Τίτος Βανδής: Ήταν 23 Φεβρουαρίου 2003, όταν έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος ηθοποιός, ένας από τους λιγοστούς Έλληνες με διεθνή καριέρα, στο Μπρόντγουεϊ και το Χόλιγουντ.Γόνος εύπορης οικογένειας της Καβάλας, καθώς ο πατέρας του ήταν καπνέμπορος, γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1917 στο Νέο Φάληρο. Επέστρεψε σε μικρή ηλικία στον τόπο καταγωγής των γονέων του, αλλά σε ηλικία πέντε ετών έπαθε ελονοσία και γι' αυτό το λόγο έφυγε με τη μητέρα και τα αδέλφια του για την Ελβετία. Πήγε σχολείο στη Λωζάνη και τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψε με την οικογένειά του στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Στη Θεσσαλονίκη φοίτησε στο Γαλλικό Λύκειο της πόλης, μυήθηκε στις κομμουνιστικές ιδέες από τον Κυρ-Κώστα τον τσαγκάρη και πήρε τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής στο Ωδείο Θεσσαλονίκης. «Κάποια στιγμή και ενώ πήγαινα ακόμα σχολείο, πήγα σε έναν τσαγκάρη. Όλοι περνούσαν μακριά από το μαγαζί του, γιατί έλεγαν ότι είναι κομμουνιστής. Πήγα λοιπόν σε αυτόν, πως τάχα θέλω να φτιάξω ένα παπούτσι και σιγά-σιγά εκείνος μου έκανε διαφώτιση. Μου είπε διάφορα πράγματα που μου μείνανε», είχε αναφέρει ο ηθοποιός για τη μύηση του στο ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του. «Πιστεύω ότι κάθε τίμιος άνθρωπος πρέπει να είναι κομμουνιστής. Δεν μπορεί να είναι δίκαιο, δεν μπορεί να είναι ζωή το να οικονομάνε οι λίγοι και οι πολλοί να πεινάνε. Αρχίζεις και σκέφτεσαι, πώς έγινε η κοινωνία. Από τη στιγμή που υπάρχει ο άνθρωπος, μερικοί έχουν βρει τον τρόπο να κυριαρχούν, να είναι πιο δυνατοί. Αυτοί έκαναν τους νόμους, αυτοί εφεύραν την αστυνομία και το στρατό, για το έθνος λέει, αλλά δεν το έχουν για το έθνος, όλα για την τσέπη τους», έλεγε.


Δείτε το σχετικό βίντεο:


Ο μεγάλος του πόθος ήταν γίνει ηθοποιός και αυτό τον ώθησε να παρατήσει το σχολείο και να κατηφορίσει στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου σε ηλικία 16 ετών. «Ήθελα να γίνω ηθοποιός, απ΄ όταν ήμουν 5 ετών. Καθόμουν, κλεινόμουν μέσα στο δωμάτιο και έκανα ιστορίες. Περισσότερο έπαιζα τον Ταρζάν και την αδερφή μου την είχα για Τζέιν. Ήθελα μάλιστα να την παντρευτώ την αδερφή μου, αλλά 8 ετών κατάλαβα ότι αυτό δεν γίνεται. Συνειδητά είπα ότι θα γίνω ηθοποιός όταν ήμουν 11 ετών», είχε πει σε συνέντευξή του στον Άρη Σκιαδόπουλο.

Ανέβηκε για πρώτη φορά στο «σανίδι» το 1934 ως φοιτητής, με το έργο «Ιούδας» του Σπύρου Μελά στο Εθνικό Θέατρο. Στη σχολή του Εθνικού συνδέθηκε με τη συμμαθήτριά του Μαρία Αλκαίου, η οποία θα γίνει η πρώτη σύζυγός του για μικρό διάστημα. Μεγάλοι σταθμοί στη θεατρική διαδρομή του υπήρξαν οι συνεργασίες με τον Μιχάλη Κουνελάκη, τον Βασίλη Αργυρόπουλο, τη Μαρίκα Κοτοπούλη το 1940 και με την Κατερίνα Ανδρεάδη την περίοδο 1941-1943.Το 1938 στρατεύτηκε και το 1940 βρέθηκε στο μέτωπο, κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου. Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΚΚΕ και μυήθηκε στο ΕΑΜ από τον Δήμο Σταρένιο. Το 1943 νυμφεύθηκε τη συνάδελφό του Καίτη Ασπρέα, με την οποία απέκτησε μία κόρη. Το ζευγάρι θα χωρίσει λίγο αργότερα. Το 1945 συμμετείχε σε δύοθιάσους του ΕΑΜ με διαλεχτούς ηθοποιούς και το 1946 δημιούργησε τον πρώτο δικό του θίασο με τον Δήμο Σταρένιο και την Αλέκα Παΐζη, η οποία θα γίνει η τρίτη του σύζυγος το 1950. Παράλληλα, ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση στο χώρο του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών κι έδωσε όλες τις δυνάμεις του για τη βελτίωση συνθηκών εργασίας και πρόνοιας για νέους και απόμαχους ηθοποιούς.



Την περίοδο 1951-1956 ανέβηκε ξανάστο σανίδι του Θεάτρου Κοτοπούλη. Ακολούθησαν συνεργασίες του με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας (ΚΘΒΕ) και την Αθηναϊκή Σκηνή.Έκανε την παρθενική του εμφάνιση στον κινηματογράφο το 1953, παίζοντας στην ταινία «’Το Κλειδί της Ευτυχίας», αλλά η αναγνώριση ήρθε με τη συμμετοχή του στο έργο του Ζυλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή» (1960) και «Τοπ Καπί» (1964), με τη Μελίνα Μερκούρη.


Τίτος Βανδής: Η καριέρα στο εξωτερικό

Ηπρώτη του διάκριση στη μεγάλη οθόνη ήλθε το 1962 με το πρώτο βραβείο ερμηνείας που απέσπασε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ελληνογαλλική ταινία «Πολιορκία» του Κλοντ Μπερνάρ – Ομπέρ. Το 1964 σχημάτισε εκ νέου δικό του θίασο και παρουσίασε το έργο του Μπρένταν Μπίαν «Ένας Όμηρος», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Παράλληλα, ίδρυσε μαζί με το Γιώργο Θεοδοσιάδη τη Δραματική Σχολή Αθηνών, όπου και δίδαξε.

Το 1965 ο ηθοποιός αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού τα χρέη από τους θιάσους είχαν φτάσει στα ύψη. «Είχα ανεβάσει με το θίασο μου τον «Όμηρο» και είχα χρεωθεί. Αν και έλεγα, ως αστείο, ότι είμαι πολύ καλός ηθοποιός για να φύγω από την Ελλάδα και να γίνω μετανάστης, το έκανα. Έφυγα. Είχα όμως συγκεκριμένη πρόταση», παραδεχόταν χρόνια αργότερα ο Βανδής. Για να μπορέσει να ξεχρεώσει, αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό. Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να κάνει καριέρα στο Μπρόντγουεϊ, στο σινεμά και στην τηλεόραση, παρά το γεγονός ότι δεν ήξερε να μιλάει την αγγλική γλώσσα. «Ήξερα άπταιστα γαλλικά. Ήταν η πρώτη μου γλώσσα. Δεν ήξερα αγγλικά. Καθόλου. Το bam, που προφερότανε μπαμ, εγώ το έλεγα μπουμ. Γελάγανε όλοι. Είχα άνθρωπο που με βοηθούσε να μαθαίνω τα λόγια μου», θυμόταν ο ηθοποιός. Οι ταινίες «Young Doctors In Love», «Τhe Betsy», «Τα Πάντα Γύρω Από Το Σεξ» και «Εξορκιστής», καθώς και οι τηλεοπτικές σειρές «Χαβάη 5-0», «Κότζακ» και «Επικίνδυνες Αποστολές» αποτελούν μόνο ένα δείγμα της διεθνής του καριέρας. Τη δεκαετία του 1970, ο Βανδής ασχολήθηκε με μεταφράσεις θεατρικών έργων, ενώ παράλληλα δίδασκε στο Κολέγιο της Σάντα Μόνικα….



Ενδιάμεσα, ήρθε στην Ελλάδα για κάποιες εμφανίσεις στο Εθνικό Θέατρο, με αξιοπρόσεκτη την παρουσία του στο έργο «Λυσσασμένη Γάτα» του Τενεσί Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους. Το 1982 γνώρισε τη συνάδελφό του Μπέτυ Βαλάση, την οποία νυμφεύτηκε το 1984. Έκτοτε, έζησε μόνιμα στην Ελλάδα. Το 1983 τιμήθηκε με το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία του Γιώργου Σταμπουλόπουλου «Προσοχή, Κίνδυνος!». Έγραψε ένα και μοναδικό βιβλίο, το αυτοεξολογητικό «Κουβέντα με τους φίλους μου».

Εμφανής ήταν πάντα, σε κάθε του κουβέντα η αισιοδοξία και η πίστη του στη δύναμη του ανθρώπου όταν αυτή ενισχύεται από το όνειρο για ένα δικαιότερο κόσμο: «Πάντα θα υπάρχουν πολλοί που θα μείνουν με τα μάτια ανοιχτά και με το όνειρο να φτιάξουν έναν καινούριο και δίκαιο κόσμο. Κι αυτοί θα τον αλλάξουν σίγουρα τον κόσμο. Είναι μακρύς ο δρόμος, όμως υπάρχει όαση στο τέλος. Γιατί αυτός ο λαός που έχει τόσους μεγάλους και μικρούς λόγους να ενωθεί και να αντισταθεί στην εκμετάλλευση και την κοροϊδία, δεν το έχει κάνει ακόμα, είναι απορίας άξιο. Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα θα το κάνουν. Όλοι μαζί».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις