«Είναι σαν ένα ξέφρενο διονυσιακό πανηγύρι » λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κώστας Τσιάνος για τους «Αχαρνής », που θ' «ανοίξουν» τα φετινά Επιδαύρια, την Παρασκευή 29 και το Σάββατο 30 Ιουνίου, σε απόδοση και σκηνοθεσία δική του. Ο βετεράνος σκηνοθέτης που καταπιάνεται για πρώτη φορά με το συγκεκριμένο αριστοφανικό έργο, φιλοδοξεί η παράστασή του να «βρει τον δρόμο της μέσα από τις λαϊκές μας παραδόσεις, που συγγενεύουν ολοφάνερα με το διάχυτο στους "Αχαρνής" διονυσιακό πνεύμα ».

«Με έξοχες κωμικές σκηνές που κρατούν από τα μεγαρικά σκώμματα (πειράγματα) και τον ορμητικό και ολοζώντανο χορό των καρβουνιάρηδων από το Μενίδι, ο Αριστοφάνης μας χαρίζει μια θαυμάσια κωμωδία. Πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο που μέσα από τη σάτιρα και τα κωμικά του ευρήματα δεν ξεχνάει την ποίηση και τη λυρικότητα του » σημειώνει ο σκηνοθέτης. Στην παράσταση που θα παρουσιαστεί σε περιοδεία σε όλη τη χώρα, πρωταγωνιστούν οι: Πέτρος Φιλιππίδης (Δικαιόπολις), Παύλος Χαϊκάλης (Λάμαχος), Κώστα Κόκλας (Μεγαρίτης), Τάκης Παπαματθαίου (Θηβαίος ) Ιωάννης Παπαζήσης (Ευριπίδης) και 14μελής Χορός.

Γιατί επιλέξατε τους «Αχαρνής » για τα φετινά Επιδαύρια;

Είναι από τα ωραιότερα έργα του Αριστοφάνη και δεν το έχω ξανανεβάσει ποτέ. Ένα διαχρονικό αριστούργημα που, όπως όλα τα έργα του, αφορά και στο σήμερα. Στους «Αχαρνής » ο Αριστοφάνης προσπαθεί να γελοιοποιήσει τον πόλεμο και τους πολεμοκάπηλους και να εκφράσει τη λαχτάρα των ανθρώπων για ειρηνική ζωή. Τα βάζει άγρια με τη διεφθαρμένη εξουσία, αλλά και με τον ευκολόπιστο και πάντα προδομένο λαό που ακολουθεί συχνά ανάξιους πολιτικούς. Εξυμνεί τη γη για τα αγαθά που προσφέρει στον άνθρωπο και τον Διόνυσο, θεό του κρασιού και του έρωτα.

Τι είναι αυτό που κάνει το έργο επίκαιρο;

Μα, δεν μας έχουν εγκαταλείψει σήμερα, οι ανόητες αφορμές πολέμου που θέλουν οι πολεμοκάπηλοι για να κερδίζουν. Είναι παντοτινό φαινόμενο. Όσα διαδραματίζονται στην εποχή που έγραψε το έργο ο Αριστοφάνης, δυστυχώς συμβαίνουν αναλογικά και σήμερα. Και αυτό το τονίζουμε κάπως παραπάνω στην παράσταση, προκειμένου να γίνει πιο ζωντανό το κείμενο. Οι «Αχαρνής » είναι ένα από τα κορυφαία έργα του θεάτρου ανά τους αιώνες και αυτά τα έργα πρέπει να τα παίζουμε και να τα ξαναπαίζουμε γιατί κάθε παράσταση έχει και κάτι διαφορετικό να πει.

Ο μέγας δάσκαλος, ο Κάρολος Κουν, έλεγε ότι ο Αριστοφάνης είναι επαναστάτης. Εκείνη την εποχή το να βγει να στηλιτεύσει την εξουσία με τέτοιο τρόπο ήταν ιδιαίτερα τολμηρό και προκλητικό. Δεν το σήκωνε το αστείο η εποχή. Όπως και σήμερα δεν μπορούμε να είμαστε τόσο τολμηροί, γιατί πάντα η εξουσία ενοχλείται, δεν ανέχεται πολύ να την κοροϊδεύεις. Σου κλείνουν οι πόρτες. Αυτός δεν φοβόταν τίποτα. Ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών όταν παρουσίασε την κωμωδία στα Λήναια το 425 π.Χ., στον έκτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου, αποσπώντας το πρώτο βραβείο.

Στους « Αχαρνής» ο Δικαιόπολις αναζητά διακαώς την ειρήνη. Υπάρχουν… «Δικαιόπολεις» στη σημερινή εποχή;

«Δικαιόπολεις » είμαστε όλοι. Όλοι θέλουμε ειρήνη, αλλά δεν μπορούμε να την αγοράσουμε, όπως ο ήρωας του Αριστοφάνη. Σήμερα κανένας από τους πολιτικούς δεν επιδιώκει την ειρήνη. Οι πόλεμοι συνεχίζονται. Ο κόσμος ταλαιπωρείται, φεύγει, μεταναστεύει και πνίγεται στις θάλασσες μαζί με τα παιδιά του. Είναι τρομακτικά αυτά που ζούμε. Το βλέπουμε με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που έρχονται εδώ για να μπορέσουν να επιζήσουν και τους κυνηγάμε και δεν τους βοηθάμε όσο πρέπει. Ο πόλεμος είναι δίπλα μας, είναι μέσα στα σπίτια μας.

Στο έργο, ο Δικαιόπολις είναι μια πολυδιάστατη προσωπικότητα. Ένας λαϊκός αγρότης με κοφτερό μυαλό, που αγαπάει όπως όλοι την ειρήνη, μόνο που καταφέρνει να την κατακτήσει μόνο για εκείνον, ενώ ο πόλεμος γύρω του συνεχίζεται. Γίνεται μεγαλοπαραγωγός και μπαίνει και ο ίδιος στο σύστημα. Όμως αυτό δεν είναι λύση, να έχεις μόνος σου ειρήνη και να μην δίνεις σε κανέναν άλλον. Προσωπική ειρήνη δεν υπάρχει, είναι μία ουτοπία.

Στα έργα του Αριστοφάνη η γιορτή παίζει ρόλο-κλειδί. Ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενό της στους Αχαρνής;

Το έργο αναφέρεται πολύ στις διονυσιακές γιορτές και στα Κατ' Αγρούς Διονύσια με μια νοσταλγική διάθεση, γιατί δεν πολυγιορταζόντουσαν πια στις μεγάλες πόλεις, αλλά στα αγροτικά μέρη, εκεί όπου την παράδοση την φυλάνε πιο πολύ όπως και σήμερα. Γι αυτό και ο Αριστοφάνης τοποθετεί τη δράση τού έργου στην αγροτική περιοχή της Αττικής, Αχαρνές, το σημερινό Μενίδι. Δεν ξεχνά πως η κωμωδία γεννήθηκε από λαϊκές λατρευτικές τελετές της γονιμότητας.

Στους «Αχαρνής » υπάρχουν αρκετές αναφορές στον Διόνυσο. Σε μια σκηνή του έργου, ο Δικαιόπολις και η οικογένειά του τελούν πομπή του φαλλού και τον υμνούν μ' ένα φαλλικό άσμα. Τέτοια ανάλογα έθιμα και παραδόσεις έχουμε και σήμερα. Για μένα που έχω ζήσει στη Λάρισα, το έργο αυτό είναι σαν να συμβαίνει μία Καθαρή Δευτέρα στον Τύρναβο, σαν μία διονυσιακή αρχέγονη γιορτή.

Επιστρέψατε στην ιδιαίτερη πατρίδα σας και υπηρετήσατε το θέατρο από εκεί για πολλά χρόνια. Τι κρατάτε από την πορεία σας στο Θεσσαλικό Θέατρο;

Κρατάω τα πάντα. Ήταν μία ευλογημένη αλλά και δύσκολη περίοδος. Το Θεσσαλικό Θέατρο το ξεκινήσαμε με την Άννα Βαγενά και τον Γιώργο Ζιάκα μόνοι μας, χωρίς λεφτά, χωρίς βοήθεια. Η επιχορήγησή μας ήταν το εισιτήριο των θεατών. Με αυτό οργώσαμε ολόκληρη τη Θεσσαλία και πολλές ακόμη περιοχές. Ήταν το σπίτι μου, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώσει. Δεν μπορούσα να είμαι άλλο καλλιτεχνικός διευθυντής, πέρασε και η ηλικία μου. Βέβαια, το μυαλό μου είναι πάντα εκεί.

Ήταν μία τεράστια εμπειρία. Εκεί μέστωσα σαν άνθρωπος του θεάτρου. Επέλεξα να είμαι σε διαρκή επαφή με ένα κοινό μη υποψιασμένο, που δεν είχε δει ποτέ θέατρο. Αυτό ήταν ένα μεγάλο σχολείο για μένα. Και αν πετύχαμε στο Θεσσαλικό, ήταν γιατί ούτε εγώ, ούτε η Άννα που συνεργαζόμασταν τον πρώτο καιρό, δεν κάναμε τους δασκάλους. Αυτά τα σιχαινόμασταν. Πηγαίναμε να κάνουμε θέατρο και συγχρόνως να μάθουμε από τους θεατές μας. Περάσαμε πάρα πολύ χρόνο μέσα στα καφενεία και στα σπίτια με τις νοικοκυρές να συζητάμε μαζί τους.

Ποια είναι η άποψη σας για την πορεία των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ σήμερα;

Τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. βρίσκονται σε οικονομική δυσπραγία, όπως και όλη η χώρα. Η Λυδία Κονιόρδου προσπάθησε να βοηθήσει δίνοντας κάποιες επιχορηγήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι αναλαμβάνουν διευθυντές, άνθρωποι που δεν έχουν πατήσει πολλές φορές το πόδι τους σε αυτές τις πόλεις. Πρέπει να ξέρεις την πόλη. Εμείς στο Θεσσαλικό ήμασταν Λαρισαίοι που πήγαμε και ζυμωθήκαμε με τον κόσμο, που από την πρώτη στιγμή μας δέχθηκε σαν δικά του παιδιά. Γι αυτό είχε αυτή την ακμή το θέατρό μας. Μακάρι να διατηρηθούν τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. γιατί είναι εστίες πολιτισμού. Είναι κρίμα να σταματήσει αυτή η ιστορία. Γιατί οι πόλεις να έχουν γήπεδα και να μην έχουν θέατρα; Κάθε πόλη πρέπει να έχει το θέατρο της.

Συνεργαστήκατε με τη Δώρα Στράτου εντρυφώντας στη λαϊκή μας παράδοση. Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια και πόσο μακριά είμαστε σήμερα από τις ρίζες μας;

Δίπλα στη Δώρα Στράτου άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Είχα την τύχη να με παίρνει μαζί της σε λαογραφική έρευνα ανά την Ελλάδα, όπου αναζητούσαμε παλιούς χορούς, μελωδίες, κοστούμια, σαν να ήμασταν σε αρχαιολογική αποστολή. Ήταν μια σπουδαία εμπειρία κατά τη διάρκεια της οποίας γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους. Εκεί που κάναμε πρόβα, ξαφνικά άνοιγε η πόρτα και έμπαινε μέσα ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, η Αγγελική Χατζημιχάλη, η Δόμνα Σαμίου, ο Σίμων Καράς, ο Κουν, οι οποίοι ήταν σύμβουλοι της Στράτου.

Ο λαϊκός πολιτισμός είναι ένας ατέλειωτος θησαυρός. Τα περισσότερα ήθη και έθιμα που διατηρούνται μέχρι σήμερα έρχονται από πολύ μακριά, το νήμα τους χάνεται σε αρχέγονες εποχές. Τα τελευταία χρόνια δήμοι και σύλλογοι κινητοποιούνται στο να μαθαίνουν παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια. Το συγκρότημα της Δώρας Στράτου πάντα υπάρχει, όπως και το Λύκειο Ελληνίδων που κάνει μία σοβαρή δουλειά και είναι πολλά τα νέα παιδιά που ακολουθούν και ενδιαφέρονται για την παράδοση. Χωρίς παράδοση, χωρίς να ξέρουμε ποιοι είμαστε δεν μπορούμε να συνεχίσουμε. Για να είσαι μέλος μιας παγκοσμίας κοινότητας πρέπει να ξέρεις ποιος είσαι. Δεν γίνεται να χάσουμε την εθνική μας συνείδηση. Αυτά τα πράγματα δεν είναι εθνικιστικά και τα λέω εγώ που έχω μία αριστερή διάθεση.

Ποια είναι η σχέση σας με τον χρόνο;

Είμαι απολύτως συμφιλιωμένος μαζί του, δεν τον μετράω. Και πολύ μου αρέσει που είμαι τώρα 75 χρονών και είμαι καλά, πατάω στα πόδια μου και δουλεύω σαν μικρό παιδί. Τα χρόνια μου είναι τα γαλόνια μου, τα παράσημά μου. Είμαι περήφανος που έχω φτάσει μέχρι εδώ και ζω με αξιοπρέπεια και εξακολουθώ να υπηρετώ την τέχνη μου. Δεν νιώθω ότι έχω φτάσει κάπου, φτάνει κάνεις, όταν πεθαίνει. Η υστεροφημία μου δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου. Αν αξίζεις, θα σε θυμούνται κάποιοι.

Υπάρχει κάποια φράση που μπορεί να χωρέσει τη διαδρομή σας;

Πάντα όταν με ρωτούν τι κάνω, απαντώ «προσπαθώ για το καλύτερο ». Είναι σαν μότο μου αυτή η φράση. Και αυτό προσπαθώ σε όλη μου τη ζωή. Η αγωνία μου είναι να είμαι εντάξει, να αγαπώ και να με αγαπούν. Μου αρέσει να με αγαπούν, αλλά το κέρδος είναι να αγαπάς τους ανθρώπους, να φροντίζεις γι αυτούς. Αυτή είναι η μεγάλη νίκη. Αυτό που έχει σημασία στη ζωή είναι να καλλιεργούμε την ψυχή μας και το μυαλό μας όσο μπορούμε. Να προσπαθούμε τουλάχιστον…

Μετά τους « Αχαρνής» , ποια είναι τα σχέδιά σας;

Δεν έχω τίποτα ακόμα. Πάντα κάποιο τηλέφωνο χτυπάει και προκύπτουν τα πράγματα. Τώρα είμαι απόλυτα απορροφημένος σε αυτήν την παράσταση, γιατί είναι δύσκολο έργο. Απαιτητικό. Και εγώ δεν ικανοποιούμαι εύκολα στη δουλειά. Συνήθως δεν μου αρέσει τίποτα. Ακόμα και κάποιες παραστάσεις που λένε ότι ήταν τεράστιες επιτυχίες, σκέφτομαι «μα, αφού έκανα τόσα λάθη, δεν τα είδε κανείς; ». Ικανοποιημένοι είναι μόνο οι ελαφρόμυαλοι. Δεν έχω χαρεί ποτέ για επιτυχία, δεν με πολυενδιαφέρει κιόλας, γιατί η φύση της δουλειά μας είναι θνησιγενής. Κάθε παράσταση, όταν φεύγει από τα χέρια σου και φτάνει στο κοινό, είναι ένας μικρός θάνατος. Την επομένη ξεκινάς κάτι άλλο. Αυτό είναι και καλό, γιατί δεν σ' αφήνει να πλήττεις. Κάθε μέρα ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα, με έναν τρόπο ξαναγεννιέσαι.

Νάντια Μπακοπούλου

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις