ήταν και πολλά. Όσα έμαθα στην ομάδα αποκτούν τώρα μια νέα αξία καθώς τα μοιράζομαι με νέους ανθρώπους. Συνεπώς, ευχαριστιέμαι τη νέα συνθήκη.

-Το παιδικό θέατρο τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή σας;

Πολύ μεγάλο, γιατί έχω κάνει δέκα χρόνια περίπου παιδικό θέατρο συνολικά, από τα δεκαεφτά που δουλεύω. Μπορεί ν’ ακούγομαι κλισέ, αλλά είναι μεγάλο σχολείο το παιδικό θέατρο. Είναι μία «σφαλιάρα» στη ματαιοδοξία σου επειδή το κοινό είναι παιδιά τα οποία δεν σε ξέρουν, δεν τους νοιάζει ποιος είσαι, δεν τους νοιάζει πως θα παίξεις, τους νοιάζει μόνο να τους κερδίσεις, να τους πεις καλά την ιστορία.

-Αυτός είναι ένας κύκλος ο οποίος έχει κλείσει για σας;

Προς το παρόν θα έλεγα ότι έχει κλείσει, γιατί μετά από πολλά χρόνια συνεχούς παρουσίας σε αυτό έχω κουραστεί και δεν θέλω να το κάνω κουρασμένη. Απέκτησα κι εγώ παιδί οπότε σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα ας πούμε το παιδί μου να παρακολουθήσει μία παράσταση όπου οι ηθοποιοί δεν θα έχουν όρεξη γι’ αυτό που κάνουν. Φυσικά δεν το αποκλείω, μπορεί σε λίγα χρόνια να μην είμαι έτσι, αλλά ακόμα νομίζω ότι θέλω λίγη απόσταση απ’ το παιδικό.

-Στις μέρες μας τι είναι αυτό που σας απογοητεύει και τι είναι αυτό που σας ενθαρρύνει;

Γενικά ανήκω στους αισιόδοξους. Εκείνο που με απογοητεύει είναι όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να πουν αυτό που θέλουν και λένε κάτι άλλο το οποίο οδηγεί σε μόνιμες παρεξηγήσεις, δηλαδή όταν οι άνθρωποι δεν αισθάνονται ελεύθεροι. Αυτό το θεωρώ εμπόδιο γενικά, όχι μόνο στη δουλειά, αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις και παντού. Είναι σημαντικό να είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας, να ξέρουμε ποιοι είμαστε, τι μας συμβαίνει και να το μοιραζόμαστε με τους άλλους ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε καλά. Μ’ ενθαρρύνει, όταν γνωρίζω ανθρώπους, όταν κάνω καινούριους φίλους, με ενθαρρύνουν πολύ τα παιδιά γιατί θεωρώ ότι είναι λίγο πιο εξελιγμένα σαν γενιά και μ’ ενθαρρύνει επίσης ότι υπάρχει αγάπη όσο κι αν είμαστε σκοτεινιασμένοι και λέμε ότι το μέλλον είναι φρικτό.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις