Flash by night: Μία από τις συμβουλές αυτο-προστασίας που κυκλοφόρησαν, αυτή την περίοδο που βαδίζουμε σε αγεωγράφητους δρόμους, είναι να μην διαβάζουμε ειδήσεις πριν πάμε για ύπνο. Θέλοντας να συνεισφέρουμε, επιλέγουμε ως πρώτο κεντρικό μεταμεσονύχτιο θέμα, τραγούδια του Γιώργου Νταλάρα. Διότι ό,τι και να λέμε, ανήκει στους κορυφαίους.

Αποτελεί βαθιά πεποίθηση ότι η διαχρονική επιτυχία του ως καλλιτέχνης «οφείλεται» στην επιλογή του, που συνοψίζεται σε μια φράση: αρνήθηκε να «υπηρετήσει» το γαστρονομικό – καταναλωτικό τραγούδι, αντίθετα «υιοθέτησε» εκείνο που εμείς ονομάζουμε «διαφορετικό τραγούδι».


Με τον αδελφό του Γιάννη και τη μητέρα του. Η μητέρα του αριστερών πεποιθήσεων, είχε χάσει το ένα της πόδι από νωρίς.

Η γαστρονομική μουσικήείναι ένα βιομηχανικό προϊόν που δεν επιδιώκει κανέναν άλλο καλλιτεχνικό σκοπό, παρά μόνο την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αγοράς.Το βασικό χαρακτηριστικό του καταναλωτικού τραγουδιού είναι ότι ψυχαγωγεί χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα νέο, αλλά επαναλαμβάνει αυτό που ήδη ξέραμε, αυτό που ήδη περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε να επαναλαμβάνεται, και μόνο έτσι διασκεδάζουμε.

Γραμμές των οριζόντων

Ο Γιώργος Νταλάρας επέλεξε να συνεργαστεί με μια σειρά δραστήριων δημιουργών, συνθετών, μουσικών, στιχουργών οι οποίοι κάνουν, ή αν προτιμάτε έκαναν, τραγούδια με διαφορετικό τρόπο από τους άλλους. Κάπου το λέει ο Μαγιακόφσκικαι μας το έκανε γνωστό αυτό ο Θάνος ο Μικρούτσικος μέσα από το κομμάτι «Τους προβολείς στήσε»:«Η τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέπτη, μα σαν φακός να μεγεθύνει!». Για να εννοήσουμε καλύτερα λέγωτούτο:το γαστρονομικό – καταναλωτικό τραγούδι χρησιμοποιείται καθώς κάνουμε κάτι άλλο, σαν υπόβαθρο.

Στο μεροκάματο από 7 ετών

«Με παίρνανε επτά χρονών παιδάκι, με βάζανε στις χορωδίες και μου λέγανε «τραγούδα», έτσι, χωρίς να σκεφτώ τι μπορεί να γίνει. (..)» έχει δηλώσει σε συνέντευξή του. Λόγω της απουσίας του πατέρα του από το σπίτι, ο Γ. Νταλάρας δούλευε από 7 χρονών έως και 15 χρονών, ταυτόχρονα με το σχολείο του. Η πρώτη του δουλειά ήταν η μεταφορά πάγου. Συνολικά στα παιδικά του χρόνια έκανε 23 διαφορετικά επαγγέλματα: βοηθός καφενείου (στο πρωτοδικείο της Αθήνας στην οδό Φειδίου), βοηθός σε βιβλιοδετείο/τυπογραφείο, τεχνικός αυτοκινήτων, γρασαδόρος σε πλυντήρια αυτοκινήτων, εργάτης σε οικοδομή, βοηθός επισκευών σκαπτικών μηχανημάτων, οξυγονοκολλητής, βοηθός χρυσοχόου κλπ.

Οι ελεύθεροι κι ωραίοι

Το 1965 σε ηλικία 15 χρονών, έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε στο πάλκο «Στου Στελλάκη» με τον βετεράνο Στέλιο Περπινιάδη και τον γιο του Βαγγέλη στο Χαϊδάρι. Έτσι έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στη μουσική.Όμως τις τέχνες που έμαθε ως ανήλικος δεν τις ξέχασε ποτέ, γι΄ αυτό και έχει σπίτι του ένα από τα πιο οργανωμένα εργαστήρια, κατάλληλο να κάνει όποια δουλειά θέλει από αυτές που έμαθε.

Το «διαφορετικό» τραγούδι, εκείνο που «υπηρέτησε» ο Γ. Νταλάρας όλα τα χρόνια, απαιτούσε σεβασμό και ενδιαφέρον. Επέλεξε, διαχρονικά, εκείνους τους συνεργάτες οι οποίοι έφερναν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα:πρόσφεραν ένα τραγούδι που ο κόσμος συγκεντρώνεται για να το ακούσει. Οι δημιουργοί αυτοί, με το έργο τους, υπογράμμιζαν το περιεχόμενο του και δεν προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προσοχή του ακροατή γοητεύοντας τον με έναν πρωτόγονο ρυθμό, αλλά μέσα από τη διαπεραστική παρουσία ασυνήθιστων εννοιών και εκκλήσεων. Με αυτό το τραγούδι ο ακροατής ψυχαγωγούνταν, μαθαίνοντας.

Στο ίδιο εργάτες θεατές

Οι δημιουργοί, λοιπόν, του «διαφορετικού» τραγουδιού είχαν εγκαθιδρύσει μια «άλλη» σχέση τόσο μεταξύ τους όσο και με το ακροατήριο. Μέσα από το τραγούδι τους μεγέθυναν ό,τι συνέβαινε στην εποχή τους αλλά παράλληλα μετουσίωναν το «πραγματικό» της και το «έδιναν» στο ακροατήριό τους με νέες έννοιες, με ιδιαίτερες φράσεις. Με άλλα λόγια με άλλα «σημαίνοντα» από εκείνα που είχαν βιωθεί από τον ίδιο τον ακροατή του τραγουδιού.(κείμενο Παναγιώτη Μάρκου, μαθηματικός και αναλυτής)

Αν υπάρχει λόγος

«Ο θείος» ή «Κορυφαίος»

Πολλοί συνάδελφοι του Γ. Νταλάρα τον αποκαλούν "θείο". Το παρατσούκλι αυτό είχε ξεκινήσει σαν αστείο, όταν ο Γ.Νταλάρας είχε κάνει μία φορά δώρο ένα κασετόφωνο στον Χάρη Κατσιμίχα και από τότε ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας τον φωνάζουν θείο. Έπειτα έγινε γνωστό και άρχισαν και άλλοι συνάδελφοι και φίλοι του να τον αποκαλούν θείο, ο καθένας για δικούς του λόγους. Και στην "πιάτσα" αγαπούν να τον αποκαλούν κορυφαίο.