του Δημήτρη Καλαντζή

Τίποτα δεν ήταν ίδιο αυτή την Παρασκευή στην Επίδαυρο. Το Φεστιβάλ έκανε πρεμιέρα στα τέλη Ιουλίου, την εποχή δηλαδή που θα βρισκόταν στη μέση του, ο κόσμος ήταν λίγος λόγω των περιορισμένων θέσεων, οι συνεργάτες του Φεστιβάλ ήταν διπλάσιοι για να φροντίζουν τις αποστάσεις και τα μέτρα, οι θεατές έπρεπε να φορούν μάσκες μέχρι να οδηγηθούν στις θέσεις τους και από τα μεγάφωνα ακούγονταν κάθε λίγο οδηγίες για το πως θα κάτσουν, πως θα σηκωθούν και πως θα φύγουν…

Τίποτα δεν ήταν ίδιο στην Επίδαυρο γιατί τίποτα δεν είναι ίδιο και στη ζωή μας πια.

Απλώς, να… Ο χώρος της Επιδαύρου έχει αυτή την ανεξήγητη ενέργεια (ίσως και να είναι αυθυποβολή) που σε χαλαρώνει. Αν μάλιστα γνωρίζεις και την ιστορία του, σε κάνει να πατάς το «off» στις σκέψεις, στο άγχος και τα προβλήματά σου και να μπαίνεις στη «θεραπευτική» διαδικασία του θεάτρου. Το «δράμα» διαδραματίζεται μπροστά σου και όχι μέσα σου. Ο ανυπέρβλητος «λόγος» των κορυφαίων ποιητών σου παρουσιάζει ακραίες καταστάσεις, μεγάλα ηθικά διλλήματα, ανατροπές που αμφισβητούν τις βεβαιότητες και συναισθήματα μεγαλύτερα από αυτά της ζωής. Και αυτή η διαδικασία δύσκολα συνδυάζεται με αντισηπτικά…

Στο θέατρο του 4ου π.χ. αιώνα, για πρώτα φορά οι θέσεις στις κερκίδες ήταν αραιωμένες και αριθμημένες με μαξιλαράκια που εφάρμοζαν πάνω σε οδηγούς / ιμάντες με «σκρατς». Αναγκαίο «ψυχολογικό μέτρο» για να μη νιώθουν οι θεατές «ο ένας πάνω στον άλλο», αλλά όχι απαραίτητα αποτελεσματικό, αφού λίγο να έσκυβε ο πίσω προς την μπροστινή σειρά ή ο μπροστινός να ξεμούδιαζε προς τα πίσω, βρισκόταν σε απόσταση 30 εκατοστών από την ανάσα του άλλου.

Το πολυπληθές προσωπικό του Φεστιβάλ είχε εξοπλιστεί με τις διαφανείς μάσκες / ασπίδες, αμφίβολης αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, αλλά καλύτερα ανεκτές από τον οργανισμό, όταν θα πρέπει να φοριούνται επί ώρες με θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου. Ιδιαίτερα ευγενικό το προσωπικό του Φεστιβάλ, τυπικό στο άνοιγμα των εισόδων (μιάμιση ώρα πριν την παράσταση) και φιλικό, ακόμα κι όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει πεισματάρηδες «αρνητές» της αναγκαιότητας των μέτρων…

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Στην πρώτη του παράσταση ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο, ο Δημήτρης Λιγνάδης πάτησε στα βήματα του Στάθη Λιβαθινού και παρέδωσε μία αξιοπρεπή παράσταση, «διδακτική» για την παρουσίαση του Αρχαίου Δράματος, κατάλληλη «για όλη την οικογένεια», χωρίς «αιχμές», που ενδεχομένως θα δυσκόλευαν μεγάλο μέρος του κοινού ή θα προκαλούσαν φιλολογικές και καλλιτεχνικές αμφισβητήσεις.

Οι Πέρσες, αυτή η αριστουργηματική σύλληψη του Αισχύλου για να προειδοποιήσει τους συμπολίτες του, μέσα από την τραγωδία των εχθρών τους, να μη δείξουν την ίδια αλαζονεία, έχει πάντα για τους σκηνοθέτες το πρόβλημα της σχεδόν ανύπαρκτης σκηνικής δράσης. Όλα αφηγούνται, όλα εξιστορούνται, όλα αριθμούνται και ελάχιστα μένουν να αναπαρασταθούν δραματουργικά. Το μοτίβο είναι: είσοδος – αφήγηση και έξοδος των υποκριτών. Ελάχιστη διάδραση και ελάχιστοι διάλογοι. Αλλά το κείμενο είναι τόσο σημαντικό, που οι σκηνοθέτες παραμερίζουν την προβληματική (για τις μέρες μας) δραματουργική του παρουσίαση, επιχειρώντας να αναδείξουν τον εξαίσιο λόγο.

Και ο λόγος του Αισχύλου ακούστηκε καθαρά στην Επίδαυρο από αυτή την παράσταση του Εθνικού. Η μετάφραση του Θεόδωρου Στεφανόπουλου ήταν λειτουργική, η απόδοση μέρους των χορικών με την ερασμική προφορά έξυπνη (και «διδακτική»), ενώ οι υποκριτές ήταν διαλεγμένοι ένας προς έναν για να ανταποκριθούν φωνητικά στις απαιτήσεις του εμβληματικού θεάτρου, χωρίς την ανάγκη μικροφωνικών εγκαταστάσεων (ελπίζουμε ότι ο παραμορφωτικός εφιάλτης των μικροφώνων να έχει εκλείψει οριστικά από τον χώρο).

Μέσα σε ένα λιτό σκηνικό από μία σειρά στασίδια στο προσκήνιο, μουσική με ποντιακές και δυτικές αποχρώσεις (θύμισε την παράσταση του Μπινιάρη) και έναν «σεμνό» φωτισμό, αναπτύχθηκε ο χορός του Κωνσταντίνου Ρήγου με «εύρημα» τα κοντάρια / λόγχες που «έδεναν» τους χορευτές σε εναλλασσόμενους σχηματισμούς. Ενδιαφέρουσα η κίνηση καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, αν και, παρακολουθώντας επί χρόνια τη δουλειά αυτού του δαιμόνιου χορογράφου και σκηνοθέτη, αισθανθήκαμε ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, ότι κάπου «κρατήθηκε». (Περιμένουμε με ανυπομονησία μία ολόδική του παράσταση στην Επίδαυρο).

Η Λυδία Κονιόρδου ως Βασίλισσα, πάλεψε σκληρά με τον στόμφο στην απόδοση των στίχων και κάποιες στιγμές νίκησε, ενώ άλλες έχασε τη μάχη, παρά τις παύσεις και τα «κρατήματα» που τη βοηθούσαν.

Ο Αργύρης Πανταζάρας ως Άγγελος, πάλεψε με την υπερβολή και την υπερκινητικότητα και σημείωσε, επίσης, νίκες και ήττες. Αδιαμφισβήτητα καλός ηθοποιός, εξαιρετική φωνή, αλλά το «υπερπαίξιμο» στην εποχή μας δεν είναι αποθεωτικό αλλά απλώς… «υπερπαίξιμο».

Μεγάλος «νικητής» της παράστασης ήταν ο Νίκος Καραθάνος ως φάντασμα του Δαρείου. Μία ερμηνεία εκ-πλη-κτι-κή. Έχουμε δει σπουδαίους ηθοποιούς να αποδίδουν άριστα τον Δαρείο στην Επίδαυρο αλλά η συγκεκριμένη ερμηνεία του Καραθάνου έφερε αυτή την παράσταση ένα βήμα μπροστά. Εμφανιζόμενος πίσω από τη σκηνή στα λευκά, με σκόνες να τρέχουν από τα ρούχα του, παρουσίασε ένα «ξένο σώμα» στη ροή της παράστασης με μία απλή, άνετη και «σίγουρη» εκφορά του λόγου, χωρίς καμία προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή να εκβιάσει το συναίσθημα. Ήταν το «ξένο σώμα» του νεκρού στον κόσμο των ζωντανών. Ο λόγος της σοφίας και της «συναισθηματικής ουδετερότητας» ενός παρατηρητή από τα βάθη του Άδη, που δεν μπορεί να τον ταράξει καμία συμφορά περισσότερο από αυτή που βιώνει ήδη: τον θάνατο. Εκ-πλη-κτι-κή απόδοση του ρόλου.

Για αρκετά στοιχεία της παράστασης, δεν έχουμε τη δυνατότητα να περιγράψουμε αναλυτικότερα λόγω της απόφασης της κυρίας Ευαγγελάτου και του κύριου Λιγνάδη να «εξορίσουν» τους δημοσιογράφους στα… ορεινά του θεάτρου.

Η «ΕΞΟΡΙΑ» ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ

Για πρώτη φορά στα χρονικά του Φεστιβάλ Επιδαύρου, η Διοίκηση αποφάσισε να περιορίσει τη δυνατότητα των δημοσιογράφων να παρακολουθήσουν μία παράσταση. Με το πρόσχημα του περιορισμού των θέσεων, αρνήθηκε την παροχή προσκλήσεων και οι λίγες που τελικά παραχώρησε οδηγούσαν σε θέσεις εκτός περισχοίνισης, δηλαδή πολύ μακριά από τη σκηνή και τη δυνατότητα να παρατηρήσεις τους ηθοποιούς, τα κοστούμια, τις λεπτομέρειες των κινήσεων και των ερμηνειών.

Να ξεκαθαρίσουμε ότι οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι που παρακολουθούν συστηματικά τις παραστάσεις της Επιδαύρου και γράφουν γι αυτές είναι ελάχιστοι. Τα έξοδα παρακολούθησης (μετάβαση στην Επίδαυρο και είσοδος στο θέατρο) δεν καλύπτονταν και δεν καλύπτονται από κανένα μέσο ενημέρωσης. Χωρίς τις «προσκλήσεις» θα έπρεπε να τα επιβαρυνθούν εξολοκλήρου οι ίδιοι. Όχι για τη διασκέδασή τους, αλλά για τη δουλειά τους.

Μέχρι πέρσι, οι διοικήσεις του Φεστιβάλ και – περισσότερο- του Εθνικού Θεάτρου τους διευκόλυναν με κάθε τρόπο, ακόμα και βάζοντας σχετικό πουλμανάκι που τους πήγαινε και τους έφερνε στην Επίδαυρο, ενώ οι θέσεις, μπορεί να μην ήταν κεντρικές, αλλά ήταν σε ένα εύρος που μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις λεπτομέρειες κάθε παράστασης και να γράψουν για αυτές.

Θα έπρεπε να γνωρίζουν η κυρία Ευαγγελάτου και ο κύριος Λιγνάδης ότι οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι μέλη της ΕΣΗΕΑ, δεν ανήκουν στην κατηγορία των “celebrity” που ενδιαφέρονται να «καυχηθούν» ότι κάθισαν στη σειρά 9 ή 10. Τη δουλειά τους επιχειρούν να κάνουν. Και μάλιστα σε μία εποχή με πολύ κακές συνθήκες μισθοδοσίας και επαγγελματικής ανασφάλειας.

Είναι λάθος της κυρίας Ευαγγελάτου και του Κυρίου Λιγνάδη εάν επιχειρούν να  αντικαταστήσουν τη δουλειά των επαγγελματιών δημοσιογράφων με δημοσιοσχετίστικες αναρτήσεις στα social media, χαρωπές, χωρίς ίχνος κριτικής και βάθους. Είναι λάθος, όχι γιατί στρέφεται εναντίον των δημοσιογράφων, αλλά διότι στρέφεται εναντίον της εμβάθυνσης και της διάδοσης της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που χρειάζεται τον κριτικό λόγο – και όχι τα social media – για να εξελίσσεται και να συνεχίσει να απασχολεί τους πολίτες.

Υ.Γ Από την επιλογή της «εξορίας» των δημοσιογράφων, αδικήθηκαν περισσότερο τα κοστούμια της Εύας Νάθενα, τα οποία είχαν εξαιρετικές λεπτομέρειες – όπως είδαμε μόνο σε… φωτογραφίες.

Πηγή: postmodern.gr

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις