Ελλάδα – Τουρισμός: Με τις χώρες να προσπαθούν να “στεγανοποιηθούν” χωροταξικά προκειμένου να ελέγξουν και να δαμάσουν την επιδημία στο εσωτερικό τους, το να ονειρευόμαστε πόσο ελκυστικός προορισμός θα είναι φέτος η Ελλάδα, δεν βοηθάει. Εκείνο που μπορεί να βοηθήσεις πραγματικά μία από τις πιο σημαντικές βιομηχανίες της χώρας, είναι να αναγνωρίζουμε πως έχουν τα πράγματα και να πράξουμε όλα όσα απαιτούνται για ένα κλάδο που του ξημερώνουν δύσκολοι καιροί. Αναδημοσιεύουμε άρθρο γνώμης του Τάσου Χωμενίδη, διευθύνοντα συμβούλου της Λάμψα Α.Ε.

Σκληρές αλήθειες για τον τουρισμό
Ο τουρισμός βρίσκεται παγκοσμίως στην κορυφή των πληττόμενων δραστηριοτήτων από την υγειονομική κρίση του COVID-19. Η ύφεση της τουριστικής αγοράς έχει άμεσες επιπτώσεις τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στην απασχόληση, δεδομένης της υψηλότατης έντασης εργασίας που χαρακτηρίζει τον τομέα.

Το πρόβλημα εμφανίζεται με οξύτητα στην Ελλάδα, όπου η τουριστική βιομηχανία (βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου) συνεισφέρει έμμεσα και άμεσα το 25% του ΑΕΠ, με ανάλογο μερίδιο στην απασχόληση, με την επιπρόσθετη ιδιομορφία ο εισερχόμενος τουρισμός να αντιπροσωπεύει το 80% της συνολικής δραστηριότητας.

Το 2012, εν μέσω οξύτατης οικονομικής κρίσης και πολιτικής αστάθειας (η Αθήνα υπό κατάληψη από τους Αγανακτισμένους), η τουριστική δραστηριότητα κατέγραψε στο ναδίρ της το 35% των εσόδων που κατεγράφησαν στο ζενίθ της, το 2019. Σήμερα το ναδίρ εκείνο αποτελεί αισιόδοξο όνειρο μπροστά στις προβλέψεις για το 2020.


Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι η τουριστική δραστηριότητα αποτελείται από μωσαϊκό μεγεθών, δραστηριοτήτων, επενδεδυμένων κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού που καθιστά το πρόβλημα πολυπαραμετρικό και τις λύσεις δύσκολες.
Θα επικεντρωθώ στην ξενοδοχία και στις εκδοχές της, όπως τις εκπροσωπεί η 100χρονη ξενοδοχειακή επιχείρηση, ιδιοκτήτρια, μεταξύ άλλων, του αρχαιότερου, εμβληματικού ξενοδοχείου της χώρας, της «Μεγάλης Βρεταννίας».

  • Η ξενοδοχία αποτελεί «πνεύμονα» του τουρισμού γιατί χωρίς αυτήν άλλες δραστηριότητες (πρακτορεία, μεταφορές, εστίαση, πολιτισμός, διασκέδαση, λιανεμπόριο) δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν. Εξαίρεση, εξίσου σημαντική, αποτελούν οι εθνικές αερομεταφορές και η ναυσιπλοΐα λόγω τόσο της γεωγραφικής ιδιομορφίας της χώρας όσο και της απόστασης από την Ενωμένη Ευρώπη στην οποία ανήκει.
  • Είναι εκτεθειμένη σε υψηλές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και συνεπώς ευάλωτη σε κινδύνους όμοιους με των εταιρειών επένδυσης – ανάπτυξης ακινήτων.
  • Απασχολεί 150.000 εργαζομένους, ένα ισχυρό μερίδιο επί της συνολικής άμεσης απασχόλησης του τουρισμού. Αλλά και η ίδια η ξενοδοχειακή δραστηριότητα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις ελαστικότητας και ευαισθησίες, ανάλογα με το μέγεθος, τη χρονική λειτουργία και τη θέση.

Τα ξενοδοχεία εποχικής λειτουργίας απασχολούν 90.000 εργαζομένους στους τουριστικούς προορισμούς. Οι εργαζόμενοι αυτοί ενισχύονται, ήδη, από το κράτος με επίδομα ανεργίας που λαμβάνουν για έξι μήνες μετά τη λήξη της κάθε περιόδου.
Τα ξενοδοχεία 12μηνης λειτουργίας έχουν 60.000 εργαζομένους πλήρους απασχόλησης.

Όσον αφορά τη ζήτηση, δηλαδή τους πελάτες, τόσο οι τουριστικοί προορισμοί όσο και η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη είναι απόλυτα εξαρτημένοι από τον εισερχόμενο, αερομεταφερόμενο, τουρισμό.

Ένα resort έχει ενταγμένο στην επιχειρηματική του κουλτούρα το «ανοίγω-κλείνω», με ευέλικτα χρονικά περιθώρια έναρξης-λήξης της περιόδου, και σε αυτή την κουλτούρα είναι προσαρμοσμένο και το ανθρώπινο δυναμικό του. Το ίδιο ισχύει και για δορυφορικές επιχειρήσεις του κλάδου.

Ένα μεγάλο ξενοδοχείο των Αθηνών όμως δεν έχει την ίδια ευελιξία. Απαιτεί διαφορετική πολιτική στήριξης διότι τυχόν αστοχία δεν είναι ανατάξιμη και μπορεί να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στη λειτουργία του.

Συμπερασματικά, η ενίσχυση της εργασίας (Kurzarbeit, αν και προτιμώ το chomage partiel) δεν είναι η ίδια ακόμα και στην ξενοδοχία. Η επεξεργασία μιας πολιτικής για τον τουρισμό πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της όλες αυτές τις παραμέτρους και να δίνει λύσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στους κινδύνους των επιχειρήσεων.

Η καλλιέργεια από τα ΜΜΕ και από μερίδα της αγοράς κλίματος «ανοίγουμε» γενικώς και μάλλον από 1ης Ιουνίου (τα 12μηνης λειτουργίας) ή 1ης Ιουλίου (τα εποχικά), χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν διεθνείς παράμετροι που ξεκινούν από υγειονομικά πρωτόκολλα, συντονισμένες αερομεταφορές και πολιτικές περιορισμού αντί ενθάρρυνσης των μετακινήσεων από χώρες-αγορές για την Ελλάδα, είναι επικίνδυνη για τη δημιουργία μιας ψευδαίσθησης κανονικότητας, από την οποία απέχουμε παρασάγγας. Για να θυμηθώ το παράδειγμα συναδέλφου, «είναι σαν να ανοίγουμε εστιατόρια την περίοδο της καραντίνας».

Γενίκευση λύσεων περί τουριστικών πρωτοκόλλων με χώρες που δεν αντιπροσωπεύουν ούτε το 5% των αγορών μας, περί βαλκάνιων τουριστών και εσωτερικού τουρισμού δημιουργεί επίπλαστη αισιοδοξία, η οποία σύντομα θα διαψευσθεί με ολέθριες επιπτώσεις στην απασχόληση και στη βιωσιμότητα του κλάδου.

Μόλις προ ημερών ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού αναθεώρησε τις εκτιμήσεις του για το 2020, κάνοντας λόγο για μείωση της τουριστικής κίνησης κατά 60%-80%, ενώ οι αντίστοιχες εκτιμήσεις για τα επαγγελματικά ταξίδια είναι… καταθλιπτικές. Ιδίως αν αφαιρεθούν από το «κάδρο» συνέδρια, εταιρικές συναντήσεις και εκθέσεις.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε μονόδρομο: Απαιτείται νηφάλιος διάλογος και ειλικρινής συνεννόηση μεταξύ πολιτείας, επιχειρήσεων και εργαζομένων. Κάθε πλευρά πρέπει να αντιληφθεί την ανάγκη να εισφέρει με τρόπο δίκαιο σε μια συλλογική προσπάθεια για τη διάσωση θέσεων εργασίας αλλά και των επιχειρήσεων και της ελληνικότητάς τους. Παράλληλα, απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης της ρευστότητας, ελάφρυνσης του έμμεσου μισθολογικού κόστους, φορολογικών ελαφρύνσεων για τις πραγματικά και όχι «εικονικά» πληγείσες επιχειρήσεις.

Ο τουρισμός σήμερα τείνει να θεωρείται μη επιθυμητή δραστηριότητα για πολλές χώρες. Η δε μακρά και επίπονη διαδικασία ανάκαμψης που προδιαγράφεται προϋποθέτει επαναφορά συνθηκών για δραστηριότητες αναψυχής και όχι νοσοκομείου, δηλαδή το αίσθημα ασφάλειας και ηρεμίας, που σήμερα βάλλεται από την καθημερινή νεκρολογία. Γι’ αυτό και η στήριξη πρέπει να είναι γενναία και αποφασιστική.

Να είστε σίγουροι όμως ότι κάθε εισφορά και παραχώρηση δεν θα πάνε χαμένες. Ο τουρισμός, όταν επανέλθει στην κανονικότητα, θα επιστρέψει εις πολλαπλούν στην οικονομία και στην κοινωνία τις θυσίες της.

Ο κ. Τάσος Χωμενίδης είναι δρ πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ/ΕΝΡC, διευθύνων σύμβουλος της Λάμψα ΑΕ.