Ντοκιμαντέρ για έναν από τους διασημότερους φωτογράφους του εικοστού αιώνα, τον Χέλμουτ Νιούτον, κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους. O τίτλος του ντοκιμαντέρ «Helmut Newton: The Bad and the Beautiful» (Χέλμουτ Νιούτον: «Η ωραία και το κτήνος») είναι εμπνευσμένος από το διάσημο μελόδραμα του σκηνοθέτη Βινσέντε Μινέλι της δεκαετίας του 1950, στο οποίο πρωταγωνιστούν οι Κερκ Ντάγκλας και Λάνα Τάρνερ. Ο σκηνοθέτης Γκέρο φον Μπεμ επέλεξε σκόπιμα τον ίδιο τίτλο.

Μιλώντας στη Deutsche Welle ο σκηνοθέτης, η ταινία του Μινέλι αναφέρεται στο παρασκήνιο της ζωής στο Χόλιγουντ μέσω ιστοριών από ανερχόμενους αλλά και αποτυχημένους ηθοποιούς – το ντοκιμαντέρ εξερευνά τον κόσμο της μόδας μέσα από τον φακό του φωτογράφου από τα παρασκήνια της ζωής των πετυχημένων στον χώρο: πλούσιων και όμορφων. Μέσα από τις φωτογραφίες του «αφηγείτο συχνά ιστορίες που έκρυβαν μυστικά ή που θα μπορούσαν να μας κάνουν να σκεφτούμε ότι συνέβη κάτι τρομερό».

Ποιος ήταν ο Χέλμουτ Νιούτον

Ο Νιούτον γεννήθηκε το 1920 στο Βερολίνο και ήταν εβραϊκής καταγωγής. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Neustädter. Στα 12 του αποκτά την πρώτη του φωτογραφική μηχανή. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης επιχείρησης με κουμπιά και αγκράφες, η Αμερικανίδα μητέρα του, μόνιμα κοντά στον Νιούτον, διατηρούσε τον στοργικό και υπερπροστατευτικό της ρόλο. Ο Νιούτον εγγράφεται στο αμερικάνικο σχολείο του Βερολίνου, αλλά η φοίτησή του δεν θα ολοκληρωθεί. Η υπέρμετρη λατρεία του για την κολύμβηση, τα κορίτσια και τη φωτογραφία θα αναγκάσουν τον διευθυντή του σχολείου να τον αποβάλει.

Το 1936 προσεγγίζει την Έλσα Σίμον (Ιβα), διάσημη φωτογράφο, και μαθητεύει δίπλα της έως το 1938. Εκείνη τη χρονιά η τελευταία δολοφονείται από τους ναζιστές. Την ίδια χρονιά η οικογένεια Νιούτον αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Γερμανία αφήνοντας όμως πίσω τον Χέλμουτ ο οποίος, μην έχοντας κλείσει το 18ο έτος της ηλικίας του, καθυστερεί ένα μήνα την αποχώρησή του περιμένοντας την έκδοση του διαβατηρίου του. Το ταξίδι του μέσα στο Conte Rosso μαζί με εκατοντάδες άλλους φυγάδες θα εξελιχθεί γι’ αυτόν μία αναπάντεχη εμπειρία. Όπως είχε δηλώσει:

«Αυτό το πλοίο ήταν για εμάς παράδεισος. Κάθε απόγευμα χορεύαμε, πίναμε, ικανοποιούσαμε τα σεξουαλικά μας απωθημένα. Προσέγγιζα πάντα τις μεγαλύτερες γυναίκες. Με γοήτευαν η λάμψη τους, η εξυπνάδα τους και η σεξουαλικότητα που εξέπεμπαν».

Ο Νιούτον δεν ολοκληρώνει το ταξίδι του μέχρι τη Χιλή, όπου περιμένουν οι δικοί του, αλλά αποβιβάζεται στη Σιγκαπούρη. Θα εργαστεί ως ρεπόρτερ στη «Singapore Straits Times» και ως φωτογράφος πορτρέτων. Μετά τον διωγμό των βρετανικών αρχών το 1940 θα βρεθεί στην Αυστραλία για να δουλέψει ως γεωργός. Κατατάσσεται στον αυστραλιανό στρατό και το 1946 πολιτογραφείται Αυστραλός και το Neustaedter θα μετατραπεί σε Νιούτον. Την ίδια χρονιά δημιουργεί το προσωπικό του στούντιο στο κοσμικό Φλίντερ Λέιν της Μελβούρνης.

Το 1948 νυμφεύεται την ηθοποιό και μοντέλο Τζουν Μπράουν, γνωστή ως Τζουν Μπρουνέλ. Η ίδια θα αποδειχθεί αξιόλογη φωτογράφος που θα δράσει κάτω από το ψευδώνυμο Άλις Σπρινγκς. Η σχέση τους διατήρησε το στοιχείο της διακριτικότητας, όσα χρόνια και αν πέρασαν. Το 1953 πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση μαζί με τον Αυστραλό φωτογράφο Βόλφγκανγκ Σίβερς (Wolfgang Sievers). Λίγα χρόνια αργότερα θα συνεργαστεί με τον Χένρι Τάλμποτ (Henry Talbot), επίσης διωκόμενο Εβραίο, και το στούντιο θα μετονομαστεί σε «Χέλμουτ Νιούτον & Χένρι Τάλμποτ».

Η επαγγελματική και φιλική τους σχέση θα συνεχιστεί και μετά το 1957, όταν ο Νιούτον θα φύγει για το Λονδίνο με ετήσιο συμβόλαιο στην αγγλική «Vogue». Προτού ολοκληρωθεί ο χρόνος πηγαίνει στο Παρίσι όπου θα δουλέψει για γαλλικά και γερμανικά περιοδικά. Σύντομα θα επιστρέψει στην Αυστραλία με ένα συμβόλαιο στην αυστραλιανή «Vogue» και μετά πάλι πίσω στο Παρίσι (1961) όπου θα συνεχίσει τη δουλειά του ως φωτογράφος μόδας.

Το 1976 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «White Women». Τα τελευταία χρόνια της ζωής του περιορίζει τις μετακινήσεις του ανάμεσα στο Μόντε Κάρλο και το Λος Άντζελες. Στις 23 Ιανουαρίου 2004, καθώς οδηγούσε πιθανολογείται ότι υπέστη καρδιακή προσβολή, με αποτέλεσμα η Κάντιλακ να πέσει πάνω στον τοίχο του διάσημου «Chateau Marmont», το ξενοδοχείο στη οδό Σάνσετ Μπούλεβαρντ (Sunset Boulevard) του Λος Άντζελες, όπου κατοικούσε για πολλά χρόνια. Η τέφρα του τοποθετήθηκε δίπλα σε αυτήν της Μαρλέν Ντίτριχ στο Βερολίνο.

Με πληροφορίες από Βικιπαίδεια

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις