Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς: Μέσα σε αυτή την τρύπα που δεν έχει πάτο ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης ρίχνει μέσα υα πάντα και τουςπάντεςκαι κυρίως ρίχνει τον νεοέλληνα, στην αρσενική και θηλυκή του εκδοχή. Άλλοι έγραψαν ότι η ταινία είναι η ελληνική εκδοχή των αδελφών Κοέν, άλλοι ότι είναι μία ωδή στοπανηγύρι της φτηνής ματαιοδοξίας που κατακλύζει την επαρχία, όλοι πάντος κάτι άξιο λόγου έχουν να πουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία έχει το αλάθητο, αλλάίσως αυτά τα λάθη να της ταιριάζουν κι όλας. Γεγονός είναι ότι οι κριτικές στη συγκεκριμένη ταινίαβοηθάνε πριν πάμε να τη δούμε, λύνουν εκ των προτέρων πιθανές δυσθυμίες, βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί έτσι κι όχι αλλιώς κ.λπ. Μη διστάσετε λοιπόν να τις διαβάσατε διότι μάλλον θα την ευχαριστηθείτε ακόμα περισσότερο. Αλλά και στα τυφλά να πάτε πάλι καλά θα περάσετε.Εμείς επιλέξαμε την κριτική που έγραψε τοoldboy στο elculture.gr που όπως εύστοχα προβλέπει είναι "Μια ταινία – πολλά μελλοντικά memes".Την παραθέτουμε ατόφια:

Σίγουρα παίζει ρόλο το ότι «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» άνοιξε σε μία μόνο αίθουσα στην Αθήνα· ακόμη κι έτσι όμως, τα σολντ άουτ των πρώτων ημερών, εν μέσω κορωνοϊού, δείχνουν ότιο Γιάννης Οικονομίδης έχει χτίσει πια ένα κοινό που δεν δηλώνει φαν(ατικό) του μόνο στα λόγια, αλλά σπεύδει να το αποδείξει και στο σινεμά. Έχει άλλωστε προηγηθεί και η μεγάλη θεατρική επιτυχία τριών ετών με το "Στέλλα Κοιμήσου"Μολονότι οι τέσσερις προηγούμενες ταινίες του δεν έσκισαν ακριβώς στα ταμεία, το έργο του Οικονομίδη και ο κόσμος του Οικονομίδη άρχισαν να γίνονται οικεία σε ολοένα και περισσότερο κόσμο,με πύλη εισόδουσε αυτά σκηνές των ταινιών του που έγιναν viral βιντεάκια στο YouTube.

Μέχρι τώρα όμως, μέχρι και την «Mπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», ακόμη και αν πολλές φορές τα βιντεάκια αυτονομούνται από τις ταινίες στις οποίες ανήκουν, ακόμη και στις περιπτώσεις που πολλοί θα σταθούν σε αυτά χωρίς να κάνουν το βήμα προς τις ταινίες, ακόμη κι αν πολλοί έρθουν σε επαφή με αυτά εντελώς έξω από το κόντεξτ των ταινιών και τα εκλάβουν ίσως μέχρι και με τον αντίθετο από τον επιδιωκόμενο τρόπο, το όλο κόντεξτ των προηγούμενων ταινιών παραμένει αυτό που είναι, οι προηγούμενες ταινίες παραμένουν αυτό που είναι, με την πρωτογενή τους δύναμη και την αυτόνομη τους σημασία.

Υπήρχε ως τώρα το σώμα των ταινιών και μέσα σε αυτό το σώμα υπήρχαν και σκηνές που έγιναν καλτ. Που έγιναν καλτ. Από μόνες τους. Που δεν σχεδιάστηκαν με αυτόν τον σκοπό και αυτή τη φιλοδοξία. Οι σκηνές υπηρετούσαν τις ταινίες. Στην «Μπαλάντα» είναι σαν να έχει αναποδογυρίσει το πράγμα και σαν να είναι η ταινία που υπηρετεί τις επιμέρους σκηνές, σαν να είναι η ταινία τελικά ένα όχημα για να χωρέσουν πολλές τέτοιες σκηνές – μελλοντικά viral, μελλοντικά memes.
Και ναι, βρήκα όλες αυτές τις σκηνές -ή έστω σχεδόν όλες αυτές τις σκηνές- όντως από μόνες τους απολαυστικότατες. Και γέλασα με την καρδιά μου.

Και ανυπομονώ να κοπούν σε βιντεάκια, να τα λιώνω στην επανάληψη: ο Χούλιος ο Ιγγλέσιας, η ανάγνωση του μηνύματος της Αννούλας, τα γεμιστά με κιμά και το «Θα μείνω», η σερβιέτα, το με μια εσάνς υπαρξιακής ιδιοφυΐας «Εγώ θέλω να ξέρω» – «Έγώ δεν θέλω να ξέρω» και άλλα πολλά. Πούρα απόλαυση. Κι επίσης ναι, ο Οικονομίδης έχει πετύχει σπουδαία πράγματα με το καστ του, έχοντας βάλει να στέκονται επάξια δίπλα στους επαγγελματίες ηθοποιούς (ο Στάθης Σταμουλακάτος, ο Βαγγέλης Μουρίκης, ο Γιάννης Τσορτσέκης, ο Βασίλης Μπισμπίκης, η Βίκυ Παπαδοπούλου), μια σειρά από τρομερές φιγούρες ερασιτεχνών. Όλο το καστ, επαγγελματίες και ερασιτέχνες μαζί, είναι συντονισμένο και κουρδισμένο όπως πρέπει, μια πινακοθήκη γεμάτη με απίστευτες μούρες και ηθοποιούς εντελώς αγαπημένους.

Ποιο είναι λοιπόν το κακό και το μεμπτό μετά απ’ όλα αυτά; Είναι δευτερεύον να γελάς και να απολαμβάνεις; Όχι βέβαια. Αλλά συμβαίνει το εξής ημιπαράδοξο: Με την «Μπαλάντα» ο Οικονομίδης επιχειρώντας μια μετατόπιση του ύφους του σε θεματικές με τις οποίες έχει ξαναασχοληθεί, υπογράφει την πρώτη τουμαύρη κωμωδία,με το σκέλος «κωμωδία» να λειτουργεί, το σκέλος «μαύρο» όμως, για πρώτη φορά στη φιλμογραφία του, όχι.Αν η ταινία είχε φτιαχτεί ως πούρα κωμωδία, ίσως και να αρκούσε το να υπάρχουν διάσπαρτα σημεία γέλιου. Η ταινία όμως, ως προσπάθεια να μιλήσει για πράγματα σοβαρά με ματιά λοξή, κατ’ εμέ δεν πετυχαίνει: ελληνική επαρχία, άλφα μέιλ λαϊκός τραγουδιστής που έκανε πανελλήνια θραύση για δυο δίσκους και πριν βγάλει τον τρίτο τα τσούγκρισε με το σύστημα ή τον ξέρασε το σύστημα, με αποτέλεσμα να είναι τώρα ιδιοκτήτης σκυλάδικου, κλέβεται με τη γυναίκα τοπικού λεφτά – βιομηχάνου.

Η γυναίκα όχι μόνο κλέβεται, κλέβει κιόλας ένα εκατομμυριάκι που είχε κρυμμένο ο άντρας της στο σπίτι. Τα πράγματα θα φτάσουν εννοείται στα άκρα και οι λογαριασμοί θα ξεκαθαρίσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αν στο «Στέλλα Κοιμήσου» είχαμε τον κατεξοχήν πατέρα – αφέντη, εδώ η πατριαρχία τις τρώει αρκετά ως πολύ κιοι αντεραστές – βαριά αρσενικά αποδεικνύονται γατάκια των μαμάδων τους.Όταν δε οι λογαριασμοί θα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν, προσωπικά από ένα σημείο και ύστερα μπερδεύτηκα και σχεδόν χαώθηκα.Θα πάρω την καλή εκδοχή ότι χαώθηκα γιατί δεν μου κόβει αρκετά. Η κακή εκδοχή είναι ότι κάτι είτε χάθηκε στο μοντάζ ή στη συγγραφή του σεναρίου, είτε θεωρήθηκε εξαρχής όχι και πολύ σημαντικό.

Στο «Σπιρτόκουτο», στην «Ψυχή Στο Στόμα», στον "Μαχαιροβγάλτη", στο "ΜΙκρό Ψάρι",στο «Στέλλα Κοιμήσου», το ιδιόλεκτο του Οικονομίδη, η τόσο ξεχωριστή ματιά και γλώσσα του, ο τρόπος του, μπορεί να έκλεβαν την προσοχή, ωστόσο όλα τους, και τα πέντε, μεταφέρουν και μας μιλούν για πολύ ουσιαστικές συγκρούσεις, έχουν εκτός από το εντυπωσιακό ύφος και πολύ ουσιαστικό ζουμί. Στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» δυσκολεύομαι να βρω τέτοιες συγκρούσεις, δυσκολεύομαι να βρω τέτοιο ζουμί.

Το 2003, όταν οι περισσότεροι ζούσαμε τον μύθο μας στην Ολυμπιακή Ελλάδα, το «Σπιρτόκουτο» πέταξε στα μούτρα μας μια Ελλάδα που μας αιφνιδίασε, μας σόκαρε, μας τρόμαξε, μια Ελλάδα που θεωρήσαμε ότι δεν μπορεί να είναι έτσι, μια Ελλάδα που σίγουρα δεν μπορεί να είναι τόσο άγρια. Με τις υπόλοιπες ταινίες η αγριότητα και το σκοτάδι βάθυναν, πλάτυναν, εμπεδώθηκαν. Το 2020, έχοντας όλοι μας συνειδητοποιήσει πόσο πολύ Οικονομίδη έχει η Ελλάδα μέσα της, ο Γιάννης Οικονομίδης το γυρίζει κάνοντας μια ταινία με την οποία ξεκαρδιζόμαστε.Αυτό από μόνο του το βρίσκω μια χαρά. Το θέμα μου είναι ότι από εκεί που τα βιντεάκια στο ίντερνετ λειτουργούσαν ως το σημείο εισόδου για το σώμα των ταινιών, η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» λειτουργεί σαν ένα σημείο εξόδου προς το ίντερνετ: καλό το γέλιο στο σινεμά, άντε να βγουν και τα βιντεάκια στο ίντερνετ να γελάμε συνέχεια. Υπ’ αυτή την έννοια κάτι πήγε πάρα πολύ λάθος. Δεν παύει όμως να είναι ένα απολαυστικό και ευφρόσυνο λάθος.