Εγκαινιάστηκε νωρίτερα σήμερα το Ελληνικό Περίπτερο της 58ης Μπιενάλε Βενετίας, της πιο ονομαστής παγκόσμιας έκθεσης για τις εικαστικές δημιουργίες.

Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν παρουσία της υπουργού Πολιτισμού Μυρσίνης Ζορμπά, η οποία εξέφρασε την υποστήριξη της στους Έλληνες καλλιτέχνες αλλά και τον θαυμασμό της στη δύναμη της τέχνης «που συνήθως αναρωτιέται και αμφιβάλλει και είναι αυτή που μας αποκαλύπτει περισσότερα για τις κρυφές όψεις της πραγματικότητας, τις πιο ενδιαφέρουσες».

«Η παρουσία τριών καλλιτεχνών στο εθνικό περίπτερο και με αυτά τα διαφορετικά μεταξύ τους μηνύματα αποτελεί πρόκληση» δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Ζορμπά. «Έχουμε την αναβίωση του παρελθόντος, με το έργο του Ζάφου Ξαγοράρη, τη γυναικεία ματιά με την Εύα Στεφανή, το οποίο είναι ένα βλέμμα καθορισμένο από το φύλο, που πάει να μας δείξει μία νέα, διαφορετική ισορροπία, κι έχουμε τον Πάνο Χαραλάμπους σε μία περφόρμανς κι ένα έργο ανοικτό σε πολλαπλές ερμηνείες, καθώς ο ίδιος συμμετέχει κι έχει απέναντί του έναν αετό και μας καλεί να σκεφτούμε να έχουμε απέναντί μας είτε ένα παρελθόν κλειστό κι εθνικιστικό, ή ένα μέλλον που αφήνει πίσω όλο αυτό και κοιτάζει προς το μέλλον».

Οι τρεις καλλιτέχνες που εκπροσωπούν την εληνική σκηνή της τέχνης- ο Πάνος Χαραλάμπους, ο Ζάφος Ξαγοράρης και η Εύα Στεφανή- υπό την επιμέλεια της Κατερίνας Τσέλου, έχουν προσπαθήσει ο καθένας από τη δική του οπτική γωνιά να προσεγγίσουν κάποια καίρια ζητήματα στις επαφές της τέχνης με την καθημερινή ζωή, την ιστορία, την πολιτιστική παράδοση και τα ανεξάντλητα διχαστικά ερωτήματα για τον προορισμό της τέχνης.

Το ερώτημα που από κοινού θέτουν με το έργο τους στη Μπιενάλε της Βενετίας οι τρεις καλλιτέχνες, διερευνά το κατά πόσο η τέχνη πρέπει να μείνει σε μία σφαίρα αφαιρετική, «αυστηρά πνευματική» και τελικά ιδεολογικά προσδιορισμένη, ή να αποτελέσει ένα εργαλείο για την ανάγνωση των βιωμάτων, των στερεότυπων, των υπαρξιακών επιδιώξεων και των γενικότερων νοητικών εικόνων που διαμορφώνει η επαφή της πραγματικότητας με τον βαθύτερο κόσμο των σκέψεων, της φαντασίας, του οραματισμού και ιδίως της κριτικής ικανότητας στον κοινωνικό περίγυρο και το περιβάλλον.

Με γνώμονα λοιπόν την κριτική στάση απέναντι στις αισθητικές και συγχρόνως βαθιά κοινωνικές μορφές που καλείται να υποστηρίξει η τέχνη, οι τρεις καλλιτέχνες προτείνουν ως τίτλο ένα φανταστικό πρόσωπο, τον Mr Stigl, που ως προϊόν μίας ιστορικής παρανόησης έχει τη δυνατότητα—όπως και η τέχνη με την αφαιρετική της δύναμη —να ισορροπεί ανάμεσα στο νοητό και το φανταστικό, στο παρόν αλλά και στο άχρονο, το ιστορικό συμβάν και την κατασκευασμένη κατάσταση/υπόσταση.

Η παρέμβαση του Ζ. Ξαγοράρη

Η συγκλονιστική παρέμβαση του Ξαγοράρη αποτελεί ένα δηκτικό σχόλιο για το περιεχόμενο της επίσημης ιστορίας, τόσο της τέχνης όσο και της εθνικής μας, συνδυάζοντας τη με τη συμμετοχή της χώρας στις Μπιενάλε.

Η μετατροπή της πύλης του ελληνικού περιπτέρου σε πύλη της Μακρονήσου, υπενθυμίζει την χειραγωγητική σχέση που μπορεί να έχει η τέχνη, όταν ιδεολογικά διαστρεβλώνεται. Η υπενθύμιση του γεγονότος ότι, μεσούντος του εμφυλίου, το 1948, το ελληνικό περίπτερο παραχωρήθηκε επισήμως στη διάσημη Αμερικανίδα συλλέκτρια Πέγκυ Γκούγκενχάιμ για να παρουσιάσει τη συλλογή της, αποτελεί καίριο σχόλιο πάνω στην κυριαρχία και την επιβολή: στην πολιτική κυριαρχία πάνω στους κρατούμενους της Μακρονήσου και στην πολιτιστική κυριαρχία που μεγάλοι συλλέκτες επέβαλαν (στις επόμενες δεκαετίας ακόμη περισσότερο) στην τέχνη και στη συλλογική αισθητική, επιτάσσοντας τον κανόνα του δημιουργείν και, χειραγωγώντας την αγορά της τέχνης.

Το γεγονός ότι η Γκούγκενχαϊμ ήταν Αμερικανίδα, την ώρα που οι ΗΠΑ εγκαθίδρυαν την πολιτική τους επιρροή στην εμφυλιακή Ελλάδα, είναι επίσης ενδεικτικό της σχέσης ιστορίας-τέχνης-ιδεολογίας. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ανάπλαση των έργων που αναγκάζονταν να κατασκευάζουν οι κρατούμενοι στον «Νέο Παρθενώνα» της Μακρονήσου. Στη Μπιενάλε της Βενετίας παρουσιάζεται ακριβώς η μακέτα ενός κατά παραγγελία Παρθενώνα.

Οι μικρές ιστορίες της Ε. Στεφανή

Οι μικρές ιστορίες στα βίντεο της Στεφανή καταγράφουν σαν ημερολόγιο ταξιδιού ή σαν επιφυλλίδα μικρές καθημερινές ιστορίες συχνά ασήμαντες ενδεικτικές όμως, για την κοινωνική πραγματικότητα. Επειδή συχνά είναι το αδιόρατο με την πρώτη ματιά στοιχείο, η εξαίρεση είναι εκείνη που καθορίζει στις υπώρειες της κοινωνίας ποιο είναι το στοιχείο της βάσης της. Όχι η κυρίαρχη, γενικευμένη μορφή αλλά η βαθμίδα εκείνη που καθορίζει τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ εποικοδομήματος και βάσης και τη διάδρασή της. Η εικόνα των ανδρικών σχέσεων που ξεπηδούν μέσα από το βίντεο «Μόνο Άνδρες», η επιβλητική μορφή της καθιστής πόρνης στο «Παράθυρο» (μία παρηκμασμένη χοπεριανή εικόνα) και η λαϊκή συνέλευση του «Στόματος» συνθέτουν ένα κοινωνικό σώμα που η επίσημη εικονική ιστοριογραφία του στερεότυπου αφήνει αχαρτογράφητο.

Η εγκατάσταση του Π. Χαραλάμπους

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η εγκατάσταση του Πάνου Χαραλάμπους. Μία πίστα από ποτήρια βεντούζας, παλιοί δίσκοι και ένας αητός αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο του θέματος «Ένας Αητός Καθότανε»,το οποίο κορυφώνεται με την περφόρμανς του ίδιου του καλλιτέχνη να χορεύει πάνω στα ποτήρια. Το ίδιο το κοινό άλλωστε, καλείται να συμμετάσχει περπατώντας πάνω στα ποτήρια, παράγοντας τους δικούς του ήχους. Είναι το σχόλιο του Χαραλάμπους πάνω στα κυρίαρχα πρότυπα, που συχνά επικαλύπτουν εμπορικά την πραγματική διάσταση της κοινωνικής χειρονομίας, τον ατόφιο διονυσιασμό του χορού, τη φυσική αντίδραση του σώματος, την αμόλυντη ιδιοσυγκρασία της αυθορμησίας του κοινωνικού ανθρώπου, που μετατρέπεται βαθμηδόν μέσα από την κοινωνία του θεάματος και του χρήματος σε έναν καταναλωτή βιωμάτων κι όχι έναν παραγωγό τους, όπως στις παλιότερες κοινωνίες.

Όπως ο τόνισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Πάνος Χαραλάμπους κοινός άξονας και των τριών καλλιτεχνών είναι «ο ανόργανος και ο οργανικός τρόπος έκφρασης ενός λαού, που συνήθως επικαλύπτεται από τα κυρίαρχα πρότυπα, αισθητικά και κοινωνικά, με αποτέλεσμα να αφαιρείται η πρωτογενής δυνατότητα έκφρασής του. Σε μία ιστορία που καταγίνεται ιδίως με το εθνικό αφήγημα των ανδραγαθημάτων και του κλέους, καταπνίγεται η καθημερινή χειρονομία του, η βρισιά, ο χορός ως έκφραση καθαυτή, η παραμικρή αφηγηματικότητα. Επιπλέον, αυτό που απασχολεί και τους τρεις μας είναι η έννοια της εμφάνειας της παραστατικότητας της δημόσιας ζωής, διότι χωρίς αυτήν την παρουσία της δημόσιας ζωής και της αναπαράστασής της, όπως έλεγε και η Χάνα Άρεντ, δεν υπάρχει πολιτική έκφραση. Τούτο γίνεται ιδιαίτερα ορατό στην επιβολή και την έκφραση μίας μοντερνικότητας, μέσω της Γκούγκενχαϊμ, σε ένα περίπτερο μίας καθημαγμένης από τον Εμφύλιο Ελλάδας, η οποία δεν είναι ορατή μέσα σε τούτη την αναπαράσταση».

Αναπόφευκτο το ερώτημα που προκύπτει μέσα από την ελληνική συμμετοχή στην Μπιενάλε: μετά από μία περίοδο οξείας οικονομικής κρίσης, από την οποία ο πολιτισμός ήταν από τους τομείς που επλήγησαν περισσότερο, ποιες είναι οι προοπτικές της ανάπτυξης των εικαστικών στη χώρα μας; Η υπουργός Πολιτισμού Μ. Ζορμπά δήλωσε σχετικά στο ΑΠΕ/ΜΠΕ: «Έχουμε μία προσδοκία η οποία θα πρέπει να θεμελιωθεί, πρέπει να οικοδομήσουμε τις σχέσεις, έχουμε καταλάβει εξαιτίας της κρίσης ότι θα πρέπει να σχεδιάζουμε, να υλοποιούμε, να είμαστε συστηματικοί και συνεπείς, επομένως στο σημείο αυτό βρισκόμαστε. Θα πρέπει να συμμετέχει και η ελληνική περιφέρεια, δεν μπορούμε να έχουμε ολόκληρα σημεία της χώρας απαθή και να είμαστε υδροκεφαλικοί και αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να αντλήσουμε δυνάμεις από νέα κύτταρα πολιτισμού, τα οποία θα μπορεί να είναι και άτυπα, ομάδες, ή άτομα τα οποία δεν βρίσκονται στο προσκήνιο του πεδίου. Επομένως, εκείνο που μας χρειάζεται είναι μία συμπεριληπτική πολιτική».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις