Ο Σταύρος Τσιώλης, διακεκριμένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος του νέου ελληνικού κινηματογράφου, πέθανε το 2019,  ευτυχισμένος που αγαπήθηκε πολύ το έργο του. Έχει κάνει άκρως ενδιαφέρουσες αφηγήσεις για τη ζωή του όταν ήταν εν ζωή, που σε έκαναν να νιώθεις ότι παρακολουθείς ακόμα μία κινηματογραφική ταινία του.

Έχει αφηγηθεί από την πρώιμη νεότητά του που μάζευε βόλια απ’ τις εκτελέσεις πατριωτών από τους Γερμανούς, για να τα πουλήσουν για μολύβι να αγοράσουν ψωμί, ρύζι και γάλα, μέχρι την ηλικιωμένη του ζωή. Τώρα, ενάμιση χρόνο μετά τον θάνατο του σπουδαίου δημιουργού, κυκλοφόρησε και το βιβλίο του «Κεφάλαια πέντε, ανάσες τέσσερες», και αποτελεί την πρώτη εκδοτική δραστηριότητα της κινηματογραφικής εταιρείας παραγωγής «Faliro House Productions».

Όπως λέει η κόρη του, Κατερίνα Τσιώλη: «Ο Σταύρος ήταν παραμυθάς. Η ζωή του ήταν γεμάτη ιστορίες, κυρίως από την Τρίπολη. Η διήγησή του μοναδική, τους μάγευε όλους».

Η ίδια άκουγε τις αφηγήσεις του από παιδί και παρακολουθούσε τη διαδικασία με την οποία ο πατέρας της περνούσε από τον προφορικό λόγο στο σελιλόιντ. και πώς λίγο πριν από το τέλος του καταγράφηκε στο χαρτί,

Στο βιβλίο παρουσιάζει μικρές ιστορίες της καθημερινότητας από την παιδική ηλικία του σκηνοθέτη στην Τρίπολη την περίοδο της Κατοχής, που μπλέκονται με τη μεγάλη Ιστορία του τόπου σε μιας από τις πιο σκληρές περιόδους του, καθώς η αφήγηση ξεκινάει το 1941, όταν ο ίδιος ήταν μόλις 4 ετών, και φτάνει έως το 1945, αμέσως μετά την απελευθέρωση.

Το βιβλίο, θυμάται η Κατερίνα Τσιώλη, «ξεκίνησε να το γράφει τον Δεκέμβριο του 2019 και συνέχισε παράλληλα με τις χημειοθεραπείες. Λίγες ημέρες πριν πεθάνει κάναμε τις τελευταίες διορθώσεις». Την ιδέα την έδωσε ο παραγωγός Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος στα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας «Γυναίκες που περάσατε από ‘δώ».

Από την καλλονή μητέρα που πασχίζει να σώσει τον ασθενικό μικρό αδελφό, μέχρι τον πατέρα που γυρίζει από την Αλβανία, από την αυτοθυσία της γειτονιάς και τα σωτήρια ρυζόγαλα μέχρι τις μικρές καθημερινές πράξεις ηρωισμού και από τις εκτελέσεις των Γερμανών ως αντίποινα στις ενέδρες του ΕΛΑΣ μέχρι τους δωσίλογους και τους καταδότες, οι ιστορίες του Τσιώλη συνθέτουν την κατοχική εικόνα της ελληνικής επαρχίας, ενός τόπου ρημαγμένου από την πείνα και τις κακουχίες.

Και συνθέτουν έναν καμβά όπου η αθλιότητα του δωσίλογου εμπλέκεται με την καλοσύνη του ταβερνιάρη που προσφέρει ένα πιάτο φαγητό ή των ζαχαροπλαστριών που κερνάνε τα πεινασμένα αδέλφια, τον Σταύρο και τον Λάκη, και τους μαθαίνουν τη γεύση της γλύκας. Η σύλληψη του παππού, η φυλάκιση του πατέρα στην Ακροναυπλία, οι μάχες των ανταρτών με τους ταγματασφαλίτες, τα πρώτα σημάδια του εμφυλίου, οι διαψευσμένες ελπίδες, αλλά και τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα, ξεδιπλώνονται ανάγλυφα.

«Το βιβλίο δημιουργήθηκε από την ανάγκη να διαφυλαχτεί η μνήμη. Η ζωή στην Κατοχή ήταν γεμάτη τέτοιες ιστορίες, με τη διαφορά ότι ο πατέρας μου είχε τη δυνατότητα να τις διακρίνει και να τις κάνει αφήγηση. Κι αυτό γιατί ο ίδιος, ως ιδιοσυγκρασία, αντιμετώπιζε με μάτια γεμάτα απορία και θαυμασμό το μεγάλο αίνιγμα και το μεγάλο θαύμα της ζωής», λέει η Κατερίνα Τσιώλη.

Ας περιμένουν οι γυναίκες. H ταινία που αγαπήθηκε με πάθος

Η ματιά του Τσιώλη εκφράζει τα παιδικά βλέμματα εκείνης της εποχής. Μάτια που βλέπουν τον θάνατο σε απόσταση αναπνοής, τον αγώνα της επιβίωσης σε συνθήκες τραγικές και την ίδια στιγμή τη δύναμη της ζωής να κλείνει πονηρά το μάτι. Το λεπτό χιούμορ του δεν σε κάνει να μελαγχολείς. Η συγκίνηση και το αβίαστο γέλιο συνυπάρχουν.  Όπως στο σινεμά του, έτσι και στο μεταθανάτιο αυτό αφήγημά του ο αξέχαστος σκηνοθέτης παραδίδει έναν ύμνο στη ζωή.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις