Με τη «Γενούφα» του Λέος Γιάνατσεκ, ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του 20ού αιώνα – που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, ανοίγει η καλλιτεχνική περίοδος 2018/19 για την Εθνική Λυρική Σκηνή, στις 14 Οκτωβρίου, σε μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία της Νίκολα Ράαμπ.

Η Γενούφα, η «τέλεια όπερα», όπως την χαρακτήρισε πρόσφατα ο Guardian, ξεπέρασε τα όρια του σύγχρονου ρεπερτορίου και επιβλήθηκε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, χάρη στον λυρισμό, τη συναισθηματική της ειλικρίνεια, τη μεγαλειώδη μουσική που της χάρισε ο σπουδαίος Τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ και την υπόθεσή της, έντονα δραματική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη.

Τη «Γενούφα» θα σκηνοθετήσει η Γερμανίδα Νίκολα Ράαμπ, μια από τις πιο σημαντικές σκηνοθέτριες όπερας στην Ευρώπη, η οποία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη για την ιδιαίτερη ευαισθησία των αναγνώσεών της και για την επιμονή της στην ονειρική οπτικοποίηση των έργων που σκηνοθετεί. H Ράαμπ έχει παρουσιάσει με μεγάλη επιτυχία σκηνοθεσίες της σε Βιέννη, Κοπεγχάγη, Μπρέγκεντς, Γκέτεμποργκ, Λισαβόνα, Λος 'Αντζελες, Σικάγο κ.α.

«Η Γενούφα θεμελίωσε τη φήμη του Γιάνατσεκ ως συνθέτη όπερας. Μετά τη Γενούφα μπόρεσε να διαγράψει την πορεία του στη σύνθεση όπερας όπως δεν είχε καταφέρει να κάνει ως τότε. Η φήμη άργησε να έρθει στη ζωή του. Ο Γιάνατσεκ ήταν 50 ετών όταν πραγματοποιήθηκε η πρεμιέρα της Γενούφας το 1904. Βασισμένη σε ένα θεατρικό της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα, η πλοκή της όπερας χαρακτηρίζεται από έντονο κοινωνικό ρεαλισμό, μια ξεκάθαρη απεικόνιση της κοινωνίας και των εθίμων που διαμορφώνουν τα πρόσωπα του έργου και καθορίζουν τη συμπεριφορά τους» σημειώνει η Νίκολα Ράαμπ και προσθέτει:

«Ο Γιάνατσεκ συνέθεσε τη Β΄ και την Γ΄ Πράξη υπό το βάρος του θανάτου της 21χρονης κόρης του Όλγας, αλλά και της θλίψης του για τον χαμό του μικρού του γιου σε νηπιακή ηλικία λίγα χρόνια νωρίτερα, μιας θλίψης που δεν μετριάστηκε με τον χρόνο αλλά παρέμεινε το ίδιο νωπή και επώδυνη. Σε μια εποχή που η δική του οικογένεια είχε ήδη διαλυθεί και πάλι, και το σπίτι του ήταν και πάλι άδειο, έβαλε τις τελευταίες πινελιές στην όπερα. Παρά τη σκληρή πραγματικότητα που απεικονίζεται, η «μαγική», πνευματική πλευρά του Γιάνατσεκ, όπως τη συναντάμε στα ορχηστρικά κομμάτια και στις μεταγενέστερες όπερές του, δεν φαίνεται να χάνεται ποτέ, ακόμα και αν είναι λιγότερο εμφανής απ' ό,τι σε άλλα του έργα».

Η σκηνοθέτρια, με βασικό συνεργάτη στα σκηνικά και τα κοστούμια τον διεθνώς αναγνωρισμένο Γιώργο Σουγλίδη, προτείνει μια κλασική ανάγνωση του έργου και βλέπει τον ωμό ρεαλισμό της ιστορίας μέσα από μια ποιητική διάσταση. Το βασικό στοιχείο του σκηνικού είναι ένα λευκό σπίτι «εγκλωβισμένο» μέσα στο δάσος, όπως προβλέπει το έργο, σαν μια αναφορά στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και τους αυστηρούς κανόνες της κοινωνίας, από τους οποίους κανείς δεν ξεφεύγει.

Όσο το έργο εξελίσσεται, το σπίτι αλλάζει μορφές και τελικά διαλύεται. Τα κοστούμια έχουν επιρροές από τη μοραβική ύπαιθρο, ενώ στην παραγωγή θα χρησιμοποιηθούν και εντυπωσιακά παραδοσιακά τσέχικα κοστούμια. Την κινησιολογία υπογράφει ο διακεκριμένος χορευτής και χορογράφος Φώτης Νικολάου, ενώ οι φωτισμοί είναι του αναγνωρισμένου Γάλλου Νταβίντ Ντεμπριναί.

Η τρίπρακτη όπερα Γενούφα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η τσέχικη απάντηση στο ιταλικό κίνημα του βερισμού. Βασισμένη στο λογοτεχνικό έργο της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα «Η ψυχοκόρη της»,(1890) η «Γενούφα» συνομιλεί με τη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς μιλάει για τη βρεφοκτονία που έρχεται ως συνέπεια στις σκληρές συνθήκες των μικρών κλειστών κοινωνιών της υπαίθρου.

Σύμφωνα με την υπόθεση, η όμορφη Γενούφα περιμένει παιδί από τον μυλωνά Στέβα και αποθαρρύνει τον νεότερο ετεροθαλή αδερφό του Λάτσα, ο οποίος είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτός, για να την εκδικηθεί, της χαράζει το πρόσωπο με ένα μαχαίρι. Καθώς είναι πλέον στερημένη από την ομορφιά της, ο Στέβα δεν την επιθυμεί και αρραβωνιάζεται την κόρη του δημάρχου. Τότε, η μητριά της Γενούφας, η αυστηρών αρχών Νεωκόρισσα του χωριού, στρέφεται στον ακόμα ερωτευμένο Λάτσα. Όταν εκείνος αρνείται να νομιμοποιήσει το παιδί του αδερφού του, η Νεωκόρισσα θανατώνει το νεογέννητο, λέγοντας ψέματα στη Γενούφα ότι το παιδί πέθανε στη γέννα. Λίγους μήνες αργότερα, την ημέρα των γάμων του Λάτσα με τη Γενούφα, το νεκρό σώμα του παιδιού ανακαλύπτεται. Η Νεωκόρισσα ομολογεί το έγκλημά της και καταδικάζεται απ' όλους εκτός από τη Γενούφα, που τη συγχωρεί.

Στη διανομή της Γενούφας συναντούμε διακεκριμένους Έλληνες και ξένους πρωταγωνιστές. Στον ρόλο του τίτλου, η ανερχόμενη υψίφωνος Σάρα-Τζέιν Μπράντον, «μια από τις ντίβες του αύριο», όπως τη χαρακτήρισε ο Independent. Λίγο πριν από τις παραστάσεις της Αθήνας, η Μπράντον έκανε το ντεμπούτο της στο ρόλο της Γενούφας στην Όπερα της Ντιζόν στη Γαλλία, λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές από Γαλλικά ΜΜΕ. Στη δεύτερη διανομή, θα δούμε τη διακεκριμένη υψίφωνο Μαρία Μητσοπούλου, η οποία ντεμπουτάρει στον ρόλο της Γενούφας έχοντας καταγράψει μια σπουδαία καριέρα ερμηνεύοντας δεκάδες πρωταγωνιστικούς ρόλους στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

Τον ρόλο της Νεωκόρισσας, θα ερμηνεύσει η σπουδαία Γερμανίδα Ζαμπίνε Χογκρέφε, η υψίφωνος που αποθεώθηκε από κοινό και κριτική στην περσινή εναρκτήρια παραγωγή της ΕΛΣ, την «Ηλέκτρα» του Στράους. Στη δεύτερη διανομή, τον ρόλο της Νεωκόρισσας, ερμηνεύει η Τζούλια Σουγλάκου, η οποία μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε ως Φόνισσα, αλλά και ως Λαίδη Μάκβεθ, τώρα αναμετράται με έναν εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο και από φωνητικής, αλλά και από σκηνικής άποψης. Τον ρόλο του Λάτσα ερμηνεύει ο Ολλανδός Φρανκ βαν 'Ακεν, ο οποίος συγκαταλέγεται στους δημοφιλέστερους τενόρους της γενιάς του, ενώ ο πρωταγωνιστής της ΕΛΣ, Δημήτρης Πακσόγλου ερμηνεύει τον Στέβα.

Μαζί τους νεότεροι και διακεκριμένοι μονωδοί, όπως οι: Ινές Ζήκου, Γιάννης Γιαννίσης, Δημήτρης Κασιούμης, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, 'Αρτεμις Μπόγρη, Μπαρούνκα Πράιζινγκερ, Βαρβάρα Μπιζά, Μιράντα Μακρυνιώτη και Αναστασία Κότσαλη. Συμμετέχει η Χορωδία της ΕΛΣ υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Τιμές εισιτηρίων: από 10 έως 70 ευρώ.