Του Γιώργου Κιούση

«Αρχιμηνιά Πρωτοχρονιά, πρώτη του Γεναρίου
που είναι του Χριστού γιορτή και του Άγιου Βασιλείου.
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι,
το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε:
– Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;
– Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω.
– Βασίλη ξέρεις γράμματα, πες μας την αλφαβήτα.
Και το ραβδί τ’ εβλάστησε και έβγαλε κλωνάρια
και πάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν».
Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα Ηπείρου

«Στέκεται εκεί και σήμερα. Με όλες του τις ακτίνες. Μικρός και αιφνίδια παγωμένος. Σε λίγο θα σβήσει ολότελα για να ξαναλάμψει το Μάρτη. Σίγουρα, εκεί στην εαρινή ισημερία θα έχει γεμίσει τον τόπο η γαζία ηλιάκια, ήλιους και ηλιάτορες. Τώρα σαν το πιο ωραίο χριστουγεννιάτικο λαμπιόνι που τελειώνουν οι μπαταρίες του ποζάρει ακόμη για λίγο. Κι ευωδιάζει. Και φιλοξενεί στο δέντρο που το γέννησε δυο φίλους προσφέροντας θέαμα και ήχο ανυπέρβλητο. Τον κοκκινολαίμη εκεί κοντά στις τέσσερις το απόγευμα, τώρα που γίνεται αυτή η κουβέντα, και τον κότσυφα που ανηφορίζει στις πέντε και τέταρτο μ’ εκείνο το τρυφερούλι τσ τσ τσκ και το κάθετο βελούδινο πέταγμά του για τον ύπνο του στα ψηλά κλαριά. Αν και για να κοιμηθούν διαλέγουν οι φίλοι μας το πεύκο που είναι αδελφωμένο με τη γαζία και μπλέκουν τα κλαριά και τα μυστικά τους». Καλωσορίζουμε Γενάρη και 2020 με τη ζωγράφο Φωτεινή Στεφανίδη.

– Κρύβει κι άλλους μικρούς ήλιους ο Γενάρης;

Κι αν κρύβει, λέει, οι άγγελοι μας δείχνουν τ’ αχνάρια τους: Χρυσοκόκκινους με τρεις ακτίνες από την αγγελικούλα. Κόκκινους, κίτρινους, πορτοκαλί με σκληρούτσικες ακτίνες απ’ τα κούμαρα. Λευκούς με κίτρινη ή κόκκινη καρδιά και έξι ακτίνες έξω κι άλλες έξι μέσα απ’ τους κρόκους του Γενάρη. Ολόλαμπρους και μεγάλους επάνω στη φορτωμένη πορτοκαλιά με τις ακτίνες στρογγυλεμένες. Και τ’ αποκορύφωμα, τα πουλιά, κινούμενες ηλιαχτίδες· ο κοκκινολαίμης με κατακόκκινες της δύσης, οι σουσουράδες με κίτρινες της χλομής ανατολής και οι αλκυόνες μετά το πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη με αστραφτερές μπλε και λάμψεις από μέταλλο της νύχτας.

– Οι αλκυονίδες μέρες;
Το ωραιότερο καλοκαίρι του χρόνου. Μαζί με τον ωραίο μύθο που αστράφτει επάνω του η Ελλάδα, μας χαρίζει ένα τρυφερό καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα που πολλές φορές ξεχνάει να φύγει και γλυκαίνει ο χειμώνας ώς να φανεί η άνοιξη.

– Οι γιορτές;
Αυτόν τον δικό μας Βασίλειο τον Μέγα από την Καισάρεια της Καππαδοκίας με τα βυζαντινά ρούχα και τη σκούρα γενειάδα γιορτάζουμε. Τον Ιεράρχη από την αρχοντική γενιά που πέταξε για ουρανό πριν κλείσει τα πενήντα, ανήμερα Πρωτοχρονιά. Εκείνου το ραβδί βλασταίνει και βγάζει κλωνάρια με πέρδικες. Και δώρα είναι τα λόγια του που άφησε γραμμένα και όχι οι κοκα-κόλες που φέρνει ο άλλος.Κι έρχονται, έρχονται τα Θεοφάνεια με τα νερά τ’ αγιασμένα και τα παιδιά κάτω στον κάμπο που πέφτουν στα ποτάμια για το Σταυρό, τ’ Αη Γιαννιού η γιορτή η μεγάλη, της Τατιανής, τ’ Αγιαντώνη, τ’ Άη Θανάση, κι έπειτα ο Γρηγόριο, οι Ιεράρχες…

– Σήμερα, στο έμπα της 3ης δεκαετίας του αιώνα τι να ελπίζουμε, τι να ευχηθούμε;
Περί ελπίδας, άγνωστο εντελώς. Κι όσο κι αν φαίνεται κοινότοπο, από εμάς εξαρτάται, από τι «κουβανούμε» μέσα μας. Τίποτε, Γιώργο μου, κι ας είναι πια παράλογο, κοιτάμε κατάματα τους μικρούς ήλιους, αυτούς που είναι στα μέτρα μας, μήπως μας λυπηθεί και ο μεγάλος ήλιος, μήπως βλαστήσει το κλωνί και γεμίσει ξανά πέρδικες. Αλλά τι λέω, τα δυο φιλαράκια επάνω στα κλωνιά της γαζίας δεν μας φτάνουν;

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις