Ο Φίλιππος Κατσώνης είναι 18 ετών, ζει στην Αθήνα και σπουδάζει στο πρώτο έτος της Νομικής Σχολής Αθηνών. Παράλληλα ασχολείται και με τον κινηματογράφο, με τον οποίο δηλώνει “ερωτευμένος”, περνάει τις ώρες του στα γραφεία του περιοδικού Σινεμά, ενώ αρθρογραφεί και σε blog.

Επιμέλεια Συνέντευξης: Ασημάκης Κωνσταντόπουλος, τακτικό μέλος του μη κερδοσκοπικού σωματείου   Vision Network Athens
Vision Network Athens facebook @Flash.gr

Κύριε Κατσώνη, πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τον κινηματογράφο;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως εξ απαλών ονύχων θυμάμαι τον εαυτό μου να ψάχνει μανιωδώς και να ανακαλύπτει διαρκώς νέες ταινίες στα ράφια της βιβλιοθήκης του παππού ή στο κέντρο της Αθήνας σε κουτιά παλαιοπωλείων που ήταν στιβαγμένες, περιμένοντας κάποιον να τις ανακαλύψει. Για να μη μακρυγορώ, το «σινεμικρόβιο» θα μπορούσαμε να πούμε πως το «κόλλησα» τα κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι του παππού βλέποντας μαζί θρυλικά γουέστερν και ταινίες της λεγόμενης «Χρυσής Εποχής» του Χόλιγουντ.

Τι είδους ταινίες προτιμάτε;

Αγαπημένο είδος δεν έχω, καθώς παρακολουθώ, σχεδόν, τα πάντα, προκειμένου να έχω μια σφαιρική άποψη. Σίγουρα θα μπορούσαμε να πούμε πως έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα φιλμ νουάρ, στον ανεξάρτητο αμερικάνικο κινηματογράφο, στον ευρωπαϊκό, καθώς και στις φεστιβαλικές ταινίες, τις οποίες θεωρώ μικρά «διαμαντάκια», μικρο-μεσαίες παραγωγές, δηλαδή, απ’ όλο τον κόσμο, που, δυστυχώς, δεν βρίσκουν διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες. Από την άλλη πλευρά, όπως σθεναρά υποστηρίζει και ο αγαπημένος Σκορσέζε, δε θεωρώ τις ταινίες της Μάρβελ σινεμά και εν γένει τις ταινίες με υπερήρωες, δεδομένου ότι δεν είναι και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το ανθρώπινο σινεμά που προσπαθεί να μεταδώσει συναισθηματικές, ψυχολογικές εμπειρίες στους άλλους ανθρώπους.

Ποιες ταινίες συγκαταλέγονται στις 5 αγαπημένες σας;

Όσον αφορά τις αγαπημένες ταινίες να σημειωθεί πως η επιλογή είναι τρομακτικά δύσκολη, μιας και είναι αδύνατο να συμπεριλάβω σε ένα τοπ-5 όλα τα αριστουργήματα της Έβδομης Τέχνης. Ακολουθεί η υποκειμενική και χωρίς αξιολογικό χαρακτήρα επιλογή:

Η Νύχτα του Κυνηγού (The Night of the Hunter, 1955) του Τσαρλς Λότον

Ένας ιεροκήρυκας εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος παραβιάζει τις Δέκα Εντολές και προσεγγίζει χήρες, αποσκοπώντας στην περιουσία τους. Ο Τσάρλς Λότον βρίσκεται για πρώτη, και τελευταία, φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Ρόμπερτ Μίτσαμ μεταμορφώνεται σε έναν από τους τρομακτικότερους κακούς στην κινηματογραφική ιστορία, ο διευθυντής φωτογραφίας Στάνλει Κορτέζ μεγαλουργεί «παίζοντας» με τις αντιθέσεις άσπρου-μαύρου και ένα κυνήγι γάτας-ποντικιού μόλις ξεκινάει. Ένα συγκλονιστικό φιλμ, με βιβλικές παραβολές, πάνω στο Καλό και στο Κακό, που με το πέρασμα των χρόνων έχει βρει τη θέση που του αρμόζει στο πάνθεον των καλύτερων ταινιών.


Tokyo Story (Τοkyο Monogatari, 1953) του Γιασουχίρο Οζου

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων θα πάει στο Τόκιο για να επισκεφθεί τα παιδιά του, βρισκόμενο, τελικά, αντιμέτωπο με την απόρριψη, αφού αναστάτωσε το πρόγραμμα της κόρης και του γιου. Το «Tokyo Story», ενδεικτικό δείγμα όχι μόνο μινιμαλιστικού κινηματογραφικού στιλ του Όζου, αλλά και μιας ολόκληρης ιαπωνικής φιλοσοφίας, δίνει με τον πιο ειλικρινή τρόπο απάντηση στα ανείπωτα ερωτήματα του ανθρώπου, πραγματευόμενο τη μοναξιά και τον θάνατο, θυμίζοντας μιας πως η κινηματογραφική μαγεία προκύπτει από τα «απλά» και δεν χρειάζεται «υπερβολές». Με λίγα λόγια μια από τις πιο συγκινητικές και ανθρώπινες ταινίες που έχει δημιουργήσει το σινεμά.


Δεσμώτης του Ιλίγγου (Vertigo, 1958) του Αλφρεντ Χίτσκοκ

Ένας αστυνομικός δέχεται, έπειτα από παρότρυνση ενός φίλου, να παρακολουθήσει την γυναίκα του, μια αινιγματική προσωπικότητα, η οποία πιστεύει πως την έχει κυριεύσει το πνεύμα μιας νεκρής. Κορωνίδα της χιτσκοκικής φιλμογραφίας, ο «Δεσμώτης του Ιλίγγου» επιδέχεται πολλών αναγνώσεων, πραγματεύομενος την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων ψυχώσεων και αδυναμιών, συνεπαίρνοντας μας σε μια δίνη, από την οποία δύσκολα μπορείς να βγείς. Για τον γράφοντα, όπως και για πολλούς, το πιο μυστηριώδες και υποβλητικό έργο του σκηνοθέτη, αλλά και το καλύτερο όλων των εποχών* τελεία και παύλα.


Τραγουδώντας στη Βροχή (Singing in the Rain, 1952) των Τζιν Κέλι, Στάνλεϊ Ντόνεν

Οι σχέσεις ενός πρωταγωνιστικού ζευγαριού του βωβού κινηματογράφου, το οποίο καλείται να περάσει στον ομιλούντα, θα ανατραπούν, όταν η καλλίφωνη Κάθι Σέλντεν αναλαμβάνει το ντουμπλάρισμα της απαίσια φωνής που έχει η Λίνα Λαμόντ. Απενοχοποιημένο και απαλλαγμένο από τις συμβάσεις της εποχής, συνδυάζοντας απλό σενάριο, υπέροχες χορογραφίες, αλησμόνητα τραγούδια και μια σινεφίλ αύρα, το «Τραγουδώντας στη Βροχή» όχι μόνο έχει γράψει ιστορία, κάνοντας μας να βλέπουμε με άλλο μάτι και με μια πιο παιχνιδιάρικη διάθεση το περπάτημα εν ώρα βροχής χτυπώντας ρυθμικά, αλά Τζιν Κέλι, τα πόδια μας στο έδαφος, αλλά, ταυτόχρονα, αποτελεί και το καλύτερο μιούζικαλ που έκανε το Χόλιγουντ.

Διπλή Ταυτότητα (Double Indemnity, 1944) του Μπίλι Γουάιλντερ

Ένας ασφαλιστής, παρασυρόμενος από τη σύζυγο ενός πελάτη του, σχεδιάζει μαζί της τη δολοφονία του, προκειμένου να εισπράξουν τα ασφάλιστρα, κάνοντας τον τέλειο φόνο… ή μήπως και όχι; Μηχανοραφίες, σκληρός ρεαλισμός και μπόλικο σασπένς συνθέτουν το πιο αγωνιώδες και ατμοσφαιρικό φιλμ νουάρ στην ιστορία του κινηματογράφου, αλλάζοντας τους κανόνες του είδους. Ο Μπίλι Γουάιλντερ ορίζει τον όρο «femme fatale» και η Μπάρμπαρα Στάνγουικ δίνει σάρκα και οστά σε έναν από τους σπουδαιότερους γυναικείους ρόλους γράφοντας ιστορία.

Κατά τη γνώμη σας, ποιες ταινίες ξεχώρισαν κατά την περσινή κινηματογραφική σεζόν;

Η περσινή κινηματογραφική σεζόν, σε αντίθεση με την προηγούμενη, ήταν σαφώς καλύτερη προσφέροντας μερικά αριστουργήματα, γεγονός που με χαροποιεί ιδιαίτερα, δηλώνοντας πως το σινεμά είναι παρόν με παραγωγές απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο οσκαρικός θρίαμβος των αλληγορικών «Παρασίτων» του Μπονγκ Τζουν-χο, που έγινε η πρώτη μη αγγλόφωνη ταινία που καταφέρνει να κερδίσει το βραβείο της καλύτερης ταινίας, ανοίγοντας, με αυτό τον τρόπο, τον δρόμο και για άλλες που θα ακολουθήσουν. Στην ίδια κατεύθυνση, το λυρικό τετράωρο, αλλά άγνωστο στο ευρύ κοινό, φιλμ, του Χου Μπο, «Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος», αλλά και το σπαρακτικό και συνάμα εξομολογητικό «Πόνος και Δόξα» του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε τον «Ιρλανδό», το magnum opus του Σκορσέζε, το «Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται» της Σελίν Σιαμά, που πραγματεύεται με ποιητική και ρομαντική ματιά τον έρωτα δύο γυναικών στα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά και τον «Τζόκερ», του Τοντ Φίλιπς, ο οποίος μόνο απαρατήρητος δεν πέρασε, διχάζοντας κοινό και κριτικούς, καταφέρνοντας, όμως, να κάνει εισπρακτικό θρίαμβο.

Ποιους χειμερινούς και θερινούς κινηματογράφους στην πόλη μας θα μάς προτείνατε;

Αναμφισβήτητα η Αθήνα φημίζεται για τους κινηματογράφους της, αποτελώντας ένα κατεξοχήν κινηματογραφικό στέκι για τους σινεφίλ και μη καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου, καθώς είναι γνωστό πως η χώρα μας έχει για σύμμαχο το εύκρατο κλίμα. Από τους χειμερινούς κινηματογράφους, τους οποίους και προτιμώ, δεδομένου ότι μεγιστοποιούν την κινηματογραφική εμπειρία, ξεχωρίζω το Ιντεάλ στην Πανεπιστημίου, την Έλλη στην Ακαδημίας, το Άστορ και Άστυ επί της Κοραή, αλλά και την Ατλαντίδα που βρίσκεται επί της λεωφόρου Βουλιαγμένης. Τα θερινά, από την άλλη πλευρά, μας συντροφεύουν τους καλοκαιρινούς, και όχι μόνο, μήνες, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην κινηματογραφική μας έξοδο. Τα θέρινα που θα πρότεινα βρίσκονται διάσπαρτα στην ευρύτερη Αθήνα, και όχι μόνο στο κέντρο της, όπως συμβαίνει με τους χειμερινούς κινηματογράφους. Πρόκειται, λοιπόν, για το Cine Paris στην Πλάκα, το Σινέ Δάφνη στην Δάφνη, τη Λάουρα στο Παγκράτι, το Cine Άνεσις στους Αμπελοκήπους, την Ταινιοθήκη της Ελλάδος στον Κεραμεικό και το Θησείον που βρίσκεται στον ομώνυμο πεζόδρομο.

Κατά ποια έννοια αναπαράγει ο κινηματογράφος στοιχεία διαπολιτισμικά;

Ως όρος η διαπολιτισμικότητα δύσκολα μπορεί να οριστεί με ακρίβεια, αλλά σε γενικές γραμμές αποτελεί μια διαλεκτική σχέση, μια σχέση διάδρασης και συνεργασίας ατόμων διαφορετικών εθνικοτήτων. Λαμβάνοντας υπόψη την ερώτηση που μου τέθηκε, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Το γεγονός ότι ο κινηματογράφος αναπαράγει διαπολιτισμικά στοιχεία γίνεται έμπρακτα, και δεν παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο. Η κινηματογραφική τεχνική, με την πάροδο των χρόνων, έχει μετασχηματιστεί σε κινηματογραφική επικοινωνία, και προς αυτή την κατεύθυνση στρατεύεται ο κινηματογράφος, προκειμένου να επικοινωνήσει στον θεατή διάφορα πολιτισμικά στοιχεία, γιατί από τον τόπο που είναι γυρισμένη η εκάστοτε ταινία και την γλώσσα που ομιλείται, μέχρι τα μηνύματα που θίγει, όλα αυτά αποτελούν διαπολιτισμικά στοιχεία. Επίσης, ας μην ξεχνάμε πως η ίδια η δημιουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας προάγει την πολυπολιτισμικότητα, αν αναλογιστούμε πόσοι άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους με έναν και μοναδικό σκοπό: την δημιουργία μιας άρτιας ταινίας. Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός πως ο κινηματογράφος, ως Έβδομη Τέχνη, δεν προάγει την διαπολιτισμικότητα.

Επιμέλεια Συνέντευξης: Ασημάκης Κωνσταντόπουλος, τακτικό μέλος του μη κερδοσκοπικού σωματείου   Vision Network Athens
Vision Network Athens facebook @Flash.gr

Ο Ασημάκης Κωνσταντόπουλος είναι εκπαιδευτικός ΠΕ07 επί σειρά ετών στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη διδακτική της γερμανικής γλώσσας.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις