Μπονγκ Τζουν Χο "Παράσιτα": Για τη ζωή, τις επιρροές, την κινηματογραφική του ματιά και φυσικά την οσκαρική πλέον ταινία του "Παράσιτα" (που έγραψε ιστορία, καθώς τιμήθηκε και με το Νόμπελ Ξενόγλωσσης Ταινίας και με το Νόμπελ Καλύτερης Ταινίας – ένα… σπανιότατο φαινόμενο) μιλά στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο Νοτιοκορεάτης, Μπονγκ Τζουν Χο.

Στην ερώτηση αν η ταινία του είναι ένα κοινωνικό σχόλιο, αναφέρει: "Δεν το βλέπω έτσι, όταν η οικογένεια Κιμ, εισβάλλει στο σπίτιδεν έχουν σκοπό να γίνουν πλούσιοι. Απλά είναι άνεργοι και το μόνο που θέλουν είναι να βρουν δουλειά. Είναι μάλιστα απόλυτα φυσιολογικοί και ικανοί άνθρωποι, όχι τίποτα χαμένοι. Τοθλιβερό της κατάστασής τους όμως είναι η ανεργία. Πρόκειται για μία κατάσταση που ισχύει πιστεύω όχι μόνο για τη Νότια Κορέα αλλά και σε χώρες παντού στον κόσμο, όπου ικανοί άνθρωπο παραμένουν άνεργοι".Και προσθέτει: "Όταν ο γιος στο τέλος λέει πως θα αγοράσει το σπίτι για τον πατέρα του, είναι θλιβερό γιατί μάλλον το ξέρει πως δεν μπορεί. Μάλιστα υπολόγισα πως ένας νέος άνθρωπος με μεσαίο μισθό θα χρειαζόταν 547 χρόνια για να αγοράσει ένα τέτοιο σπίτι. Εγώ αισθάνθηκα στενοχωρημένος και μπερδεμένος όταν έγραψα αυτόν τον διάλογο, που νομίζω ότι τελικά μιλάει για το χάσμα μεταξύ των φτωχών και των πλούσιων, την πόλωση που κυριαρχεί στην σημερινή κοινωνία".

Η χώρα πλουτίζει… οι άνθρωποι φτωχαίνουν

"H Νότια Κορέα είναι πλούσια χώρα τώρα, η ανάπτυξη είναι ακατάπαυστη. Αλλά όσο πιο πλούσια γίνεται μία χώρα τόσο μεγαλύτερο το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλούσιων. Δεν νομίζω ότι συμβαίνει αυτό μόνο στις ΗΠΑ και την Κορέα, άλλα και σε άλλες χώρες" υπογραμμίζει, δίνοντας το στίγμα της ταινίας. "Στην αρχή είχα μεγάλη αγωνία γιατί είχα πολλά χρόνια να δείξω ταινία στην γλώσσα μου και μάλιστα μία ταινία γεμάτη αναφορές στην κοινωνία της Νότιας Κορέας. Ήμουνπερίεργος λοιπόν και ανησυχούσα για το πως θα ανταποκρινόταν το δυτικό κοινό. Αλλά στις Κάννες και μετά στο Σίδνεϊ, τη Γερμανία το Τορόντο κ.α. – σε τόσο διαφορετικές χώρες – , η αντίδραση ήταν πανομοιότυπη. Οι καλύτερες αντιδράσεις είναι όταν το κοινό γελάει και κλαίει μαζί. Αναρωτήθηκα γιατί οι αντιδράσεις έμοιαζαν παντού καικατέληξα στο γεγονός ότι μία ιστορία για πλούσιους και φτωχούς είναι πανανθρώπινη. Γιατί ζούμε μέσα σε ένα γιγάντιο καπιταλιστικό έθνος. Ο καπιταλισμός περιβάλλει την καθημερινότητά μας".

Στην ερώτηση, πώς είχε την ιδέα για την ταινία, λέει: "Όταν ήμουν φοιτητής, δούλευα ως δάσκαλος σε μία πολύ πλούσια οικογένεια για το παιδί τους, που πήγαινε στο Δημοτικό Σχολείο. Μία ημέρα το αγόρι με πήγε στον δεύτερο όροφο στην πολυτελή σάουνά τους. Είχα την αίσθηση ότι κατασκόπευα την ιδιωτική ζωή αυτών των ξένων ανθρώπων και πως τρύπωνα σε αυτό το πλούσιο σπίτι. Άρχισα τότε να φαντάζομαι τί θα γινόταν αν άρχιζα να διεισδύω σε τέτοια σπίτια με τους φίλους μου".

Όσον αφορά το πώς αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης, απαντά πως ήταν ένα παιδικό όνειρο: "Θα πρέπει να ήμουν 11 με 12 χρόνων και πήγαινα δημοτικό. Από μικρός μου άρεσε ο κινηματογράφος, έβλεπα πολλές ταινίες, υπερβολικά πολλές, φυσικά όταν μεγάλωνα δεν υπήρχε ταινιοθήκη ούτε dvd, έβλεπα από την τηλεόραση και τα καλωδιακά κανάλια". "Από την ηλικία των 8 με 9 ετών,τρελαινόμουν με τις ταινίες του Χίτσκοκ. Άρχισα να αναρωτιέμαι. Πώς γίνονται οι ταινίες; Ποιος τις κάνει; Μάλιστα μερικές φορές έμενα άγρυπνος από τις απορίες μου αυτές. Έτσι άρχισα να μαθαίνω σκηνοθέτες και έτσι φυσικά δημιουργήθηκε μέσα μου η επιθυμία να γίνω ένας από αυτούς"…

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις