Ο Χρόνης Μϊσσιος, γεννήθηκε στην Καβάλα στις 8 Νοεμβρίου 1930 και μεγάλωσε σε περιβάλλον καπνεργατών και μικρασιατών προσφύγων. Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, λόγω των πολιτικών διώξεων του καθεστώτος Μεταξά. Άρχισε να εργάζεται από πολύ μικρός ως μικροπωλητής και κατά την διάρκεια της Κατοχής βρέθηκε μαζί με άλλα παιδιά στα Γιαννιτσά, με πρωτοβουλία του Ερυθρού Σταυρού, για να γλυτώσει από την πείνα. Εκεί ήρθε σε επαφή με αντάρτικες ομάδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ της περιοχής, οι οποίες και τον χρησιμοποίησαν ως σύνδεσμο.

Το 1944, με την απελευθέρωση, γύρισε στην Θεσσαλονίκη και εντάχθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων, μετέχοντας στο εξής ενεργά και μάχιμα σε όλες τις κινήσεις και τις περιπέτειες της Αριστεράς. Το 1947, κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ύστερα από εννεάμηνη αναμονή σε κελί μελλοθανάτων του δόθηκε χάρη, αλλά παρέμεινε φυλακισμένος έως το 1953.

Μετά την αποφυλάκισή του κλήθηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία και στάλθηκε κατευθείαν στη Μακρόνησο και αργότερα στο στρατόπεδο του Αη-Στράτη. Το 1962 απελευθερώθηκε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως επαγγελματικό στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ και της Νεολαίας Λαμπράκη. Με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, συμμετείχε μαζί με άλλους Λαμπράκηδες στην ίδρυση Πατριωτικού Μετώπου (30 Απριλίου 1967), το οποίο μετονομάστηκε σε Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), τον επόμενο μήνα, με την συμμετοχή στελεχών του ΚΚΕ. Τον Νοέμβριο του 1967 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 18 ετών. Έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας και Κορυδαλλού έως τον Αύγουστο του 1973, οπότε αποφυλακίστηκε με την αμνηστία.

Eμφανίστηκε στα γράμματα το 1985 με το “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς“. Στο βιβλίο του αυτό ξετυλίγει την τριαντάχρονη περιπέτεια συλλήψεων, φυλακίσεων και εκτοπισμών του και μετατρέπει την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους.

Στα επόμενα βιβλία του θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα. Έζησε πολλά χρόνια στο Καπανδρίτι. Άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο των Αθηνών, στις 20 Νοεμβρίου 2012, χτυπημένος από την επάρατο νόσο.



Είπε:

«Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, αλλά δεν θα επιτρέψω ούτε και σε αυτό να με αλλάξει».

«Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη».

«Ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά». 



Πώς έμαθε να διαβάζει

Σε συνέντευξή που είχε δώσει σε δύο φοιτητές, είχε μιλήσει για την πρώτη επαφή του με τα γράμματα. “Στη φυλακή, μας είχαν καταδικάσει σε θάνατο. Στο πρώτο στρατοδικείο που πέρασα είχα καταδικαστεί τρεις φορές σε θάνατο, κάτι ισόβιες, κάτι τέτοιο, και ήμασταν στο κελί των μελλοθανάτων και περιμέναμε να μας εκτελέσουν στο Εφταπύργιο του Γιεντικουλέ. Τα κελιά εκείνα, μέσα στον τοίχο, κατασκότεινα. Εμείς οι τρεις μέναμε στο τέταρτο κελί, που απέναντι στο διάδρομο είχε έναν μικρό φεγγίτη τόσο δα, με κάγκελα. Του κελιού η πόρτα είναι σιδερένια και έχει απλώς τον χαφιέ που λέμε, ένα μικρό παραθυράκι, μισοφέγγαρο, που τη μέρα είναι ανοιχτό. Σε κάποια φάση της μέρας, κάποιες αχτίδες του ήλιου χτυπούσαν στον φεγγίτη και περνούσαν τον χαφιέ της πόρτας και σκάγανε στον τοίχο του κελιού. Οι δικοί μας, μας φέρνανε τρόφιμα τότε. Συνήθως ήταν τυλιγμένα σε εφημερίδες τότε ή σε χαρτιά από περιοδικά, και όταν έσκαγε εκεί ο ήλιος, επειδή το Κόμμα έλεγε τότε ότι σε όποιες συνθήκες και αν βρίσκεται ένας κομμουνιστής, πρέπει να διαβάζει. Ο Ζαχαριάδης έλεγε: «Αγάπα το κελί σου, τρώγε όλο το ψωμί σου, διάβαζε πολύ».

Γονατίζαμε λοιπόν, ήμασταν δύο αγράμματοι, ο άλλος ήξερε γράμματα, και κολλάγαμε το χαρτί εκεί που χτυπούσε ο ήλιος και βλέπαμε και προσπαθούσαμε να διαβάσουμε. Ο άλλος δεν ήξερε να τονίζει. «Οι παπίες», έλεγε – «οι πάπιες», του έλεγα εγώ. Έτσι μαθαίναμε τις λέξεις να τις βλέπουμε τυπωμένες στο χαρτί. Πήραμε αναστολή από την εκτέλεση και συναντηθήκαμε με τους άλλους στον θάλαμο, εκεί. Υπήρχαν εκεί τα παιδιά της ΕΠΟΝ, τα οποία ήτανε κυρίως φοιτητές, μεταξύ αυτών ο μακαρίτης ο μεγάλος μας ποιητής ο Μανόλης Αναγνωστάκης, όπου αυτοί ανέλαβαν να με μάθουν να διαβάζω. Την πρώτη φορά που απομυθοποίησα στο γραμμένο χαρτί μια πρόταση, ήμουν ευτυχής. Μετά, αγάπησα τόσο πολύ το διάβασμα, με γοήτευε τόσο πολύ αυτό το γραμμένο χαρτί, ώστε όπου έβλεπα βιβλίο το διάβαζα“.

Με πληροφορίες από Σαν Σήμερα

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις