«Φαντάζομαι αν ήταν κι εκείνος εδώ, αυτόν τον καιρό, δεν θα ένιωθε τόσο άβολα όσο οι περισσότεροι από εμάς σε μια καθημερινότητα κοινωνικής απομόνωσης, γιατί απλώς το είχε, με τον έναν ή άλλον τρόπο, προβλέψει. Στο έργο του άλλωστε υπάρχει αυτός ο αόρατος εχθρός που επιζητά να περιορίσει την ελευθερία των (αντι-)ηρώων του, αλλά εκείνοι τελικά πάντα του ξεφεύγουν, επιλέγοντας το «όχι πια εδώ», λέει ο Χρήστος Χουλιάρας που διετέλεσε δίπλα του βοηθός σκηνοθέτης για χρόνια.

Όπως εύστοχα γράφει ο Θανάσης Γιαννόπουλος: «Η ζωή του Νίκου Νικολαΐδη ήταν μια ταινία που από ανάγκη γυρίστηκε στην Ελλάδα –απ΄αυτές που φτιάχνονται με πολύ ταλέντο, εμπνευσμένο σενάριο αλλά σχεδόν μηδενικά μέσα παραγωγής και περιορισμένη διανομή. 

Πέρασε την παιδική του ηλικία έχοντας να αντιμετωπίσει το θάνατο της μητέρας του -στα Εξάρχεια όπου έπρεπε να παίζει ενώ δίπλα του έσκαγαν χειροβομβίδες και θέριζαν τα  μυδραλιοβόλα του Εμφύλιου. Έφηβος πλέον, αλώνισε το κέντρο της Αθήνας, ροκενρολάς της θρυλικής παρέας του Green Park, ατίθασος κι εξεγερμένος –θυμάσαι το Wild One με τον Μάρλον Μπράντο; Πού τον ρωτάει η γκαρσόνα: «Τζόνι, εναντίον τίνος επαναστατείς;» κι απαντάει εκείνος: «Έχεις τίποτα πρόχειρο;» (Πηγή: artplay.gr)

Όταν έρχεται η επταετής δικτατορία ο Νίκος Νικολαΐδης έχει γράψει ήδη τις δυο τρομερές νουβέλες του, τον «Ιούλιο στην Κόλαση» και τον «Συμεών στον Άδη». Κι έχει γυρίσει (1962) την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, το «Lacrimae Rerum» με κλεμμένο φιλμ από την ΦΙΝΟΣ στην οποία δούλευε και μάθαινε τον κινηματογράφο. Αποθεώνεται από τους κριτικούς σαν πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης.

Στη συνέχεια γυρίζει το «Άνευ όρων», μια ταινία «μεσαίου μήκους» και παίρνει άσχημες κριτικές. Πρόκειται για μία ταινία με έναν κινηματογραφιστή που μπλέκεται στα γρανάζια του συστήματος στην οποία παίζει κι ο ίδιος μαζί με την, τότε, γυναίκα του την Έλλη Λοϊζου. Και κατά τη διάρκειά της, κρυμμένος στη Θεσσαλονίκη, γράφει τον «Οργισμένο Βαλκάνιο», ένα βιβλίο που σημάδεψε (μαζί με τις πρώτες ταινίες του) τη γενιά του ’80.

Το 1974 κάνει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, το «Ευρυδίκη 2037» με τον φίλο του τον Γιώργο Πανουσόπουλο στην κάμερα, με την απίθανη Βέρα Τσέχοβα (εγγονή του Άντον Τσέχοφ και μόνιμη κάτοικο Δυτικής Γερμανίας) που συμμετέχει πληρώνοντας από την τσέπη της τα έξοδα της, στο εξοχικό της οικογένειας της νυν γυναίκας του στα Λεγραινά.

Παίρνει βραβείο σκηνοθεσίας από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποθεώνεται για μια ακόμα φορά από τους κριτικούς αλλά αρχίζει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία –ποιος είναι αυτός ο τύπος που έρχεται να χαλάσει τη διάθεση μιας χώρας που πανηγυρίζει την ανάστασή της μετά την ανατροπή της χούντας;


Καρέ από την ταινία “Γλυκιά Συμμορία” με τον Τάκη Σπυριδάκη

Το 1979 και το 1983 βγάζει τις πιο επιτυχημένες ταινίες του, «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (έναν φόρο τιμής στο ασυμβίβαστο κομμάτι της γενιάς τού ‘50) και τη «Γλυκιά Συμμορία». Πλέον γίνεται φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος υπερασπίζεται τις αξίες του πυροβολώντας κατά ριπάς. Το σύστημα του προσέφερε λιγοστά και «μετρημένα» βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Οι κριτικές εξακολουθούν να είναι διθυραμβικές αλλά αρχίζει η επίθεση. Ο ίδιος είχε πει σχετικά:

«Με Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα και τη Γλυκιά Συμμορία, τις οποίες θεωρώ ταινίες πολιτικής και αισθητικής παρέμβασης, αποκάλυψα τις υπόγειες σήραγγες που ενώνουν τα συμφέροντα της Αριστεράς και της Δεξιάς, και βέβαια ο χρόνος με δικαίωσε… Με όλες τις ταινίες μου είχα προβλήματα. Αλλά με τη Γλυκιά Συμμορία αγρίεψαν».

Μετά τη «Γλυκιά Συμμορία» έχει αποκτήσει την αίγλη του «σκηνοθέτη του περιθωρίου». Οι κόντρες τον τρέφουν, αλλά η αποδοχή σε βαθμό ινδαλματοποίησης  τον τρομάζει. Κι έτσι, ωραία και απλά, τους τη σκάει… Εκεί που τον περιμένουν να γυρίσει κι άλλα Κουρέλια και Συμμορίες, βγάζει, το 1987, την «Πρωινή Περίπολο».Πρόκειται για έναν λυρικό μελλοντολογικό εφιάλτη που πατάει γερά στις εμμονές του από το παρελθόν. Ο «χώρος του περιθωρίου» τον παραμερίζει, οι κριτικοί τον αποθεώνουν, κρατώντας όμως και κάποιες επιφυλάξεις γιατί με το Νικολαΐδη ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Και κάπου εκεί τον ξεχνάνε…

Ο Νικολαΐδης συνεχίζει πλέον μόνος. Με το «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα» και τελικά με το «Zero years» κλείνει, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, τον κύκλο των ταινιών του, δηλώνει ότι «βαρέθηκε να κάνει σινεμά» κι απομονώνεται σε βαθμό εγκλεισμού. Τα έβαλε συνειδητά με το κατεστημένο και αυτό συνειδητά τού το ανταπέδωσε. Έζησε απομονωμένος στο ωραίο του σπίτι και στον δικό του κόσμο. Πέθανε το 2007 σαν σήμερα.

Έφτιαξε οκτώ ταινίες που επηρέασαν καθοριστικά την επόμενη γενιά των Ελλήνων σκηνοθετών αλλά και των νέων γενικότερα. Η «Γλυκιά συμμορία», διόλου τυχαία, βρίσκεται πάντα μέσα στη δεκάδα των καλύτερων ελληνικών ταινιών όλων των εποχών, όπως τις συντάσσουν τα μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.