Δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να διαβάζουμε σύγχρονους Τσέχους συγγραφείς στα ελληνικά και το μυθιστόρημα της Κατερζίνα Τούτσκοβα (Kateřina Tučková) «Οι θεές της Ζίτκοβα», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε υποδειγματική μετάφραση του Κώστα Τσίβου, μας φέρνει σε επαφή με μια ιδιαιτέρως πρωτότυπη λογοτεχνική παραγωγή.

Η συγγραφέας είναι νέα και πολλά υποσχόμενη. Γεννήθηκε στο Μπρνο το 1980, σπούδασε Τσέχικη Φιλολογία και Ιστορία της Τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Μάσαρυκ και το 2006 έκανε την πρώτη της λογοτεχνική εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Montespaniada». Οι αρετές της αναγνωρίστηκαν γρήγορα και της χάρισαν την υποψηφιότητα για σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία της Τσεχίας.

«Οι θεές της Ζίτκοβα» κυκλοφόρησαν στα τσέχικα το 2012 και απέσπασαν όχι τυχαία τη διεθνή προσοχή, όντας ένα μυθιστόρημα που ενώ μιλάει για τη σύγχρονη πραγματικότητα της χώρας της Τούτσκοβα, επιχειρεί ταυτοχρόνως μιαν αναδρομή στην ιστορική της πορεία: από την προεδρευόμενη κοινοβουλευτική Δημοκρατία της Τσεχίας προς τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας και από εκεί μέχρι το ναζιστικό Προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας. Η Μοραβία είναι το σκηνικό όπου αναπτύσσεται η δράση του μυθιστορήματος με επίκεντρο μια συστάδα χωριών στις πλαγιές των Λευκών Καρπαθίων, που ονομάζεται Κοπανίτσα. Τίποτε δεν μοιάζει εύκολο στην Κοπανίτσα την εποχή του κρατικού σοσιαλισμού: η φτώχεια αποτελεί απαράβατο κανόνα και οι άνθρωποι είναι έρμαια της αγραμματοσύνης και των προκαταλήψεών τους.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα θα συναντήσουμε την Τερέζιε Σουρμένοβα ή Σούρμενα, που εντάσσεται σε μια πανάρχαια γυναικεία παράδοση του τόπου της, έχοντας τη φυσική ικανότητα ή το υπερφυσικό προνόμιο να θεραπεύει δύσκολες αρρώστιες και να προβλέπει τα χνάρια τα οποία θα αφήσει το μέλλον. Οι ντόπιοι, αλλά και όσοι επισκέπτονται την περιοχή, αποκαλούν γυναίκες σαν τη Σούρμενα «θεές» και «θεά» είναι και η κεντρική ηρωίδα, η Ντόρα, που επιδιώκει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν οι κομμουνιστές έχουν εγκαταλείψει τον θώκο της εξουσίας, να ανακαλύψει για ποιον λόγο έπεσε η θεία της στη δυσμένεια σοσιαλιστικών αρχών, που κατάφεραν να την κλείσουν στο ψυχιατρείο και στο τέλος να την εξοντώσουν.

Η Ντόρα είναι «θεά», κληρονόμος της παράδοσης της Σούρμενα, χωρίς να το ξέρει, καθώς δεν θέλει να παραδεχθεί τίποτε πέραν της κοινής λογικής. Όλα όσα έκανε η θεία της ανήκουν σε έναν καθυστερημένο, σχεδόν προϊστορικό κόσμο, γιατί, όμως, εφόσον είναι έτσι, η θεία της έγινε εχθρός του καθεστώτος; Ερευνώντας εξαντλητικά τα κρατικά αρχεία της Τσεχοσλοβακίας και συνδυάζοντας τα ευρήματά της με την αναδίφηση μιας σειράς λαογραφικών πηγών, που λένε πολλά για τον τοπικό πολιτισμό της Κοπανίτσα, η Τούτσκοβα οδηγεί τη Ντόρα, μέσα από μια συναρπαστική διαδρομή διαδοχικών αποκαλύψεων, στα άδυτα του παρελθόντος. Και το παρελθόν έχει για τις «θεές» πολλαπλές όψεις: όχι μόνο τα χρόνια της αυταρχικής σοσιαλιστικής γραφειοκρατίας, που θεωρεί ότι οι γυναίκες των Λευκών Καρπαθίων εκμεταλλεύονται ψυχολογικά και οικονομικά την αφέλεια των αδαών, αλλά και τη ναζιστική περίοδο, που βρήκε στις ίδιες το γερμανικό της αρχέτυπο, μιαν επιβίωση της αρείας φυλής.

Όπως προκύπτει από την ενδελεχή έρευνα της πρωταγωνίστριας, για την εξόντωση της Σούρμενα δεν ευθύνονται εντέλει ούτε το σοσιαλιστικό καθεστώς ούτε οι ναζιστικές φαντασιώσεις περί Αρείων, που θα μείνουν έτσι κι αλλιώς στα μισά του δρόμου, αλλά ένας κυνικός, άτεγκτος και αδίστακτος κρατικός πληροφοριοδότης, ο οποίος θα περάσει πολύ εύκολα από τους Ναζί στις κρατικές υπηρεσίες της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, κάνοντας τη μοναδική δουλειά που ξέρει να κάνει: τη δουλειά του σπιούνου. Η Τούτσκοβα προβάλλει έτσι μια βαθύτερη παθολογία της τσέχικης (και όχι μόνον) κοινωνίας – τη διάθεση να συνεργαστεί κανείς με όποιον του προσφέρει χρήμα και εξουσία. «Οι θεές της Ζίτκοβα» σηματοδοτούν, εντούτοις, και κάτι άλλο: την καταβύθιση στο προσωπικό και το οικογενειακό παρελθόν και τον αγώνα για την κατάκτηση της αυτογνωσίας, ακόμα κι αν η αυτογνωσία ταυτίζεται με ένα ερώτημα που μοιάζει με δίλημμα – ήταν εν κατακλείδι οι «θεές» της Κοπανίτσα μάγισσες ή απατεώνισσες; Κι αν ήταν και τα δύο; Η λογοτεχνία δεν γράφεται για να δώσει λύσεις και απαντήσεις, αλλά για να επιτρέψει στη φαντασία μας να χαράξει τους δικούς της δρόμους. Και αυτό ακριβώς πετυχαίνει, με πολύ μεγάλη ευστροφία, η Τούτσκοβα.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις