Η συγκεκριμένη ταβέρνα έχει συνδεθεί όσο καμία άλλη στην περιοχή, με τον θεσμό των Επιδαυρίων. Ξεκίνησε το 1953 ως καφενείο από τον Λεωνίδα Λιακόπουλο και τον πατέρα του και, από την επόμενη χρονιά, το 1954, με το ξεκίνημα των Επιδαυρίων, έγινε η ταβέρνα του φεστιβάλ.

Οι μαρτυρίες που συγκεντρώνει ο Φώτης Απέργης στο βιβλίο του «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας», έχει την υποστήριξη την εκπαιδευτηρίων Ελληνογερμανική Αγωγή και διατίθεται με ανοιχτή πρόσβαση και στο διαδίκτυο.  Είναι λοιπόν αφιερωμένη στην πιο διάσημη ίσως οικογένεια του ελληνικού θεάτρου: την οικογένεια του Λεωνίδα και της Κάτιας Λιακοπούλου που λειτούργησαν αυτή την εξαιρετικά φιλόξενη ταβέρνα στο Λυγουριό.

Μια ταβέρνα η οποία καλωσόρισε γενεές επί γενεών καλλιτεχνών στον φιλόξενο χώρο της, παρέχοντας αμέριστα όχι μόνο τη θαλπωρή, αλλά και την ολοζώντανη συμπαράστασή της στα μέλη δεκάδων θιάσων και θεατρικών σχημάτων ή οργανισμών. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, θιασάρχες, σκηνογράφοι και θεατρικοί παράγοντες μιλούν στο βιβλίο για τους ανθρώπους της ταβέρνας η οποία συνδέθηκε στενά με το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, αποτελώντας καταφύγιο και παρηγοριά (κάτι σαν δυνατό αγχολυτικό) για όσους την επισκέπτονταν μετά από παραστάσεις που είχε αποθεώσει ή γιουχάρει το κοινό.

Με τη μακρά δημοσιογραφική του πείρα, αλλά και με τη δεξιοτεχνία ενός αόρατου πλην παντεπόπτη μοντέρ, ο Απέργης ζήτησε από μια μεγάλη γκάμα εκπροσώπων του ελληνικού θεάτρου να ξεδιπλώσουν τις αναμνήσεις τους για την ταβέρνα (την ιστορία της συνεχίζουν σήμερα τα παιδιά και τα εγγόνια του Λεωνίδα και της Κάτιας).

Αναμνήσεις που αποτελούν ταυτοχρόνως και μια συναρπαστική αποκάλυψη των παρασκηνίων ενός πολύχρονου θεσμού, του θεσμού του Ελληνικού Φεστιβάλ, το οποίο ξεκίνησε το 1955 ως Φεστιβάλ Αθηνών και διεξάγεται από τότε μέχρι και τις ημέρες μας στα θέατρα Ηρώδου του Αττικού και Λυκαβηττού, καθώς και στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

«Η Παξινού μου έδειξε πώς να φτιάχνω κάποια πιάτα, μια σύζυγος τεχνικού μού έδειξε πώς να φτιάχνω το μοσχάρι νουά και άρχισα να μαθαίνω συνταγές τις οποίες δεν έχω αλλάξει καθόλου μέχρι και σήμερα. Τα γεμιστά είναι τα ίδια όπως το ’70, το ίδιο και η σάλτσα για το νουά.», έχει αφηγηθεί σε συνέντευξή του ο κ Λεωνίδας, όταν ήταν εν ζωή.

Μέσα από τα κείμενα και το πλούσιο φωτογραφικό του βιβλίου ζωντανεύουν και πλήθος άλλα ονόματα: από τον Κάρολο Κουν, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αλέξη Μινωτή, την Κατίνα Παξινού, τη Μαρία Κάλλας, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Ζυλ Ντασέν, τον Θάνο Κωτσόπουλο και τον Νίκο Κούρκουλο μέχρι, αίφνης, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Φρανσουά Μιτεράν, τον Κέβιν Σπέισι, τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, τον Πέτερ Στάιν και τον Πίτερ Χολ.

Τους περισσότερους τους συναντάμε στις συγκινητικά αναπλασμένες αναμνήσεις της Κάκιας Λιακοπούλου, την ψυχή της ταβέρνας του Λεωνίδα, που μαγείρευε πάντοτε με κέφι και αγάπη για την εκλεκτή πελατεία της. Κι οι υψηλοί πελάτες, όμως, μιλούν με απέραντο σεβασμό και βαθιά εκτίμηση για την οικογένεια του Λεωνίδα και της Κάτιας αφού την έχουν βάλει, εδώ και πολλά χρόνια, βαθιά μέσα στην καρδιά τους, τιμώντας στο έπακρο την αφειδώλευτη και παντελώς ανιδιοτελή φιλία της.

Τα ονόματα που γράφουν για την ταβέρνα του Λεωνίδα είναι πολλά και όλα πολύ γνωστά: Γιώργος Αρμένης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Στεφανία Γουλιώτη, Κατερίνα Ευαγγελάτου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Κιμούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Λυδία Κονιόρδου, Στάθης Λιβαθινός, Δημήτρης Λιγνάδης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Αμαλία Μουτούση, Γιάννης Μπέζος, Μανουέλλα Παυλίδου, Εύα Νάθενα, Μαρία Ναυπλιώτου, Λευτέρης Παυλόπουλος, Δημήτρης Πιατάς, Κώστας Τσιάνος, Πέτρος Φιλιππίδης, Διονύσης Φωτόπουλος, Αιμίλιος Χειλάκης.

«Η φιλοξενία των κατοίκων του Λυγουριού αντανακλάται στη στενή σχέση που έχει αναπτυχθεί τα χρόνια που πέρασαν ανάμεσα στους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες, τους μουσικούς, τους τεχνικούς αλλά και τους θεατρόφιλους με την οικογένεια Λιακόπουλου», παρατηρεί στο σημείωμα για τον τόμο η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Και ο Σταύρος Σάββας, εκ μέρους της Ελληνογερμανικής Αγωγής, σπεύδει να συμπληρώσει:

«Για την Ελληογερμανική Αγωγή ο πολιτισμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παιδείας που θέλουμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας. Όσο λοιπόν το σκεφτόμουν, τόσο το ‘’γιατί όχι εμείς;’’ κέρδιζε έδαφος. Δύο οικογένειες, των Λιακόπουλων και η δική μας (σσ: η μητέρα του Σάββα έζησε το 2001 πέρασε στην ταβέρνα του Λεωνίδα το τελευταίο βράδυ της ζωής της). Τόσο διαφορετικές και τόσο ίδιες. Η μια γενιά να διαδέχεται την άλλη με την ίδια αφοσίωση και την ίδια αγάπη στην οικογενειακή προσπάθεια και τη συνέχειά της».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις