“Η Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητη χώρα, αλλά μια αποικία της ΕΚΤ και της Κομισιόν” υπογραμμίζει ο αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ σε συνέντευξή του στο αυστριακό περιοδικό Profil, ενώ τονίζει πως το νέο Μνημόνιο είναι μία συμφωνία ξεπουλήματος και φτωχοποίησης.

Όπως λέει, στην Αθήνα δεν υπάρχει μια αριστερή κυβέρνηση, αλλά μια αποικιακή διοίκηση, ωστόσο ο λαός την εξέλεξε γιατί η εναλλακτική θα ήταν πολύ χειρότερη, δηλαδή μια επιστροφή των παλιών, εκτεθειμένων και μισητών ολιγαρχών.

Σύμφωνα με την Εφημερίδα των Συντακτών, αναφέρει πως δεν βλέπει τίποτε το θετικό στα μέτρα τα οποία θα πρέπει να εφαρμόσει τώρα η Αθήνα, διότι πρόκειται “για μια πολιτική ξεπουλήματος ελληνικού πλούτου, ξεπουλήματος δημόσιας περιουσίας, ιδιωτικών επιχειρήσεων, ιδιωτικών ακινήτων, μια πολιτική πτώχευσης”.

Προσθέτει πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν την πλήρη ευθύνη για αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα, η οποία “στην ουσία δεν είναι πλέον μια ανεξάρτητη χώρα, αλλά μια αποικία της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής”.

Εκτιμά δε ότι η Ευρώπη έχει συμφέρον από μια ελληνική χρεοκοπία, γιατί πολλά πωλούνται φθηνά -τώρα όλα τα λιμάνια, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, και τα αεροδρόμια θα αλλάξουν ιδιοκτήτη- και ήδη καταφθάνουν οι διαχειριστές των μεγάλων ομίλων, ενώ επίσης οικόπεδα και εκτάσεις γης μπορούν να αγοραστούν πολύ φθηνά.

Όσον αφορά τη στρατηγική της διαπραγμάτευσης αναφέρει πως ήταν ρεαλιστική, ωστόσο συνάντησε την αδιαλλαξία της Γερμανίας και των χωρών του νότου, όπου οι κυβερνήσεις απειλούνται από αριστερά κόμματα, αλλά και την αδυναμία της Γαλλίας.

Λέει πως οι πλέον επιθετικές χώρες κατά οποιωνδήποτε παραχωρήσεων απέναντι στην Ελλάδα, ήταν η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, στις οποίες κυβερνούν οι δεξιοί που δεν θα ήθελαν να ενθαρρυνθούν οι αριστεροί αντίπαλοι τους -όπως, για παράδειγμα, στην Ισπανία οι Podemos- και μπορεί με την Ιταλία και τη Γαλλία τα πράγματα να ήταν λίγο διαφορετικά, ωστόσο αποδείχθηκε ότι αυτές δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν με τη Γερμανία.

Σημειώνει πως ήταν λογικό η ελληνική κυβέρνηση να θέλει μια διαπραγμάτευση με τη Γερμανία σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, στοχεύοντας να γίνουν παραχωρήσεις από την Μέρκελ, κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν αφελές, διότι είναι γνωστό ότι πρέπει κανείς να περιμένει μέχρις ότου η κ. Μέρκελ πάρει μια απόφαση, που γίνεται πάντα την τελευταία στιγμή, και υπήρχε η ελπίδα ότι θα δείξει ελαστικότητα, κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε.

“Έκανε στις διαπραγματεύσεις ό,τι μπορούσε να κάνει αλλά οι διαπραγματευτές της άλλης πλευράς, η Ε.Ε, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, ήταν εξ αρχής απρόθυμοι να εξετάσουν τις ελληνικές προτάσεις ή έστω να τις συζητήσουν, δεν μετακινούνταν, περίμεναν μέχρι να εξαντληθούν τελείως τα ελληνικά αποθέματα, αύξαναν ολοένα και περισσότερο το επίπεδο των απειλών, μέχρις ότουο Αλέξης Τσίπρας συνθηκολόγησε στις 12 Ιουλίου και αποδέχθηκε τους όρους για νέα δάνεια” αναφέρει.

Με πληροφορίες από την Εφημερίδα των Συντακτών