Ο Σόλων Λέκκας, έχασε τη μάχη με τον καρκίνο χθες. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα Σάββατο στις 3 μμ στο Καγιάνι της Λέσβου. “Όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε είτε σαν μάστορα της πέτρας είτε σαν γνήσιο λαϊκό καλλιτέχνη είτε σαν φίλο, νιώθουμε σήμερα το μεγάλο κενό της απουσίας του” γράφει το Emprosnet.gr. Ο Σόλων Λέκκας, γεννήθηκε το 1946 στην Πηγή Λέσβου. Ήταν χτίστης και λιθοξόος, αλλά και τραγουδιστής, με την φωνή του να παραπέμπει σε αυτή του Κώστα Ρούκουνα. Αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής και χορευτής, τραγουδούσε όλα τα παλιά μυτιληνιά τραγούδια με την έντονη μικρασιατική επίδραση, καθώς και αμανέδες, καρσιλαμάδες, ζεϊμπέκικα βαριά. Ο πατέρας του, Ευστράτιος, ήταν χτίστης και είχε γεννηθεί στον Αφάλωνα, στην Ανατολική Λέσβο. Η καταγωγή του ήταν αρβανίτικη από την περιοχή Λουτρακίου. Η μητέρα του, Δήμητρα εργαζόταν ως μοδίστρα στην Πηγή. Οι γονείς της προέρχονταν από την Πηγή και το Ίππειος, αλλά οι παππούδες της από τη Μικρα Ασία. Ο Λέκκας υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία τη διετία 1966-1968 στο Ναύπλιο, το Χαϊδάρι και την Πτολεμαΐδα. Έζησε στην Πηγή μέχρι το 1971, οπότε εγκαταστάθηκε στα Κεραμειά. Τη δεκαετία του 1980 μετοίκισε στη Μυτιλήνη.

Η ενασχόλησή του με το τραγούδι ήταν συνεχής, ερασιτεχνική, αλλά και επαγγελματική, ιδιαίτερα την περίοδο 1969 – 1971. Κυκλοφόρησαν με ιδιωτική πρωτοβουλία εκτός εμπορίου και εταιρειών, αρκετά cd με τίτλο “Οι Νόμοι του Σόλωνα” μεταξύ των φίλων του. Το 2003 έγινε ιδιαίτερα γνωστός όταν ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη όπου συνεργάστηκε με νέους μουσικούς της ανατολικής μουσικής. Για το μεράκι του στο τραγούδι ο ίδιος είχε πει : «Εγώ όλους τους σκοπούς τους παλιούς τους ξέρω απ’ έξω, πώς αρχινάει, πώς λέν’ τα λόγια, πώς λέν’ τ’ αυτά. Είναι λίγοι οι μουσικάντηδες που τα ξέρουν και μπορεί να κάνουν κι ένα λαθάκ(ι), θα το καταλάβω. Μπορεί να μην ξέρω να γράψω το σκοπό, αλλά μπορώ να στον πω, πως είναι. […] Θέλω να τραγουδώ κιόλας, τα τραγούδια αυτά τα μικρασιάτικα τα παλιά, θέλω να τα παγαίνω σφυριχτά. Νομίζω ότι αυτό που κάνω γίνεται πιο όμορφο άμα σφυρίζω. Ενώ άμα κάθομαι έτσι ξερός (δηλαδή χωρίς τραγούδι), δεν μπορώ να σκεφτώ κιόλα». Τουμπελέκι έμαθε να παίζει μόνος του, κατείχε όμως ήδη καλά τους ρυθμούς των σκοπών που έπαιζε. «Τουμπελέκι στο χωριό μας παίζαν όλοι. Ε, άμα ξέρεις το ρυθμό, το σκοπό παίζεις, πρέπει να ξέρεις πού θα πατήσεις, πού θα χτυπήσεις».

Για την εκμάθηση των σκοπών και των τραγουδιών είχε πει: «Αυτά τα πράματα δεν τα μαθαίνεις, σου ‘ρχονται μοναχά αυτά. Δεν τα μαθαίνεις, δεν μπορείς να πας να σπουδάξεις χορευτής. Για να σπουδάξεις χορευτής, θα σε μάθει αυτός αυτό που θέλει, δε θα το μάθεις όπως το θες εσύ, από μέσα σου. Όποιος τραγουδάει, άμα δέσεις τα πάδια του και τα χέρια του, δε μπορεί να τραγουδήσει. Δε σπουδάζεται ο σκοπός, ούτ’ ο χορός. Παλιά όλοι τον λέγαν τον σκοπό με το στόμα τους. Καθόταν στο καφενείο και τραγουδάγαν κανένα ζεϊμπέκικο, κάναν τάραν, τάραραν με το στόμα και τσ’ άρεζε πιο πολύ έτσι, παρά με τη μουσική». Για τον χορό πάλι ο Σ. Λέκκας αναφέρει: «Εκεί στο σπίτι καμιά φορά μοναχός, σε κανένα χωράφι καμιά φορά χόρευα. Έτσι μοναχό τ’ έρχεται, γιατί αυτοί οι χοροί είναι άλλοι».

«Εγώ από μικρός μ’ αρέσαν αυτά τα τραγούδια, από το σχολειό που πηγαίναμε. Σχολειό που πηγαίναμε μ’ έβαζ’ ο δάσκαλος, πρώτο μ’ έβαζε σειρά τραγούδια σχολικά, έτσι που λέγαμε. Τα μάθαινα έτσι (“απ’ έξω”)], τα θυμόμουν. Δεν τα γράφαμε, τα θυμόμασταν έτσι. Όλοι τότε τραγουδούσαμε παλιά, δε λέγαμε καινούρια». Πολύ σπάνια ακούγανε τα τραγούδια από το ραδιόφωνο ή το γραμμόφωνο. Τα περισσότερα τραγούδια τα έμαθε ακούγοντάς τα από παλιούς μερακλήδες τραγουδιστές στα καφενεία και από ηλικιωμένους συγγενείς του. «Τ’ ακούγαμε που τα λέγανε, τα τραγουδούσαν παρέες, παρέες. Και καθόνταν στο καφενείο, άμα καθόνταν δεν είχε τίποτ’ άλλο να βάλουν, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα και λέγαν τραγούδια αυτοί. Χωρίς μουσική, με το στόμα έτσι λίγο. Καμιά φορά τον αμανέ τον λέγαν δυό κι έλεγ’ ο ένας χαμηλά κι ο άλλος ψηλά. Δεν είχε μουσική, ο ένας έπαιρνε το χρόνο τ’ αλλουνού. Είχε πολλοί που παίζανε σε νταβούλια, τουμπελέκια και λέγαν έτσι τραγούδια. Αλλά στο καφενείο μέσα δεν παίζαν. Το λέγαν έτσι, τραγουδούσαν χωρίς όργανα. Όλα τα τραγούδια, κάτι παλιά που λέγαν, τα λέγαν έτσι χωρίς όργανα. Όλ’ αυτά τα τραγούδια τα ξέρω. Αυτά κι οι μουσικές που ερχόταν παίζαν αυτά τα τραγούδια. Κάτι ούτια που τα παίζαν, κάτι γέροι παίζαν αυτά τα τραγούδια».

Για τη μουσική της Λέσβου είχε πει: «Στη Μυτιλήνη υπάρχουν οι μανέδες, οι καρσιλαμάδες οι παλιοί, τα ζεϊμπέκικα τα βαριά, εδώ στη Μυτιλήνη υπάρχουν, δεν είναι σ’ άλλα μέρη. Δηλαδή τα βρήκαν εδώ οι Μικρασιάτες, μπορεί να ήρθαν, αλλά τα βρήκαν. Τα παραδοσιακά οι δικοί μας τα είχαν, είχαν μικρασιάτικα που λέν’ πιο βαριά, είχαν τον «Αϊβαλιώτικο». Ήταν ένα η Μυτιλήνη με την Τουρκία, τ’ Αϊβαλί, πήγαιναν-ερχόταν, και ξέραν οι δικοί μας τα μικρασιάτικα, πιο πολύ τα ξέραν. Τα ίδια τα έθιμα, στολή κι αυτά είχαν οι Μυτιληνιοί κι οι Μικρασιάτες κοντά μας που ‘ναι, Αϊβαλί, Πέργαμο, τα ίδια ήταν. Οι άντρες τραβούσαν αμανέ πιο πολύ. Ας πούμε αν έκανε καντάδα κανένας σε μια κοπέλα, της έκανε μ’ αμανέ».

Από το 1969 μέχρι το 1971 ο Σόλωνας Λέκκας τραγουδούσε σε πανηγύρια και καφενεία: «Τότε ήταν αυτά τα μικρασιάτικα τα παλιά, λέγαμε τα παλιά, αμανέδες, το μπάλλο, το λέγαμε στο συρτό απάνω, έπρεπε να πεις μπάλλο στο συρτό… Αυτά του Τσαουσάκη, αυτά τα λέμε, έρχονται προς το μικρασιάτικο. Βαμβακάρη παραγγέλναν κανένα, αν λέγαμε έτσι. Μπαγιαντέρα, του άλλου του Στελλάκη (Περπινιάδη). Γαβαλά δεν έλεγα. Ένας άλλος φίλος είναι, τα ‘λεγε. Αυτός τραγουδούσε λίγο πιο αλλιώς, δεν πήγαινε προς το μικρασιάτικο. Και τα κρητικά μ’ αρέσουν και το κλέφτικο μ’ αρέσει πολύ και το τραγουδάω κιόλας, και τα ηπειρώτικα τα λέω».

«Μετά (στις αρχές της δεκαετίας του 1970) πιάσαν και χαλούσαν δεν τα πολυθέλαν τα παλιά, βγήκαν οι δίσκοι. Τα Μικρασιάτικα, τα Μυτιληνιά τα παλιά δεν τα πολυθέλαν, θέλαν λαϊκά, εγώ δεν τα ‘θελα αυτά, αλλά ο κόσμος δεν τα ‘θελε τα παλιά. Από τότες χαλαστήκαν, απ’ το ’70 κάτι σκοποί πιάσαν και παίζαν στα γρήγορα. Μόνο κάτι παλιοί τα ζητούσαν, ενώ οι άλλοι θέλαν όλο λαϊκά πιο πολύ. Άμα ακούγαν Μικρασιάτικα, κάνα(ν) αμανέ, λέγαν “ωω χωριάτικα”, προπάντων οι νέοι. Τότες είχε βγει ένα τραγούδι “Ψίλοι στ’ αυτιά μου μπήκανε”, το ‘λεγα λίγο αυτό, μόνο αυτό. Εγώ λέω μόνο τα παραδοσιακά τα παλιά, Μικρασιάτικα, τα Μυτιληνιά, αμανέδες, τον μπάλλο, όπως το λέμ’ εδώ στη Μυτιλήνη. Στα τελευταία στα πανηγύρια λέγαμε και κάνα-δυό αμανέδες, έτσι σαν κλείσιμο. […] Η “Αϊσέ” είναι όπως το λένε αυτόν «Καρεκλάτο» τώρα τον ονομάζουν, ενώ παλιά ήταν “Αϊσέ”, είναι ένας χορός λίγο πηδηχτός, ευκίνητος πολύ. Οι παλιοί δεν το ξέραν “καρεκλάτο”, το γυρίσαν και το λέν’ τώρα. Στα πανηγύρια τελειώναμε με τον “πηδηχτόν”, γρήγορο, ξέραν, “θα βάλουμε τον «πηδηχτόν”».

Για τον χορό ο Σόλωνας Λέκκας είχε αναφέρει: «Παλιά γλεντούσαν ο κόσμος και οι γέροι ακόμα γλεντούσαν. Άμα σηκωνόταν ο γέρος να χορέψει ένα σκοπό, τί σκοπό θα χορέψει; το βαρύμαγκα, βαρύ σκοπό χορεύει. Δυό χορεύαν στο συρτό, δυό στον καρσιλαμά, δυό στο ζεϊμπέκικο, μπορεί και μοναχός ιτ κανένας, αλλά συνήθως δυό σηκωνόταν και χορεύαν. Για να ζυγάει τα μάτια τ’ αλλουνού, να βλέπει ο ένας τον άλλο. Εγώ, έβλεπες στο μαγαζί η κίνηση που είχα, γέμιζε, ήταν χορός. Μόνο που γονάτιζαν λίγο έτσι και για να σηκωθούν, ήταν χορός, για να σηκωθούν με το ρυθμό, ναι. Οι παλιοί που χορεύαν σκοπούς με τα μαχαίρια, τα χτυπούσαν πά(νω) στο σκοπό, στο σκοπό πάνω γινόταν αυτό, όχι με τα σχέδια που θα κάνεις. Να είναι ίδιο με το χορό και η κίνηση που θα κάνεις».

Με πληροφορίες από Lesvosnewsnet.gr