Ποτέ στην ιστορία του το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είχε τόσο μεγάλη ρευστότητα, ωστόσο από τα εννέα ευρώ που έχουν διαθέσιμα οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, μόλις το ένα ευρώ φτάνει στην αγορά μέσω δανεισμού των επιχειρήσεων, όπως είπε ο Γιάννης Στουρνάρας.

Τα υπόλοιπα οκτώ ευρώ, τόνισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, τοποθετούνται σε κρατικά ομόλογα, στη μείωση του διατραπεζικού δανεισμού κ.ά.

Ειδικότερα, μιλώντας στην Ετήσια Γ.Σ. των μελών του Ελληνο-ισραηλινού Επιμελητηρίου ο κ. Στουρνάρας, και αναφερόμενος στην περίσσεια ρευστότητας που έχει σχηματιστεί στις ελληνικές τράπεζες δεν δίστασε να πει ότι κυριολεκτικά το εγχώριο τραπεζικό σύστημα έχει «πνιγεί» στην ρευστότητα.

«H διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, στις καταθέσεις είναι περίπου 12 δισ. ευρώ και στο δανεισμό (των τραπεζών) είναι περίπου 37 δισ. ευρώ.

Άρα, μιλάμε για μια τεράστια ρευστότητα που δεν είχαμε ποτέ.

«Η Ελλάδα δεν είχε ποτέ μια τέτοια ρευστότητα στην ιστορία της», είπε χαρακτηριστικά.

Με το σταγονόμετρο η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα

Πού όμως διοχετεύθηκε όμως όλη αυτή η περίσσεια ρευστότητας; Απαντώντας στο ρητορικό ερώτημα που έθεσε ο ίδιος, ο διοικητής της ΤτΕ είπε ότι η υπερβάλλουσα ρευστότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, διοχετεύθηκε κυρίως σε αγορές κρατικών ομολόγων και επανακαταθέσεις στην ίδια την ΤτΕ.

«Δυστυχώς στον ιδιωτικό τομέα έχουν διοχετευθεί πολύ λίγα από αυτά (τα κεφάλαια). Ζήτημα είναι αν έχουν διοχετευθεί 5 δισ. ευρώ, από σύνολο 45 δισ. ευρώ».

«Και τα υπόλοιπα 40 δισ. ευρώ;» αναρωτήθηκε ο κ. Στουρνάρας, δίνοντας ο ίδιος την απάντηση.

Tα υπόλοιπα διοχετεύθηκαν σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, σε ξένα ομόλογα -κατά πλειοψηφία ιταλικά που έχουν υψηλότερο επιτόκιο- στην μείωση του διατραπεζικού δανεισμού, και τα υπόλοιπα, που είναι ένα μεγάλο ποσό, 18 δισ. ευρώ, επανακατατέθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Έτσι περίπου το 50% των δανείων που έλαβαν πέρυσι οι τράπεζες από την ΕΚΤ, δηλαδή την Τράπεζα της Ελλάδος, επανατοποθετήθηκαν στον… δανειστή.

Μάλιστα, αυτό έγινε με αρνητικό επιτόκιο, αλλά όχι με τόσο αρνητικό επιτόκιο από αυτό που τα δανείσθηκαν.

Όπως είπε ο επικεφαλής της ΤτΕ, οι ελληνικές τράπεζες δανείζονται με επιτόκιο από -1,0% έως -0,5% και επανακαταθέτουν τα κεφάλαια που δανείζονται με επιτόκιο αρνητικό, αλλά στο μισό από αυτό που δανείζονται.

«Άρα υπάρχει και ένα carry trade (αρμπιτράζ) στις καταθέσεις», είπε ο κ. Στουρνάρας.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι αυτός ο υπέρμετρος και φθηνός δανεισμός των ελληνικών τραπεζών, επιτρέπεται θεσμικά από την ΕΚΤ, αλλά γίνεται μέσω του Ευρωσυστήματος. Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες δανείζονται από την ΤτΕ, οι ιταλικές από την Κεντρική Τράπεζα της Ιταλίας κ.ο.κ.

Αυτό, κατά τον διοικητή της ΤτΕ, έχει τεράστια σημασία, διότι το ρίσκο το έχει η χώρα. Η Ελληνική κεντρική Τράπεζας, η Ιταλική Κεντρική Τράπεζα κ.λπ.

«Όλες αυτές οι πολιτικές δεν είναι risk shared. Είναι ο καθένας τα δικά του. Ναι μεν αποφασίζουμε στην ΕΚΤ την πολιτική, αλλά η εξειδίκευση και το μοίρασμα γίνεται μέσω των εθνικών κεντρικών τραπεζών», είπε χαρακτηριστικά.

Κίνδυνος τα κόκκινα δάνεια

Πάντως ως ένα βαθμό ο επικεφαλής της ΤτΕ, δικαιολόγησε τις επιλογές των τραπεζών. «Κατά τις τράπεζες, μόνον 30.000 επιχειρήσεις είναι bank-able. Και αυτές δανείζουν. Σε αυτό έχουν δίκιο. Δεν μπορείς να δανείζεις λεφτά, όταν το risk management committee σου υπαγορεύει ότι θα τα χάσεις». Επίσης πρόσθεσε ότι συνιστούν μεγάλο πρόβλημα τα κόκκινα δάνεια. «Τα κόκκινα δάνεια είναι ένας κίνδυνος.

Δεν μπορείς να δανειοδοτήσεις μια επιχείρηση με κόκκινα δάνεια τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό. Κατ’ αρχάς θα σε κατηγορήσουν για απιστία…».

Τροχοπέδη το υψηλό DTC

Το δεύτερο σημαντικό πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών είναι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Κατά τον διοικητή της ΤτΕ το πρόβλημα αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό όσο τα κόκκινα δάνεια, αλλά συνιστά τροχοπέδη.

Όπως χαρακτηριστικά είπε, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (Deffered Tax Credit, DTC) δεν είναι ελληνικό εφεύρημα. Το αντιγράψαμε από τους άλλους, αλλά όπως συνήθως κάνουμε, γίναμε κι εδώ πρωταθλητές. «Έχουμε με απόσταση το υψηλότερο DTC σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Σε όλη την Ευρώπη το DTC είναι 100 δισ. ευρώ και τα 15,2 δισ. ευρώ αφορούν στην Ελλάδα, όταν η κλείδα της είναι 2%. «Άρα», κατέληξε ο επικεφαλής της ΤτΕ, «έχουμε εφτά φορές μεγαλύτερο DTC απ’ ότι έχει ο μέσος όρος της Ε.Ε.». Αυτό σύμφωνα με τον επικεφαλής της ΤτΕ, επιβαρύνει την αξιολόγηση των ελληνικών τραπεζών από την αγορά.

Από τα 22-23 δισ. ευρώ τα κεφάλαια που έχουν οι τράπεζες τα 15 δισ. ευρώ είναι DTC, δηλαδή μη καταβεβλημένα κεφάλαια. «Αυτό δεν είναι μεν εποπτικό ζήτημα, γιατί οι επόπτες το έχουν αναγνωρίσει ως κεφάλαιο, η αγορά όμως σου λέει ότι δεν μπορεί πάνω από το 60% του κεφαλαίου σου να είναι μη-καταβεβλημένο κεφάλαιο. Το χρηματιστήριο στο προεξοφλεί με ένα discount rate», είπε χαρακτηριστικά.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις