Μια τραγική κωμωδία με ανατρεπτικό χιούμορ και ένα θίασο από παράξενα πλάσματα.

Δύο χρόνια μετά την τελευταία παραγωγή του στην Αθήνα, ο πολυτάλαντος δημιουργός επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από μεγάλη περιοδεία ανά τον κόσμο και διεθνή αναγνώριση. «To "ELENIT" είναι ένα θέαμα που δεν μπορεί να το κατατάξει κάποιος εύκολα στην κατηγορία του θεάτρου ή του χορού ή της περφόρμανς» αναφέρει στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Ευριπίδης Λασκαρίδης. «Ανήκει στην ίδια σειρά έργων με τα δύο προηγούμενά μου, το «Relic» (2015) και τους «Τιτάνες» (2017), όπου όλα ξεπηδούν από μία περσόνα, από ένα πλάσμα το οποίο κάπως το φαντάζομαι και από εκείνη τη στιγμή με στοιχειώνει και επιθυμεί να το φέρω στη ζωή».

Όπως εξηγεί, το «ELENIT» έχει μέσα του το θέατρο, το χορό, την εικαστική περφόρμανς, τα στοιχεία του τσίρκου, του μπουρλέσκ, εμπνέεται από την όπερα και το μιούζικαλ. «Είναι δηλαδή ένα θέαμα με πολλά ποδάρια και αυτό το καθιστά εξ ορισμού πολύ δύσκολο να το περιγράψεις. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές στα ταξίδια μας, όταν έρχονται καλλιτεχνικοί διευθυντές στο εξωτερικό και παρακολουθούν τη δουλειά μου, το πρώτο πράγμα που έρχονται να μου πουν είναι ότι αυτό δεν κατατάσσεται σ' ένα είδος, είναι μία κατηγορία από μόνο του. Προσωπικά, προτιμώ να παραμείνω ακατηγοριοποίητος, αισθάνομαι πάρα πολύ άνετα με αυτό, γιατί αγαπώ τα ανοιχτά νοήματα. Για εμένα είναι μεγάλη χαρά να μην "κλείνει" στις δουλειές μου το νόημα».

Ο ίδιος αντλεί έμπνευση για τις παραστάσεις του από την προσωπική του μυθολογία. «Κάτι που δεν αφορά μόνο φυσικά το παρελθόν μου, αφορά και τις εμμονές μου, τις σκέψεις μου, τις ανησυχίες μου». Κάπως έτσι προέκυψε και ο τίτλος του «ELENIT» . «Πρόκειται για έναν τίτλο-παρεξήγηση. Σκεπτόμενος αυτή την περσόνα που πρωταγωνιστεί στην παράσταση και τα υλικά του σύμπαντος που την περιβάλλουν, θυμήθηκα αυτή την κυματοειδή λαμαρίνα που έβλεπα μπροστά μου από πολύ μικρός στις οικοδομές που πήγαινα με τον πατέρα μου που είναι αρχιτέκτονας. Μου είχε τραβήξει την προσοχή αυτό το υλικό διότι το έβλεπα και στη Λήμνο, στο νησί απ' όπου κατάγομαι, τα καλοκαίρια στα παραπήγματα, στις μάντρες για τα ζώα και μου έκανε φοβερή εντύπωση. Είχα ρωτήσει τότε τον πατέρα μου πως ονομάζεται και μου είχε πει ότι το υλικό αυτό είναι ελενίτ. Πρόσφατα, όταν πια του είπα ότι θα φτιάξω μια παράσταση που θα έχει αυτό το υλικό μέσα, συνειδητοποίησα ότι κάθε άλλο παρά σωστά είχα καταλάβει. Μου είπε ότι το ελενίτ είναι ένα υλικό το οποίο δεν χρησιμοποιείται, δεν είναι η κυματοειδής λαμαρίνα την οποία εγώ νόμιζα τότε . Αυτή η παρεξήγηση που κουβαλούσα για το υλικό τόσα χρόνια, ταιριάζει τελικά στο έργο, που προτείνει κάτι και μετά το ανατρέπει».

Όπως και τα προηγούμενα έργα του Λασκαρίδη, το «ELENIT» είναι μια ανασκαφή. Ο κεντρικός ήρωας κινείται σε έναν κόσμο γεμάτο φώτα και ήχους εκφραστικούς, με ένα πλήθος από αντικείμενα και σύμβολα, που τα ξαναφέρνει στο φως και τα ερμηνεύει από την αρχή. Γύρω όμως από αυτόν τον κεντρικό χαρακτήρα, υπάρχει για πρώτη φορά ένας θίασος από ετερόκλητα πλάσματα, σε έναν κόσμο πρωτόγνωρα πλούσιο, εμπνευσμένο από την ιστορία του υπερθεάματος.

Εικόνες φτιαγμένες να μαγέψουν, με οδηγό τις αντανακλάσεις των κοστουμιών του 'Αγγελου Μέντη, και μουσική που αιχμαλωτίζει από τον Γιώργο Πούλιο, δημιουργούν ένα αλλόκοτο σύμπαν. Ο Λασκαρίδης έχει συνοδοιπόρους μια ομάδα σημαντικών ερμηνευτών/χορευτών (Μιχάλη Βαλάσογλου, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Μάνο Κότσαρη, Θάνο Λέκκα, Δημήτρη Ματσούκα, Ευθύμιο Μοσχόπουλο, Γιώργο Πούλιο, Φαίη Τζούμα).

Την περσόνα που κινεί το «ELENIT» δεν είναι εύκολο να την περιγράψεις, σύμφωνα με τον Ευριπίδη Λασκαρίδη. «Μεταλλάσσεται διαρκώς και μέχρι την τελευταία στιγμή ψάχνω και εγώ ο ίδιος να καταλάβω τι πρόσωπο κρύβεται πίσω από αυτή την ψυχοσύνθεση. Αυτό που την περασμένη εβδομάδα πίστευα ότι βρήκα, χθες ανατράπηκε. Είναι κάτι το οποίο πλάθεται καθημερινά και μπορώ να πω ότι θα συνεχίσει να πλάθεται και στην διάρκεια των παραστάσεων».

Την εμπνεύστηκε πριν μερικά χρόνια στην παράσταση μιας φίλης του. «Τότε ήταν μία πολύ αγχωτική περίοδος για μένα, είχαμε μόλις ανεβάσει τους "Τιτάνες" και κάπως μέσα μου είχα υποσχεθεί ότι δεν πρόκειται να ξαναπιάσω στα χέρια μου έργο για πολύ καιρό. Είχα πάει στην πρεμιέρα μιας φίλης και στην πρώτη σειρά που συνήθως κάθονται αυτές οι εξέχουσες προσωπικότητες, παρατήρησα μία κυρία καλοβαλμένη μιας μεγαλύτερης ηλικίας και κάπως έτσι μικρών διαστάσεων, πολύ νευρική και με πολύ ιδιαίτερο κούρεμα, η οποία παρακολουθούσε το έργο με μία ένταση σαν το έργο να ήταν αυτή. Και αυτό με τσίγκλησε εκείνη την ώρα. Μέσα μου χαμογέλασα σκεπτόμενος αυτή την προσωπικότητα. Και κάπως από τη δεξιά μεριά της ωμοπλάτης μου, άρχισε να σκαρφαλώνει αυτό το πλάσμα το οποίο ήρθε και πήρε μία μορφή. Μετά από 2-3 μήνες έκατσα και το σχεδίασα σε μια χαρτοπετσέτα. Είχε γύρω του ένα φωτεινό κύκλο, κρατούσε ένα μικρό οργανάκι και αισθανόμουνα ότι θέλει να πει ένα τραγούδι».

Όσο για το αν θα έχει και τραγούδια η παράσταση, ο ίδιος απαντά: «Σε αυτή την παράσταση ότι και να σας πω ότι θα δείτε ή θ' ακούσετε είναι παραπλάνηση. Μπορεί ν' ακούσετε κάτι που θα θυμίζει τι θα πει τραγούδι. Η επιθυμία μας εξαρχής ήταν η παράσταση να έχει αναφορές στο μιούζικαλ, στην όπερα, στην αρχαία τραγωδία, στα μεγάλα θεάματα , ακόμα και στην κουλτούρα των κλαμπ με το πολύ δυνατό μπιτ».