Λιγνίτης Ελλάδα: Μάλιστα, τα πνεύματα οξύνθηκαν με το συγκεντρωμένο πλήθος (έξω από το ξενοδοχείο Παντελίδης) να έρχεται αντιμέτωπο με δυνάμεις των ΜΑΤ που έκαναν χρήση χημικών και απώθησαν τους διαδηλωτές. Εντός του ξενοδοχείου ο αρμόδιος υπουργός Κωστής Χατζηδάκης έταξε «επενδύσεις στο χώρο των ΑΠΕ, φορολογικά κίνητρα για την εγκατάσταση επιχειρήσεων στην περιοχή, ειδικά φορολογικά κίνητρα για τους κατοίκους που θα χάσουν την δουλειά τους και ειδικά κίνητρα για όσους θα συνδεθούν με τα δίκτυα του φυσικού αερίου που θα γίνουν στην περιοχή».

Ο Άδωνις Γεωργιάδης αντέτεινε σε όσους «φωνάζουν» για τις αποφάσεις που έλαβε η κυβέρνηση ότι «πρέπει να μας επαινείτε γιατί αυτή η απόφαση μας βάζει σε καλύτερη θέση όλων των άλλων στην νέα εποχή». Ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων μίλησε για «μια ευκαιρία μοναδική στην ελληνική ιστορία για την δυτική Μακεδονία και την Μεγαλόπολη» και εξήγησε ότι «η μεταμόρφωση της περιοχής είναι το μεγάλο στοίχημα» της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κατέληξε αναφέροντας πως «Το ελληνικό θα ωχριά μπροστά σε αυτό που πάμε να κάνουμε στην περιοχή».

Οι αντιδράσεις

Οι επίσημες ανακοινώσεις του ενεργειακού επιτελείου της κυβέρνησης και της διοίκησης της ΔΕΗ προκάλεσαν αντιδράσεις από συνδικαλιστές, τοπικούς φορείς και δημάρχους που αποχώρησαν από την εκδήλωση. Μάλιστα, οι δήμαρχοι Εορδαίας και Φλώρινας κ.κ. Παναγιώτης Πλακεντάς και Βασίλης Γιαννάκης, καθώς και ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ κ. Γιώργος Αδαμίδης δεν δίστασαν να μιλήσουν για προσχηματικό διάλογο.

Από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντίδραση ήρθε με κοινή ανακοίνωση των τομεαρχών Οικονομίας και Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Οι Νίκος Παππάς και Σωκράτης Φάμελλος κατηγορούν την κυβέρνηση ότι προχωρά σε ένα αναπτυξιακό και κοινωνικό έγκλημα στη δυτική Μακεδονία. Χωρίς μελέτη για την ομαλή μετάβαση στη μετά-λιγνιτική εποχή. Χωρίς αναπτυξιακό σχέδιο και χρηματοδοτήσεις». Κάνουν λόγο για ουτοπικά χρονοδιαγράμματα που έχουν στόχο να κρύψουν το ξεπούλημα των ενεργειακών εταιρειών και δικτύων.

«Χωρίς σχεδιασμό για την αποκατάσταση των λιγνιτικών πεδίων και ορυχείων. Χωρίς πρόνοια για τους εργαζόμενους, την τοπική κοινωνία και οικονομία. Χωρίς αποδοχή της πρότασής μας να ενταχθεί η περιοχή σε ειδικό αναπτυξιακό σχέδιο. Με προειλημμένες αποφάσεις χωρίς την τοπική κοινωνία» σημειώνουν και καλούν τον πρωθυπουργό «να υποχωρήσει από την σκανδαλώδη επιλογή του που ευνοεί λίγους και εκλεκτούς, που υποθηκεύει συνολικά την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της χώρας».

Η ανάγκη για καθαρές μορφές ενέργειας και η επιβίωση των κατοίκων

Εργαζόμενοι και κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας, όπως και της Μεγαλόπολης, είναι οι πρώτοι που ενδιαφέρονται να απαλλαγούν από το ρυπαρό καύσιμο και να περάσουν σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας. Εξάλλου ο πληθυσμός της περιοχής, οι 7.000 εργαζόμενοι, οι οικογένειές τους και χιλιάδες άλλοι που βιοπορίζονται από τη λειτουργία των μονάδων της ΔΕΗ και τα λιγνιτωρυχεία πληρώνουν βαρύ τίμημα σε αυξημένους καρκίνους, πνευμονοπάθειες και άλλα νοσήματα που προκαλεί η καύση του λιγνίτη, οι αέριοι ρύποι και τα μικροσωματίδια που πνίγουν τις ανάσες τους ενώ και τα εργατικά ατυχήματα βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη.

Στο αντίποδα η ρητή δέσμευση της κυβέρνησης για πλήρη απολιγνιτοποίηση της χώρας έως το 2028 και το σχέδιο «δίκαιης μετάβασης» που παρουσιάστηκε κρίθηκε ως τουλάχιστον ανεπαρκή. Ούτε οι πόροι που διατίθενται είναι επαρκείς ούτε τα μέτρα που παρουσίασε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας –από την εθελούσια έξοδο υπαλλήλων μέχρι τη δημιουργία φωτοβολταϊκού πάρκου στην περιοχή– συγκροτούν ένα συνεκτικό, νέο παραγωγικό μοντέλο για την περιοχή, της οποίας το 40% του ΑΕΠ τροφοδοτείται από τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ.

Η σύγκριση με Γερμανία και Πολωνία

Δέκα χρόνια περισσότερα από την Ελλάδα ζήτησαν και πήραν από την Ευρώπη οι Γερμανοί για την απολιγνιτοποίηση της χώρας τους, η οποία θα ολοκληρωθεί το 2038 καταναλώνοντας τη μερίδα του λέοντος από τα κονδύλια του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης. Εξάλλου σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel», η Πολωνία και η Γερμανία θα λάβουν περίπου το 40% του συνόλου των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα διατεθούν για επενδύσεις σε περιφέρειες με τις υψηλότερες εκπομπές CO2 και τις περισσότερες θέσεις εργασίας που συνδέονται με τα ορυκτά καύσιμα.

Η Πολωνία θα είναι μακράν η χώρα που θα ωφεληθεί περισσότερο από το ταμείο, καθώς θα λάβει 2 δισεκ. ευρώ από τα 7,5 δισεκατομμύρια, σύμφωνα με τα έγγραφα. Η Γερμανία έρχεται δεύτερη με 877 εκατομμύρια.Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, η οποία έχει δεσμευθεί για την πλήρη απεξάρτησή της από τον άνθρακα μέχρι το 2028, από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης θα κατευθυνθούν κονδύλια μεταξύ 3,7 και 4,4 δισ. ευρώ με προορισμό κυρίως τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη που θα υποστούν το μεγαλύτερο οικονομικό πλήγμα..

Απαιτούνται απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα

Εξάλλου ο εγχώριος λιγνίτης που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή, δραστηριότητα της ΔΕΗ, θεωρείται πως είναι απαραίτητις ως καύσιμο back up τόσο για την ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια της χώρας όσο και για την εξισορρόπηση της αγοράς σε επίπεδο κόστους (ακόμα και με αυξημένα CO2) που αφορά όλους τους καταναλωτές ηλεκτρισμού. Αντίστοιχα, το φυσικό αέριο, στο οποίο επενδύουν όλοι οι ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγοί, είναι εισαγόμενο καύσιμο, με τιμή που συνδέεται πάντοτε με την πορεία της αντίστοιχης του πετρελαίου.

Το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028 επιβάλλεται να απαντά σε κρίσιμα ζητήματα, όπως:

  • Η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού.
  • Το κόστος των άλλων καυσίμων, ιδιαίτερα δε του φυσικού αερίου (ενόψει ΑΠΕ) στην οικονομία και την κοινωνία.
  • Τις σοβαρές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και μικροοικονομίες των ενεργειακών κέντρων της χώρας, (δυτική Μακεδονία – Μεγαλόπολη).

Την ίδια ώρα ορατός είναι ο κίνδυνος ουσιαστικής “εξαφάνισης” των περιοχών όπου λειτουργούν τα λιγνιτικά κέντρα της ΔΕΗ αφού μία σημαντική οικονομική δραστηριότητα θα παύσει να υφίσταται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τοπική κοινωνία και οικονομία, τους εργαζόμενους και τους έμμεσα απασχολούμενους. Στο πλαίσιο αυτό είχαν ήδη γίνει κινήσεις από την προηγούμενη διακυβέρνηση και εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τη λεγόμενη “δίκαιη μετάβαση” στη μεταλιγνιτική εποχή, που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και άλλα κράτη – μέλη της Ε.Ε., με την πρόβλεψη – εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων / κινήτρων στήριξης των περιοχών για την υποκατάσταση της λιγνιτικής παραγωγής με εναλλακτικές και νέες παραγωγικές δραστηριότητες, νέες επενδύσεις κ.λπ.

Ανεργία και φτώχεια φέρνει η απολιγνιτοποίηση

Βαρύ θα είναι το τίμημα της απολιγνιτοποίησης που θα πληρώσει η δυτική Μακεδονία, σύμφωνα με μελέτη του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου, κι αυτό ενώ ήδη η περιοχή πλήττεται από την κρίση σε όλους τους τομείς, περισσότερο απ΄ ότι όλες οι άλλες περιφέρειες της χώρας. Σύμφωνα με τη μελέτη, που είχε παρουσιάσει το Έθνος για κάθε 1 εκατ. ευρώ μείωσης της τελικής ζήτησης του κλάδου των ορυχείων και της ενέργειας που θα επιφέρει η παύση λειτουργίας των λιγνιτωρυχείων και των ΑΗΣ στη Δυτική Μακεδονία, από την τοπική οικονομία θα αφαιρούνται επιπλέον 0,222 εκατ. ευρώ, θα χάνονται 5 θέσεις εργασίας και τα νοικοκυριά θα χάνουν 0,216 εκατ. ευρώ από εισοδήματα.

Από το 2011 μέχρι το 2018 ο πληθυσμός της περιοχής μειώθηκε κατά 5,8%. Πλέον η πυκνότητα του πληθυσμού της περιφέρειας ανέρχεται σε 29,2 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο κατατάσσοντας την περιφέρεια ως την πιο αραιοκατοικημένη της χώρας και μια από τις πιο αραιοκατοικημένες στην Ε.Ε. Ηδη η περιοχή εμφανίζει σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας (βρίσκεται στην 263η θέση μεταξύ των 268 ευρωπαικών περιφερειών) και το κλίμα θα γίνει ακόμα χειρότερο μετά το κλείσιμο των λιγνιτορυχείων και των ΑΗΣ. Από το 2011 μέχρι και το 2018 το ΑΕΠ της περιφέρειας μειώθηκε κατά 16,8%.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η απολιγνιτοποίηση θα φέρει την άμεση απώλεια περίπου 4.000 θέσεων εργασίας, αφού τόσοι ήταν οι εργαζόμενοι στον κλάδο των εξορύξεων άνθρακα και λιγνίτη το 2018. Παράλληλα μεγάλος κίνδυνος απώλειας της εργασίας υπάρχει άμεσα και για τους 4.129 εργαζόμενους στον ενεργειακό τομέα. Αλλωστε ο κλάδος της ενέργειας αποτελεί το 33,8% της τοπικής οικονομίας. Όλα αυτά δημιουργούν ένα δυσμενές περιβάλλον στη δυτική Μακεδονία οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια στη φτωχοποίησή της. Πλέον ο κίνδυνος φτώχιας αγγίζει το 24,8% των κατοίκων της περιφέρειας, ποσοστό μεγαλύτερο από κάθε άλλη περιφέρεια της χώρας.