Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα εθνικά σχέδια θα πρέπει να παρουσιάζουν τη μεταρρυθμιστική και επενδυτική ατζέντα των χωρών για τα επόμενα τέσσερα χρόνια έως το 2024. Η υποβολή τους – πέραν των πρώτων σχεδίων που θα είναι δυνατή από φέτος για να επιταχυνθεί η παροχή στήριξης – θα γίνεται έως τις 31 Απριλίου του 2021 και του 2022. Οι επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να δίνουν έμφαση στα προβλήματα που έχουν εντοπιστεί στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και ιδιαίτερα σε αυτά που αφορούν στη μετάβαση σε μία πράσινη και ψηφιακή οικονομία. Η Κομισιόν θα αξιολογεί τα σχέδια με βάση διαφανή κριτήρια και θα αποφασίζει για τη χρηματοδοτική βοήθεια που θα δοθεί στη χώρα – μέλος (με τη μορφή επιχορήγησης και, εφόσον ζητηθεί, δανείου). Οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια θα εκταμιεύονται σε δόσεις με την ολοκλήρωση κάποιων ορόσημων και στόχων που θα καθορίζονται από τις χώρες – μέλη στα σχέδιά τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε ένα πολυετές πλαίσιο (MFF 2021-2027) για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, το οποίο θα έχει συνολικό ύψος 1,85 τρισ. ευρώ. Αυτό το πλαίσιο αποτελείται από τον νέο προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027, ύψους 1,1 δισ. ευρώ, και από επιπλέον 750 δισ. ευρώ, τα οποία θα δανεισθεί η ίδια από την αγορά, κυρίως για να προικοδοτήσει το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Από τα 750 δισ. ευρώ, τα 500 δισ. ευρώ θα δοθούν στις χώρες της ΕΕ με τη μορφή επιχορηγήσεων και τα υπόλοιπα 250 δισ. ευρώ με τη μορφή μακροπρόθεσμων δανείων. Το ποσό που αναλογεί στην Ελλάδα από τα 750 δισ. ευρώ , σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκτιμάται περίπου στα 32 δισ. ευρώ και αναλύεται σε επιχορηγήσεις 22,5 δισ. ευρώ και δάνεια της τάξης των 9,5 δισ. ευρώ.

Από τα 750 δισ. ευρώ που θα δανεισθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα 560 δισ. ευρώ θα δοθούν για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και από αυτά τα 310 δισ. ευρώ θα είναι επιχορηγήσεις και τα 250 δισ. ευρώ δάνεια. Επιπλέον 50 δισ. ευρώ θα δοθούν για την ευρωπαϊκή πολιτική συνοχής, δηλαδή τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ (για τα οποία προβλέπονται συνολικά πόροι ύψους 373,2 δισ. ευρώ). Ένα ποσό της τάξης των 26 δισ. ευρώ προβλέπεται για το «Εργαλείο Φερεγγυότητας της ΕΕ», το οποίο, όπως έχει δηλώσει η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, θα χρηματοδοτεί την ανακεφαλαιοποίηση ιδιωτικών επιχειρήσεων που έχουν πληγεί πολύ από την κρίση του κορονοϊού.

Επιπλέον, προβλέπονται 43,5 δισ. ευρώ για το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Horizon Europe και το ταμείο InvestEU, 15 δισ. ευρώ για την Κοινή Αγροτική Πολιτική (που προτείνεται να έχει συνολικούς πόρους 348,3 δισ. ευρώ) και 30 δισ. ευρώ για το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης.

Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν

«Χρειαζόμαστε το ταχύτερο δυνατό αυτό το Πακέτο Ανασυγκρότησης και τον Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό”, τόνισε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε σημερινή συνέντευξή της στη δημόσια Αυστριακή Ραδιοφωνία. Ταυτόχρονα, δήλωσε πεπεισμένη ότι θα υπάρξουν περαιτέρω συζητήσεις ως προς το ύψος του Ταμείου Ανάκαμψης και πόσα θα είναι επιχορηγήσεις και πόσα δάνεια, ωστόσο, όπως διευκρίνισε, είναι σημαντικό να υπάρξει “ ένα κοινό σημείο εκκίνησης”. Παρά την αντίσταση της Αυστρίας, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θεωρεί ότι υπάρχει “ μία καλή συνεργασία” με τον ομοσπονδιακό καγκελάριο Σεμπάστιαν Κουρτς, με τον οποίο η ίδια είναι “ σε πολύ καλή, σε πολύ στενή επαφή”, και κυρίως για το πού και πώς θα γίνουν επενδύσεις.

Σύμφωνα με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατά τη διάρκεια των πολλών συζητήσεων τις τελευταίες εβδομάδες, ο καγκελάριος είχε επίσης μαζί της πολύ ισχυρή επιρροή στη διαμόρφωση του προγράμματος. «Για παράδειγμα, στο αίτημα για εκσυγχρονισμό του προϋπολογισμού, για επένδυση στην ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και στην ψηφιοποίηση, συμφωνούμε απόλυτα», ανέφερε, σημειώνοντας, πως το γεγονός ότι γνωρίζει και εκτιμά εδώ και πολύ καιρό τον Σεμπάστιαν Κουρτς, κάνει τις διαπραγματεύσεις ευκολότερες.

Υπενθυμίζεται ότι ο Αυστριακός καγκελάριος, απορρίπτοντας την πρόταση για ένα Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, που είχαν παρουσιάσει την προπερασμένη Δευτέρα ο Γάλλος πρόεδρος και η Γερμανίδα καγκελάριος, είχε προαναγγείλει μία αντιπρόταση, διαμηνύοντας πως θέλουμε να είμαστε αλληλέγγυοι με κράτη, τα οποία έχουν πληγεί ιδιαίτερα από την κρίση, ωστόσο πιστεύουμε ότι ο σωστός δρόμος είναι τα δάνεια και όχι οι επιδοτήσεις. Την αντιπρόταση δημοσιοποίησε επίσημα το περασμένο Σάββατο η Αυστριακή Καγκελαρία στη Βιέννη, ως έγγραφο κοινής θέσης, στο οποίο η Αυστρία, η Ολλανδία,, η Δανία και η Σουηδία, τονίζουν ότι θέλουν να βοηθήσουν με δάνεια υπό ευνοϊκούς όρους.