Η «Συντέλεια του κόσμου» της Τζέννυ Έρπενμπεκ (μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Καστανιώτη) ξεκινάει στις αρχές του 20ου αιώνα και ολοκληρώνεται λίγο πριν από την έξοδό του. Σε μια μικρή πόλη της ανατολικοευρωπαϊκής Γαλικίας, που βρίσκεται στα Καρπάθια, πεθαίνει ένα κοριτσάκι μερικών μηνών από εβραία μητέρα και χριστιανό πατέρα. Τι θα μπορούσε, όμως, να συμβεί αν είχε ζήσει;

Η Έρπενμπεκ δίνει στο μυθιστόρημά της πέντε διαφορετικές εκδοχές για τη ζωή της ηρωίδας της, παρακολουθώντας από κοντά τις αλλαγές που γνώρισε η Ευρώπη κατά το διάστημα μιας εκατονταετίας. Η συγγραφέας μιλάει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ με την ευκαιρία της επίσκεψής της στην Αθήνα (σήμερα, Πέμπτη 28 Ιουνίου, στις 20:30, συνομιλεί στον Ιανό με την πεζογράφο Αμάντα Μιχαλοπούλου και τον μεταφραστή της Αλέξανδρο Κυπριώτη).

Γεννημένη το 1967 στο Βερολίνο της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), η Έρπενμπεκ σπούδασε βιβλιοδεσία, θέατρο και σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου. Έκανε το λογοτεχνικό της ντεμπούτο το 1999 με τη νουβέλα «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» (μετάφραση Αλεξ. Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος) ενώ η «Συντέλεια του κόσμου» ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα. Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά της κυκλοφόρησε το 2015 με τίτλο «Περαστικοί» (θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Το 2016 τιμήθηκε με το Βραβείο Τόμας Μαν.

Στη συνέντευξή της, η Έρπενμπεκ μιλάει για τις διαφορετικές ιστορικές πραγματικότητες της Ευρώπης, για την επαναστατική περίοδο του κομμουνισμού (στη Σοβιετική Ένωση οι κομμουνιστές ακολουθούσαν τις αντιπολεμικές τους αρχές και στη ΛΔΓ εφάρμοζαν τις αντιφασιστικές τους πεποιθήσεις), αλλά και για τη γιαγιά της, που ήταν συγγραφέας με μεγάλες κυκλοφοριακές επιτυχίες.

Ακολουθεί η συνέντευξη της Τζέννυ Έρπενμπεκ στον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Γιατί η ηρωίδα σας πρέπει να πεθάνει πέντε διαδοχικές φορές, αποκτώντας μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο το όνομά της;

Μου φάνηκε σωστό να το κάνω έτσι γιατί η ηρωίδα μεταμορφώνεται ξανά και ξανά κατά την εξέλιξη της μυθιστορηματικής δράσης. Αν, όμως, μεσολαβούν τόσες μεταλλαγές, δεν χρειάζεται ένα σταθερό όνομα για την πρωταγωνίστρια, η συνέχειά της είναι καλύτερα να δοθεί χωρίς ονόματα. Και να θυμίσω ότι στο επιλογικό κεφάλαιο του βιβλίου, όπου εκείνο που κυριαρχεί είναι το παράλογο περιβάλλον ενός νοσοκομείου, η ηρωίδα αποκτά επιτέλους όνομα, αλλά λόγω της προβληματικής διανοητικής της κατάστασης δεν ξέρει ποιος και γιατί την κατονομάζει. Κι αυτό γιατί δεν είναι πλέον κάτοχος του εαυτού και της ταυτότητάς της, όπως είναι στα προηγούμενα κεφάλαια.

Η πρωταγωνίστρια γνωρίζει όντως πολλές μεταμορφώσεις: εκκινεί ως πόρνη, συνεχίζει ως σύζυγος ενός ποιητή τον οποίο εξοντώνει το σταλινικό καθεστώς και καταλήγει ως διάσημη συγγραφέας της ΛΔΓ. Τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν αυτές οι μεταμορφώσεις και γιατί συναντάμε την ηρωίδα σε διαφορετικές ηλικίες;

Υπάρχουν πάντοτε πολλές δυνατότητες, αλλά ακολουθούμε μόνον έναν δρόμο. Είναι κάτι που συναντάμε και στο επόμενο βιβλίο μου, τους «Περαστικούς». Στη «Συντέλεια του κόσμου» ήθελα να δείξω τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αλλάξουν οι ρόλοι και οι ιδιότητες. Η ταυτότητα είναι πάντοτε προϊόν των κοινωνικών συνθηκών, εξαρτάται από το πώς και από το με ποιους ζει κάποιος ή και από το πού μένει. Τα πάντα είναι ρευστά και μεταλλάσσονται.

Οι πέντε θάνατοι και οι ισάριθμες γεννήσεις και αναγεννήσεις της ηρωίδας μάς οδηγούν και σε διαφορετικές ευρωπαϊκές εποχές – διαφορετικές γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά. Πρόκειται, μαζί με τα άλλα, και για μια μυθιστορηματική εξιστόρηση των ευρωπαϊκών παθών;

Θα μπορούσαμε να το δούμε και έτσι. Πρόκειται κατά βάσιν για τις πολλές και διαφορετικές εκδοχές της Ευρώπης, για τις πολύ διαφορετικές ιστορικές της πραγματικότητες. Η περίπτωση, για παράδειγμα, της αυστροουγγρικής μοναρχίας είναι μια αντίστοιχη πραγματικότητα, με πολλούς και διαφορετικούς μεταξύ τους λαούς να ζουν ειρηνικά κάτω από το ίδιο σκήπτρο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Ευρώπης είναι το τι ακριβώς συνέβη με τον πρώιμο ή με τον νεαράς ηλικίας κομμουνισμό. Στη Σοβιετική Ένωση οι κομμουνιστές ξεκίνησαν την πορεία τους με βάση τα αντιπολεμικά τους αισθήματα. Στη ΛΔΓ οι ίδιοι είχαν ως αφετηρία τις αντιφασιστικές τους πεποιθήσεις. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι ο κομμουνισμός δεν υπήρξε αρνητικό μέγεθος στη γέννησή του. Θα πρέπει να προχωρήσουμε στα επόμενα χρόνια για να σταθούμε σε απόσταση και να αποκτήσουμε τη σφαιρική εικόνα που διαπιστώνει την παρακμή. Στη ΛΔΓ είχαμε την επιθυμία να προχωρήσουμε, αλλά δεν βρήκαμε την κατάλληλη γλώσσα. Στη Σοβιετική Ένωση από την άλλη μεριά ο Στάλιν απλώς διέλυσε τα πάντα.

Πόσο επηρέασε η ζωή της γιαγιάς σας, από την οποία έχετε εμπνευστεί την ηρωίδα, το βιβλίο;

Έχω ακολουθήσει ως προς τους τόπους όλους τους σταθμούς της γιαγιάς μου. Δεν έχω ενσωματώσει όμως λεπτομέρειες από τη ζωή της. Όταν άρχισα, σχεδίαζα να γράψω ένα μυθιστόρημα για τον θάνατο. Και η φυσιογνωμία και η ιστορία της γιαγιάς μου, με τις άπειρες περιπέτειες, ταίριαζε σε κάτι τέτοιο. Και μολονότι αντιστάθηκα για πολύ καιρό, εντέλει τη χρησιμοποίησα. Η μετανάστευση, που επανέρχεται κατ' επανάληψη στο βιβλίο, απασχόλησε πολύ την οικογένειά μου. Υπήρχαν έγγραφα και ντοκουμέντα και θα ήταν παράλογο να μη βασιστώ σ' αυτά. Η γιαγιά, άλλωστε, πρωταγωνιστεί και σε άλλα βιβλία μου. Και με βοηθάει να ταυτοποιηθώ αλλά και να μην ταυτοποιηθώ μαζί της γιατί είναι η γιαγιά μου και όχι η μητέρα μου. Η γιαγιά έγραφε πολλά: ρεαλιστικά μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Στη ΛΔΓ τα βιβλία της έφτασαν το ενάμιση εκατομμύριο αντίτυπα.

Από τη γιαγιά προέρχεται και το εβραϊκό στοιχείο;

Οπωσδήποτε. Δεν πρόκειται, όμως, για τον εβραϊσμό της γιαγιάς μου, αλλά για έναν άνθρωπο και μια μειονότητα που είναι αναγκασμένοι να αγωνιστούν για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης.

Όλοι οι συγγραφείς δουλεύουν με τη γλώσσα, αλλά για σας η γλώσσα μοιάζει με την αρχή και το τέλος του κόσμου, με την αρχή και το τέλος της γραφής.

Μα, κάθομαι μόνο και γράφω. Είναι αλήθεια πως με τη γλώσσα μπορούμε να περιγράψουμε και να αποτυπώσουμε τη σκέψη. Το σημαντικότερο, όμως, για μένα στη γλώσσα είναι ότι αποτελεί σημείο εκκίνησης για τη σκέψη, ότι γίνεται ένα είδος βατήρα για άλλα πράγματα – για την κατάκτηση μιας σκέψης που δεν χρειάζεται πλέον τις λέξεις. Και, ξέρετε, στον αναγνώστη αρέσει η λογοτεχνία που τον κάνει να σκέφτεται.

Β. Χατζηβασιλείου

(Σ.Σ. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε με τη μεταφραστική μεσολάβηση του Αλέξανδρου Κυπριώτη)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις