O Πικετί απορρίπτει την ορθόδοξη μαρξιστική άποψη ότι η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Όπως υποστηρίζει στη συνέντευξη του στουςFinancial Times (που μπορείτε πιο κάτω να παρακολουθήσετε στα αγγλικά)δεν υπάρχουν ντετερμινιστικές οικονομικές, τεχνολογικές και πολιτισμικές δυνάμεις που καθορίζουν το επίπεδο της ανισότητας σε μια κοινωνία.

Ο Τομά Πικετί άλλαξε τα δεδομένα στην παγκόσμια συζήτηση για την ανισότητα πριν από περίπου μια πενταετία με τη δημοσίευση του βιβλίου του«Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα»(στα ελληνικά, εκδ. Πόλις, 2014) μεβασική θέση του βιβλίου – το οποίο πούλησε πάνω από 2,5 εκατ. αντίτυπα – να είναι ότι η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που διογκώθηκε από τηνκρίση του 2008, αλλά μια τάση των τελευταίων σαράντα ετών που αντανακλά βαθύτερες δυνάμεις των καπιταλιστικών κοινωνιών.

«Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό στον τρόπο που ρυθμίζονται οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες στον εκάστοτε τόπο… Το κρίσιμο είναι τελικά ηφαντασίατων κοινωνιών, καθώς και η ικανότητα των διάφορων αφηγημάτων περί ανισότητας να υπερισχύσουν… Εξετάζω την Ινδία, εξετάζω τη Βραζιλία, εξετάζω τη Νότια Αφρική, την Κίνα, τη Λατινική Αμερική. Και αυτό μου επιτρέπει, πιστεύω, να κατανοήσω καλύτερα πώς με την πάροδο του χρόνου ή σε μια μακρά χρονική περίοδο βλέπει κανείς μεγάλες μεταβολές στη δομή της ανισότητας σε διάφορες χώρες. Και η κινητήριος δύναμη, πιστεύω, δεν είναι τόσο οι βίαιες καταστροφές από πολέμους ή οικονομικές ντετερμινιστικές δυνάμεις ή τεχνολογικές ή κατασταλτικές δυνάμεις. Αλλά είναι αντίθετα οι μεταβολές στην ιδεολογία και οι μεταβολές στηνπολιτική κινητοποίησηγια την ανισότητα» δηλώνει ο Πικετί στον δημοσιογράφο των F.T, Mάρτιν Σαντμπού.

Όσον αφορά «την ιδεολογία τηςπαγκοσμιοποίησηςκαι της χρηματοοικονομικής απορρύθμισης» η οποία επικράτησε τη δεκαετία του 1980, ο Πικετί εκτιμά ότι έχει περιέλθει σε κρίση γιατίδεν εκπλήρωσε τις υποσχέσειςγια υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον ίδιο υπάρχουν δύο αντιλήψεις για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Η πρώτη είναι αυτή του Τραμπ και του Βrexit που προκρίνει τον περιορισμό της μετανάστευσης. «Χτίστε ένα τείχος με το Μεξικό και προστατευτείτε από τον ξένο ανταγωνισμό. Και στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει κάτι αντίστοιχο με τους Πολωνούς εργαζόμενους και τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ανθρώπων» υπογραμμίζει στους F.T.

H δεύτερη αντίληψη προκρίνει την επιβολή περιορισμών στην κυκλοφορία του κεφαλαίου και αύξησης τωνφόρων στους πλούσιους.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η πρώτη αντίληψη δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα της διεύρυνσης των ανισοτήτων και τάσσεται υπέρ της δεύτερης, προτείνοντας μάλιστα τολμηρά μέτρα όπως μιαδημόσια κληρονομιά 120.000 ευρώγια κάθε 25χρονο, η οποία θα χρηματοδοτείται από την επιβολή φόρων σε όσους έχουν πολύ μεγάλη περιουσία.

«Πιστεύω ότι το επίπεδο της ανισότητας που έχουμε σήμερα δεν είναι μόνο άδικο, αλλά δεν είναι και αποτελεσματικό για τη λειτουργία της οικονομίας» τονίζει. «Γιατί κάποιος να κληρονομεί τα δεκαπλάσια, τα εκατονταπλάσια από κάποιον άλλον; Όλα τα παιδιά έχουν καλές ιδέες στη ζωή τους για κάποιο επιχειρηματικό πρότζεκτ, και πρέπει να τα σκεφτούμε και αυτά. Και η ιδέα ότι επειδή έβγαλες μια περιουσία, ας πούμε στην ηλικία των 30, πρέπει να κρατήσεις την εξουσία λήψης αποφάσεων ως τα 50, 70, 90, πιστεύω ότι αντιστοιχεί σε μιαμοναρχική αντίληψητης λειτουργίας της σύγχρονης κοινωνίας και των σύγχρονων εταιρειών η οποία αντιβαίνει με την πραγματικότητα. Σήμερα έχουμε πολλούς δισεκατομμυριούχους και πολύ πιο πλούσιους δισεκατομμυριούχους στις ΗΠΑ και στον κόσμο από ότι είχαμε τη δεκαετία του 1970 ή του 1980» σημειώνει, προσθέτοντας ότι η αύξηση των δισεκατομμυριούχων δεν συνοδεύτηκε από αύξηση της παραγωγικότητας.

Ο οραματιστής Γάλλος οικονομολόγος επισημαίνειότι στο παρελθόν υπήρξαν ανώτατοι φορολογικοί συντελεστές 90% για τους πλούσιους και τα αποτελέσματα ήταν πολύ θετικά. «Για παράδειγμα, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία ή την Ιαπωνία, για να μειωθεί το πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος υπήρχε προοδευτικός φορολογικός συντελεστής που έφτανε στο 90%. Και αυτό είχε καλά αποτελέσματα, γιατί επέτρεψε στις δύο χώρες, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, να μειώσουν πολύ γρήγορα το δημόσιο χρέος τους και στη συνέχεια να επενδύσουν στις δημόσιες υποδομές και στην εκπαίδευση τις δεκαετίες του 1950 και 1960» υπογραμμίζει.

πηγή: Financial Times

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις