Το 1975, έναν χρόνο μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, εκατοντάδες χιλιάδες Πορτογάλοι επιστρέφουν υπό συνθήκες πανικού στη Λισαβόνα, εγκαταλείποντας την Αγκόλα, τη μια από τις δύο μεγάλες αποικίες της Πορτογαλίας στην Αφρική (η άλλη ήταν η Μοζαμβίκη). Τη θλιβερή ιστορία αυτού του βίαιου επαναπατρισμού ανατέμνει η Ντούλτσε Μαρία Καρντόζο στο μυθιστόρημά της«Ο γυρισμός», που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Γεννημένη το 1964 στο Τρας-Ους-Μόντες της Πορτογαλίας, η Καρντόζο έζησε την παιδική της ηλικία στην Αγκόλα και επέστρεψε στη χώρα της τη χρονιάστην οποία αναφέρεται και το μυθιστόρημά της. Η συγγραφέας βρέθηκε αυτές τις ημέρες στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Ιβηροαμερικανικού Φεστιβάλ Λογοτεχνία Εν Αθήναις-ΛΕΑ, που φέτος γιορτάζει τα δέκα του χρόνια, τα οποία συμπίπτουν με τη διοργάνωση «Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου» (οι εκδηλώσεις του φεστιβάλ θα διαρκέσουν μέχρι τις 18 Ιουνίου). Μιλώντας για το βιβλίο της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Καντόζο λέει πως οι Πορτογάλοι της Αφρικής ήταν«τα απομεινάρια μιας αυτοκρατορίας που κατέρρεε και όχι άποικοι που ζούσαν με πάρτι και ηλιοβασιλέματα». Η αυτοκρατορία της Πορτογαλίας δεν έπρεπε κατά τη γνώμη της «να έχει υπάρξει». Οι άποικοι δεν μπορούσαν ούτως ή άλλως να ενσωματωθούν στην αποικιοκρατούμενη κοινωνία εφόσον «οι ίδιες οι έννοιες της αυτοκρατορίας και της αποικίας προϋποθέτουν την εξουσία και τη βία».

Η μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία συνδέεται στην Πορτογαλία με τη γέννηση ενός διχασμένου κόσμου: από τη μια πλευρά οι Πορτογάλοι της μητρόπολης και από την άλλη οι επαναπατριζόμενοι από την Αγκόλα, που, αν και φτωχοί στη συντριπτική τους πλειονότητα, θεωρούνταν στη Λισαβόνα εκμεταλλευτές των μαύρων. Τι προκάλεσεαυτόν το διχασμό;

Οι Πορτογάλοι που ζούσαν στις αποικίες ήταν τα απομεινάρια μιας αυτοκρατορίας που κατέρρεε. Αυτό ξεκίνησε από μιαν ιδεολογικά αριστερή επανάσταση στην Πορτογαλία, αλλά οι περισσότεροι επαναπατριζόμενοι δεν ανήκαν σε κάποια ιδεολογία, δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό ιδεώδες, ήταν πιο πολύ τα θύματα μιας κλεπτοκρατικής εξουσίας. Υπάρχει, ξέρετε, μια διπλή μυθοποίηση γύρω από τα γεγονότα αυτής της εποχής. Ο ένας μύθος μιλάει για τους τακτοποιημένους γηγενείς, ο άλλος για τους επαναπατριζόμενους αποίκους που ζούσαν με πάρτι και μαγικά ηλιοβασιλέματα. Οι άποικοι, όμως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν εργαζόμενοι, είχαν πάει στην Αφρική για να βρουν μια καλύτερη προοπτική για τη ζωή τους. Κατά τη δική μου γνώμη, η αυτοκρατορία έπρεπεαπλώς να μην έχειυπάρξει. Δεν είμαι νοσταλγός του ιστορικού χρόνου και είμαι πεπεισμένη πως οι σχέσεις στις αποικίες είναι σχέσεις εξουσίας. Οι ίδιες οι έννοιες της αυτοκρατορίας και της αποικίας προϋποθέτουν μιαν ως εξ ορισμού άνιση σχέση. Κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας στην Πορτογαλία δημιουργήθηκε ένας πρόσθετος μεγάλος μύθος, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μύθο του πορτογαλικού τροπικαλισμού.

Αυτό σημαίνει πως οι Πορτογάλοι θεωρούσαν πάντοτε πως ήταν διαφορετικοί από τους άλλους αποικιοκράτες, επειδή μπορούσαν να ενσωματώνονται στις επιτόπιες κοινωνίες. Οι Πορτογάλοι υιοθετούν και σήμερα αυτόν τον μύθο. Προσωπικά δεν πιστεύω πως υπάρχει ειρηνική ενσωμάτωση σε οποιαδήποτε αποικιοκρατούμενη κοινωνία.

Και σήμερα πλέον αμφισβητείται ανοιχτά ο αποικιοκρατικός ρόλος και λόγος της Πορτογαλίας ενώ η ενσωμάτωση παραμένει ένα ανοιχτό και σκληρό τραύμα. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθεί να υπάρχει αντίσταση στο να δεχτούμε το βίαιο παρελθόν. Το αποικιοκρατικό πνεύμα, όπως κι αν έχει, ζει ακόμη, αν και όχι με την έννοια της εδαφικής, αλλά της οικονομικής κυριαρχίας. Μια κυριαρχία που παραμένει με τη σειρά της αδιαφανής ή και αόρατη.

«Ο γυρισμός» είναι ένα πολιτικοκοινωνικό μυθιστόρημα με οικογενειακή βάση. Με ποιον τρόπο επηρεάζει την πλοκή και τους χαρακτήρες η συνύπαρξη του συλλογικού με το οικογενειακό και το ατομικό;

Μέσω του ατόμου μπορούμε να πάμε στο σύνολο επειδή το σύνολο από μόνο του είναι μια αφηρημένη έννοια. Με το βιβλίο μου θέλησα να επικεντρωθώ στο συλλογικό σκέλος, να δείξω τις χαίνουσες πληγές που άφησε πίσω της μια αυτοκρατορία 500 ετών. Θα μπορούσα να γράψω ένα δοκίμιο για όλα αυτά, αλλά δεν γράφω δοκίμια, γράφω μυθιστορήματα. Έτσι, έπρεπε να διηγηθώ μιαν ατομική ιστορία, μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι η ιστορία της οικογένειάς μου. Προτίμησα να μη μιλήσω για την οικογένειά μου και να πω ένα λογοτεχνικό ψέμα που φωτίζει καλύτερα την αλήθεια.

Στο βιβλίο δεσπόζει διά της απουσίας της η μορφή του πατέρα: ένας χαρακτήρας που καθορίζει τους άλλους μολονότι για μεγάλο διάστημα δεν συμμετέχει στη δράση.

Η λειτουργία της πατρικής μορφής είναι συμβολική, αποτελεί μια μεταφορά για την εξουσία. Κατέφυγα σε ένα συγγραφικό τέχνασμα που με βοήθησε να προχωρήσω σε μιαν ακτινογραφία της απώλειας. Στον αρχικό σχεδιασμό του βιβλίου, ο πατέρας επέστρεφε με την υπόλοιπη οικογένεια στη Λισαβόνα. Η πατρική απουσία στο τελικό κείμενο του«Γυρισμού» με βοήθησε να σκηνοθετήσω αποτελεσματικότερα την απώλεια. Και θέλω να σημειώσω και κάτι επιπλέον. Όσο λείπει ο πατέρας, ο γιος κάνει μια συμφωνία με τον Θεό: αν δεν εμφανιστεί τελικά ο πατέρας, είναι νεκρός. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο γιος καταλήγει να σκοτώσει την έννοια του πατέρα και να διασώσει την έννοια του Θεού. Το ίδιο και οι Πορτογάλοι. Προτίμησαν μια πενηντάχρονη δικτατορία από το να σκοτώσουν την ταυτότητά τους ως λαού.

Στην περίπτωση της μητέρας, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται ένα μεταφυσικό-υπερφυσικό στοιχείο με τους δαίμονες οι οποίοι τη βασανίζουν. Τι ακριβώς σημαίνει κάτι τέτοιο;

Όπως το είπα και πιο πριν, οι Πορτογάλοι της Ευρώπης είχαν μια μυθοποιημένη ιδέα για τους Πορτογάλους της Αφρικής, αγνοούσαν το στοιχείο του πνευματισμού – τους εξορκισμούς και τα μάγια. Ο πνευματισμός, ωστόσο, αποτελεί μιαν άλλη πλευρά του επιτόπιου βίου κι αυτό ήθελα να υπενθυμίσω. Και υπάρχει εδώ εκ νέου κάτι συμβολικό: η ανάγκη και η δύναμη να ξορκίσουμε το παρελθόν μέσω της λογοτεχνίας. Ο γιος λέει ξαφνικά, όσο λείπει ο πατέρας, ότι ξέρει όλα τα λόγια για τον εξορκισμό της μάνας του.Έτσι συμβαίνει και με τη λογοτεχνία, η οποία είναι μια τέχνη που προϋπάρχει, μια τέχνη εξορκισμού.

Στο βιβλίο σας «Βιολέτα ή γνωρίζω την αγάπη εξ ακοής» (το άλλο βιβλίο σας που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) παρακολουθούμε έναν ποταμό λέξεων και αποσπασματικών αναμνήσεων, ο οποίος πολλές φορές δεν υπακούει καν σε στίξη. Το ίδιο παρατηρούμε, αν και σε σαφώς μικρότερο βαθμό, και στον εφηβικό μονόλογο που τροφοδοτεί την αφήγηση του«Γυρισμού». Είναι ένας μοντερνισμός που ξεκινάει ήδη από τον Ζοζέ Σαραμάγκου…

Ο Σαραμάγκου και οι άλλοι Πορτογάλοι συγγραφείς στοιχίζονται πίσω από μοντερνιστικά μεγέθη όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Τζόις και ο Φόκνερ. Εκεί αναγνωρίζουμε όλοι τον εαυτό μας και τις τεχνικές μας, όπως η ροή της συνείδησης. Εκεί αναγνωρίζουμε τους γεννήτορες και τους προγόνους μας.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις