Μάνος Κατράκης, ο βενιαμίν της οικογενείας του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και Ειρήνης, που είχε πέντε παιδιά. Δέκα ετών, από την Κρήτη βρέθηκε στην Αθήνα αφού η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει στην πρωτεύουσα, καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Σε νεαρή ηλικία, γίνεται ο προστάτης του σπιτιού, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει μεταναστεύσει στην Αμερική.

Στα νεανικά του χρόνια παίζει ποδόσφαιρο, στην θέση του σέντερ μπακ, στην ανεξάρτητη ομάδα του «Κεραυνού Πολυγώνου» και το 1925 μεταπηδά στον Αθηναϊκό. Με τον Αθηναϊκό αγωνίζεται στα πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ.Α. Η ζωή του στη συνέχεια γίνεται πολυτάραχη, όπως ήταν για τους περισσότερους τα χρόνια εκείνα.

Εξόριστος στη Μακρόνησο με τον Γιάννη Ρίτσο

Πολεμά στο μέτωπο και εντάσσεται στις δυνάμεις του ΕΑΜ και στο ΚΚΕ. Μετά το τέλος της Εθνικής Αντίστασης συλλαμβάνεται. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει «δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών» οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και τέλος εξορία στη σκληρή Μακρόνησο και στον απομονωμένο Άη Στράτη, για σχεδόν επτά χρόνια. Μαζί με τους φίλους και συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, Τζαβαλάς Καρούσος και Γιάννης Χοντζέας, αντιμετωπίζουν τη δύσκολη αυτή περίοδο της ζωής του. Ταυτόχρονα εμψύχωνε συντρόφους του στους τόπους εξορίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, όμως το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά, αρχικά στο ραδιόφωνο και σιγά-σιγά να παίρνει μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Να κάνουμε μία παρένθεση εδώ για να πούμε ότι ήδη πριν τον πόλεμο είχε ξεκινήσει να βαδίζει το δρόμο της ηθοποιίας.

Όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή ενθουσιάστηκαν από τη δυναμικότητά του, κι έναν χρόνο αργότερα έπαιξε στην πρώτη ελληνική βουβή ταινία με τίτλο. Στη συνέχεια παίζει και στην πρώτη ομιλούσα ταινία, «ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας» (ντουμπλαρίστηκε στη Γερμανία). Σε αυτή ένας αγνώριστος Κατράκης παίζει τον ρόλο του Μήτρου, όταν ερωτεύεται τη Στάθαινα. Παράλληλα συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, και το 1931 μπήκε στο Εθνικό Θέατρο.

Η καριέρα του παίρνει μπροστά το 1951 και σύντομα πρωταγωνιστεί στον «Προμηθέα» του Αισχύλου, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνιστεί στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954 εργαζόταν στο Θέατρο Αθηνών και από το επόμενο έτος το Εθνικό Λαϊκό Θέατρο.

Παντρεύτηκε νέος σε ηλικία 25 ετών αλλά σύντομα χωρίζει, ξαναπαντρεύεται κατά τη διάρκεια της Κατοχής και η γυναίκα του χάνει τα δίδυμα παιδιά τους στο όγδοο μήνα. Τότε ζει περίοδο μεγάλης φτώχειας και πούλαγε τα ρούχα του για να ζήσει. Τελικά χωρίζουν και το 1954, ερωτεύεται δυνατά τη χορεύτρια με το θεϊκό κορμί, Λίντα Άλμα, που γίνεται η τρίτη και δια βίου σύζυγός του.


Λίντα Άλμα, ο άνθρωπος της ζωής του. Πέθανε κι αυτή από καρκίνο μετά τον θάνατο του Μάνου

Σε συνέντευξή του, στον συγγραφέα της βιογραφίας του Αλέξη Κομνηνό, λέει για τη γυναίκα του: «Η Λίντα αντικατέστησε ό,τι είναι δυνατόν να υπάρξει αγαπημένο σ’ έναν άνθρωπο. Μάνα. Πατέρα. Ερωμένη. Σύζυγο. Φιλενάδα. Θύμα. Τι να σου πω. Υπηρέτη. Αφέντη. Τι να σου πω. Δηλαδή δε νομίζω ότι βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι. Είναι ένα πλάσμα άλλου κόσμου! […] Εγώ της έδωσα μάλλον πίκρες. Όμως την λατρεύω. Και τελικά πέρα από τη Λίντα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια. Ούτε υπήρξε ούτε υπάρχει. Κι αυτό από τον πρώτο καιρό που την γνώρισα». Μετά τον θάνατο του Κατράκη, η Λίντα Άλμα θα οργανώσει το αρχείο του και θα φροντίσει για την αξιοποίηση του υλικού που άφησε πίσω του, σκοντάφτοντας συνήθως στην αδιαφορία της πολιτείας και άλλων επίσημων φορέων.


Με την Ντόρα Βολανάκη στην ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα»

Τελευταία ταινία του Μάνου Κατράκη είναι η μαγική ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα», σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Η ιστορία πραγματεύεται την επιστροφή ενός πολιτικού πρόσφυγα, έπειτα από τρεις δεκαετίες εξορίας στη Σοβιετική Ένωση και την αδυναμία του να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και καταστάσεις, αφού η μνήμη του παραμένει προσκολλημένη στο παρελθόν. Ο Μάνος Κατράκης, λίγους μήνες μετά την προβολή της πεθαίνει από καρκίνο, όπου τον οποίο είχε ήδη προσβληθεί. Την εποχή της προβολής της, η ταινία σάρωσε τα κρατικά βραβεία της χώρας μας, ενώ σημαντική διάκριση αποτελεί και το βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ των Καννών.

Έζησε μια ζωή γεμάτη, από θριάμβους, δυσκολίες και πάθη. Κι ήταν όλα αυτά που τον καθόρισαν. Έγραψε ιστορία, ως «Προμηθέας» και «Κρέοντας», αλλά και ως σκληρός μεγαλοαστός, άτεγκτος στρατηγός και μεγαλοτσιφλικάς του Θεσσαλικού Κάμπου στο «Χώμα βάφτηκε κόκκινο», του Βασίλη Γεωργιάδη. Ο μεγάλος ηθοποιός σε κόντρα ρόλους «κέντησε» έναν απόλυτο κι αξεπέραστο μύθο. Για να έρθει η στερνή υπόκλιση, στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» όπου κι εδώ μεγαλούργησε, κοιτάζοντας άφοβα, στα μάτια, τον καρκίνο.

«Σύντροφε Μάνο στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη..» είχε γράψει γι΄ αυτόν ο Γιάννης Ρίτσος.