Μία ιδιαίτερη έκθεση στην πινακοθήκη Μπάρμπικαν του Λονδίνου εξερευνά τη συμβολή στην καλλιτεχνική δημιουργία και τα μεγάλα πρωτοποριακά ρεύματα, που είχαν τα διάφορα καμπαρέ και κλαμπ. Η έκθεση «Μέσα στη Νύκτα: Καμπαρέ και κλαμπ στη Μοντέρνα Τέχνη» (Into the Night: Cabarets and Clubs in Modern Art), που θα διαρκέσει έως τις 19 Ιανουαρίου 2020, καταδεικνύει πως από το 1880 έως τη δεκαετία του ’60, οι καλλιτεχνικές κοινότητες ευδοκίμησαν χάρη στις συναντήσεις και τις κάρπιμες ανταλλαγές ιδεών σε αυτού του είδους τους χώρους και πόσο η αίγλη ορισμένων τέτοιων εμβληματικών καμπαρέ συνεχίζεται αξεθώριαστη έως τις μέρες μας.

Ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μία πλειάδα από θέατρα, «κόνσερτ-χολ», καμπαρέ, καφενεία και κλαμπ ξεπήδησαν σε μεγαλουπόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, διαδίδοντας ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα και μεταφέροντας στον δημόσιο χώρο τις απόψεις για την τέχνη των καιρών εκείνων. Η άνθηση της βιομηχανίας και του νέου τρόπου κατανάλωσης και διαβίωσης χάρισε περισσότερο χρόνο για σχόλη και διασκέδαση στις ανώτερες τάξεις. Ο νέος τρόπος ζωής είχε άμεση επίπτωση, τόσο στην φόρμα και την έμπνευση, όσο και στον τρόπο ζωής των καλλιτεχνών, αλλά και στη διάδοση του έργου τους.

Μάλιστα τα ίδια τα καμπαρέ, όσο περισσότερο δημοφιλή γίνονταν, αποτελούσαν και διαφήμιση για το ίδιο το έργο των καλλιτεχνών που σύχναζαν σε αυτά. Ο Τεοφίλ-Αλεξάντρ Στενλέν είχε φιλοτεχνήσει μάλιστα την αφίσα του ονομαστού κλαμπ της Μονμάρτρης «Η Μαύρη Γάτα» (Le Chat Noir), ενώ διάσημη είναι πλέον και η αντίστοιχη αφίσα του Μουλέν Ρουζ που φέρει την υπογραφή του Ανρί Τουλούζ-Λοτρέκ. Ο τελευταίος δε, είναι ο «ηθικός αυτουργός» του μύθου που πλέχθηκε γύρω από το θρυλικό καμπαρέ, χάρη στις απειράριθμες αναπαραστάσεις των σόου και των χορευτριών του παρισινού αυτού ναού του θεάματος. Η άνθηση εξάλλου των τεχνικών αναπαραγωγής, λιθογραφίες κλπ και κυκλοφορίας πολλαπλών αντιτύπων, βοήθησαν στην διαφήμιση, όχι μόνον των χώρων διασκέδασης, αλλά και της παραγωγής των καλλιτεχνών που εξακτινωνόταν και στη δημόσια σφαίρα.

Η αποτύπωση της ατμόσφαιρας ενός τέτοιου θεάματος αποτελούσε επίσης κεντρικό κι αγαπημένο θέμα των Φουτουριστών, που πάντοτε αναζητούσαν την έκφραση ενός Gesamtkunstwerk (ενός ολικού έργου τέχνης): όπως οι τοιχογραφίες του Bal Tic Tac του Τζάκομο Μπάλα. Ή το τρίπτυχο του Φορτουνάτο Ντεπέρο, που απαθανάτισε το Cabaret del Diavolo, εμπνεόμενος από τον Δάντη, τόσο στην αισθητική, όσο και στη διάταξη των εικόνων σε τρεις ανάλογους κύκλους: «Παράδεισος», «Καθαρτήριο» και «Κόλαση».

Την ίδια στιγμή στη Βιέννη, η καλλιτεχνική κοοπερατίβα Wiener Werkstätte, σχεδίασε το καμπαρέ Fledermaus, από τα έπιπλα, έως τις κουρτίνες και τη σκηνή του. Η συμβολή του Τέο φον Ντόεζμπουργκ στο Café L’Aubette του Στρασβούργου έγινε συνώνυμη με τον μινιμαλισμό στο ντιζάιν.

Η συναναστροφή των καλλιτεχνών στα καμπαρέ προήγαγε επίσης και τα ρεύματα των ιδεών και την παραγωγή των έργων τέχνης.

Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Καμπαρέ Βολταίρ της Ζυρίχης αναδείχθηκε σε γενέθλια μήτρα του Νταντά. Οι ζοφεροί καιροί των συγκρούσεων και του ολέθρου ώθησαν πολλούς καλλιτέχνες να βρουν εκεί καταφύγιο και να προσφέρουν εξιλέωση στην συλλογική σύγχυση και τον τρόμο που γεννούσε ο θάνατος, μέσα από την επίθεση, καταδίκη, παρωδία και απόρριψη του κρατούντος κοινωνικο-πολιτικού συστήματος και των αξιών του (περιλαμβανομένης και της τέχνης) που οδήγησαν την ανθρωπότητα στον αφανισμό.

Την ίδια στιγμή, ο Φουτουρισμός έβρισκε στέγη στο Bal Tic Tac,ο Εξπρεσιονισμός στο Cabaret Fledermaus,το κίνημα του De Stijl στο Café L’Aubette, ενώ ο Μετα-Ιμπρεσιονισμός ανακάλυπτε θαλπωρή στα διάσημα Folies Bergère του Παρισιού.

Όμως, όπως αποκαλύπτεται στην έκθεση, δεν ήταν μόνο η Δυτική Ευρώπη ο αποκλειστικός τόπος που η άνθηση των καμπαρέ και των μπαρ ευεργέτησε τα καλλιτεχνικά κινήματα. Στη Νιγηρία της δεκαετίας του ’60, το Mbari Artists and Writers Club, αποτέλεσε το λίκνο ενός κινήματος δημιουργίας και κριτικής, που άλλαξε την εικόνα της χώρας στον παγκόσμιο χάρτη, αναδεικνύοντάς τη σε ένα πολιτιστικό κέντρο κι όχι απλώς σε έναν τουριστικό προορισμό.

Στην Τεχεράνη, το 1966 το «Ραστ 29» υπήρξε η εστία γύρω από την οποία δημιουργήθηκε μία καλλιτεχνική σκηνή, και αγορά, εκεί όπου πριν δεν υπήρχε τίποτε, προσφέροντας έναν εκθεσιακό χώρο και μία σκηνή δημοπρασιών για τους καλλιτέχνες της χώρας. Μάλιστα, η επιτυχία του ήταν τέτοια, που η ίδια η σύζυγος του Σάχη Φάραχ Παχλεβί παρακολουθούσε τις δημοπρασίες έργων, που περιελάμβαναν δημιουργίες διάσημων Ιρανών καλλιτεχνών, όπως οι Χοσέιν Ζεντερουντί και Φραμάρζ Πιλαράμ.

Οι καλλιτέχνες του νέου τρόπου ζωής, που υπαγόρευαν οι φρενήρεις ρυθμοί της βιομηχανικής επανάστασης, δεν είχαν ανάγκη μόνον να επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα να οξύνουν τις αισθήσεις τους και να τονώνουν τους ρυθμούς της αντίληψής τους. Όπως οι ρεκλάμες και οι μεγάλες εμπορικές αρτηρίες στις μεγαλουπόλεις, που αποτελούσαν ένα «σχολείο για τις αισθήσεις» και την αισθητική διαπαιδαγώγηση του νέου ανθρώπου, όπως κήρυττε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν σε έργα του όπως τα PassagenWerken και το Παρίσι του Μποντλαίρ, οι καλλιτέχνες ανακάλυπταν αυτούς τους νέους τόπους για να εκδιπλώσουν την περίσσια ενέργειά τους.

Αντιλαμβάνονταν πως η τέχνη δεν περιορίζεται μόνο μέσα στο εργαστήριό τους, αλλά εκφράζεται και σαν περφόρμανς μέσα στον δημόσιο χώρο, καλλιεργείται όχι μόνον μέσα από την εσωτερική ενατένιση, αλλά κι από την έκλυση της «ζωτικής ενέργειας κι ορμής» τους (τη μπερξονική élan vitale, που η διατύπωσή της συνέπιπτε ακριβώς με τη γέννηση των νέων ηθών και των πρώτων καμπαρέ). Η καινοτομία που εισήγαγαν οι χώροι διασκέδασης και τα ελευθεριάζοντα ήθη που έβρισκαν εκεί καταφύγιο ταίριαζε απόλυτα στην «αναρχική» και συχνά αποσυνάγωγη έκφραση και τον χαρακτήρα των καλλιτεχνών.

Σήμερα, όλοι θεωρούμε δεδομένους αυτούς τους χώρους, ή με ρομαντική διάθεση προσεγγίζουμε τους ιστορικούς αυτούς τόπους και τους θεωρούμε ως μνημεία. Τότε όμως, τα καμπαρέ αποτελούσαν έναν καινούργιο κόσμο, ακόμη υπό διαμόρφωση, μία νέα αισθητική εμπειρία, με ρέουσες και συναρπαστικές εικόνες, που έπρεπε να αποτυπωθούν μέσα στην ταχύτητά τους αυτή. Οι χώροι αυτοί ως ένα «θέατρο του κόσμου» (teatrum mundi) προσέφεραν τη νέα οπτική και κοσμοθεωρία, που βρέθηκε στον πυρήνα των ρευμάτων της μοντέρνας τέχνης και μέχρι σήμερα αναγνωρίζονται ως σήμα κατατεθέν τους.

Πηγή: Αrtsy Magazine, Gutenberg.org, guggenheim.org,