Μέσα σε λίγα χρόνια, η Ελλάδα από χώρα εξαρτημένη από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, εξελίσσεται σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο με παγκόσμιους συμμάχους. Νέα έργα και συμφωνίες – από τις εξορύξεις φυσικού αερίου σε Ιόνιο και Κρήτη έως τις υποδομές LNG και την ηλεκτρική διασύνδεση με Κύπρο–Ισραήλ – ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια όχι μόνο της ίδιας αλλά και ολόκληρης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Παράλληλα, η ενεργειακή συνεργασία θωρακίζει τις σχέσεις της Αθήνας με ισχυρούς εταίρους (ΗΠΑ, Ισραήλ, Κύπρο, ΕΕ), αυξάνοντας το γεωπολιτικό βάρος της χώρας. Ακολουθεί μια αναλυτική επισκόπηση των πρόσφατων εξελίξεων, με ισορροπία ανάμεσα στα τεχνικά δεδομένα και την πολιτικο-διπλωματική τους ερμηνεία.
Νέες συμφωνίες για έρευνες φυσικού αερίου σε Ιόνιο και Κρήτη
Η ελληνική κυβέρνηση έχει υπογράψει σημαντικές συμφωνίες με ενεργειακούς κολοσσούς για έρευνες υδρογονανθράκων, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή μετά από δεκαετίες στασιμότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμφωνία της ExxonMobil με την ελληνική Energean και τη Helleniq Energy (πρώην ΕΛΠΕ) για τον θαλάσσιο Block 2 στο Ιόνιο, ένα οικόπεδο 2.422 τ.χλμ. δυτικά της Κέρκυρας. Η κοινοπραξία (ExxonMobil 60%, Energean 30%, Helleniq 10%) προγραμματίζει την πρώτη γεώτρηση στο τέλος του 2026 ή αρχές 2027 – την πρώτη θαλάσσια γεώτρηση στην Ελλάδα έπειτα από 40 χρόνια. Οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις για το Block 2 μιλούν για πιθανό κοίτασμα ~200 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου (7 τρισεκ. κυβικά πόδια), αν και με πιθανότητα επιτυχίας 15-18%. Πρόκειται για υψηλού ρίσκου αλλά υψηλής ανταμοιβής στόχο, καθώς η γεώτρηση θα τεστάρει ένα από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα γεωλογικά «παίγνια» της Μεσογείου. Το έργο απαιτεί επενδύσεις $50–100 εκατ. στη φάση των ερευνών, με την ExxonMobil να αναλαμβάνει ως operator σε περίπτωση ανακάλυψης.
Εξίσου σημαντική είναι και η είσοδος της Chevron στα ελληνικά τεμάχια: τον Οκτώβριο 2025 επελέγη κοινοπραξία Chevron – Helleniq Energy ως προτιμητέος πλειοδότης για έρευνες σε τέσσερα υπεράκτια οικόπεδα νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης.
Η αμερικανική Chevron ήταν ο μοναδικός μνηστήρας σε σχετικό διεθνή διαγωνισμό, υπογραμμίζοντας την εμπιστοσύνη μεγάλων επενδυτών στις ελληνικές προοπτικές. Σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας , τα συμβόλαια με τη Chevron θα οριστικοποιηθούν και εγκριθούν θεσμικά ώστε οι σεισμικές έρευνες να αρχίσουν το 2026, με περιθώριο έως πέντε έτη για τον εντοπισμό εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων και πιθανές δοκιμαστικές γεωτρήσεις γύρω στο 2030-2032.
Οι νέες αυτές παραχωρήσεις έρχονται σε συνέχεια προηγούμενων κινήσεων: ήδη από το 2022 η ExxonMobil (αντικαθιστώντας την Total) και η Helleniq είχαν ξεκινήσει σεισμικές έρευνες σε δύο μπλοκ δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, σηματοδοτώντας το αυξημένο ενδιαφέρον για τα βαθιά νερά της περιοχής. Οι επενδυτικές αυτές κινήσεις δισεκατομμυρίων ευρώ/δολαρίων αντανακλούν τη γεωπολιτική αξία των ελληνικών κοιτασμάτων: αν επιβεβαιωθούν οι αισιόδοξες προβλέψεις (π.χ. έως ~680 δισ. κ.μ. συνολικά σε Ιόνιο-Κρήτη, κατά το ελληνικό δημόσιο) , η Ελλάδα θα μπορούσε όχι μόνο να καλύψει τις ανάγκες της (σήμερα ~4-5 δισ. κ.μ. το χρόνο) αλλά και να γίνει νέος εξαγωγέας αερίου στην Ευρώπη. Αυτό θα αναβαθμίσει δραστικά τη θέση της στην ευρωπαϊκή ενεργειακή σκακιέρα, καθώς θα συμβάλει στην απεξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό αέριο.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση χαρακτήρισε τη συμφωνία στο Ιόνιο «ψήφο εμπιστοσύνης» στις προοπτικές της Ελλάδας ως περιφερειακού ενεργειακού παίκτη. Η υπογραφή έγινε μάλιστα παρουσία υψηλόβαθμων Αμερικανών αξιωματούχων στην ενεργειακή σύνοδο P-TEC (Partnership for Transatlantic Energy Cooperation) που φιλοξένησε η Αθήνα τον Νοέμβριο 2025.
Διεθνείς παρατηρητές σημειώνουν ότι «η Αμερική επιστρέφει και τρυπάει στο Ιόνιο» – ενδεικτικό το σχόλιο της νέας πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ (Kimberly Guilfoyle) , «America is back and drilling in the Ionian Sea». Πράγματι, οι συμφωνίες αυτές διευρύνουν την αμερικανική ενεργειακή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο την ώρα που η Ουάσιγκτον αναζητεί εναλλακτικές διαδρομές αερίου για την Ευρώπη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Με άλλα λόγια, τα ελληνικά κοιτάσματα αποκτούν γεωστρατηγική διάσταση: εντάσσονται στο ευρύτερο σχέδιο Δύσης–ΕΕ για διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και μείωση της ενεργειακής επιρροής της Ρωσίας. Αυτό εξηγεί γιατί ExxonMobil, Chevron και Energean – που ήδη δραστηριοποιούνται σε μεγάλες ανακαλύψεις του Ισραήλ και της Κύπρου – στρέφονται τώρα δυναμικά και στην Ελλάδα.
Κομβικές υποδομές LNG: Απεξάρτηση της ΝΑ Ευρώπης από το ρωσικό αέριο
Παράλληλα με τις έρευνες, η Ελλάδα επενδύει στην ενεργειακή της υποδομή για να αξιοποιήσει το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) ως μοχλό ενεργειακής ανεξαρτησίας. Ήδη διαθέτει τον τερματικό σταθμό LNG της Ρεβυθούσας που αποδείχθηκε σωτήριος στον απόηχο του πολέμου της Ουκρανίας. Μέσα στο 2022, μέσω αυξημένων εισαγωγών LNG στη Ρεβυθούσα, η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει πάνω από 50% τις εισαγωγές ρωσικού αερίου, υποκαθιστώντας τες με φορτία από άλλους προμηθευτές (ΗΠΑ, Αλγερία, κ.ά.). Ο σταθμός της Ρεβυθούσας (με αποθηκευτική χωρητικότητα ~225.000 m³ LNG και ικανότητα αεριοποίησης ~1.400 m³ ανά ώρα) λειτουργεί πλέον στο μέγιστο, τροφοδοτώντας όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και γείτονες.
Όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, «το μεγαλύτερο μέρος του αερίου που εισέρχεται πλέον στην Ελλάδα δεν μένει εδώ – αποστέλλεται σε τρίτες χώρες. Έχουμε γίνει πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη». Πράγματι, πάνω από το 70% του LNG που εκφορτώνεται στη Ρεβυθούσα καταλήγει μέσω αγωγών στη Βουλγαρία και πέραν αυτής, αντικαθιστώντας το ρωσικό αέριο και στηρίζοντας χώρες που παλαιότερα εξαρτώνταν σχεδόν μονομερώς από τη Gazprom.
Για να ενισχύσει αυτόν τον ρόλο του περιφερειακού κόμβου LNG, η Ελλάδα δημιουργεί νέες πύλες εισόδου φυσικού αερίου. Το 2024 τέθηκε σε λειτουργία η πλωτή μονάδα LNG της Αλεξανδρούπολης(FSRU), ένα στρατηγικό έργο στη βόρεια Ελλάδα. Το FSRU Αλεξανδρούπολης αγκυροβολεί ~18 χλμ ανοικτά του λιμανιού και μέσω υποθαλάσσιου αγωγού 28 χλμ μεταφέρει αέριο στη στεριά.
Η χωρητικότητά του επιτρέπει την αεριοποίηση ~5,5 δισ. κ.μ. αερίου ετησίως, καλύπτοντας όχι μόνο εγχώριες ανάγκες αλλά κυρίως τροφοδοτώντας τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη (ειδικά τη Βουλγαρία, που συνδέεται με νέο αγωγό IGB, καθώς και τη Ρουμανία τη Σερβία , έως και την Ουκρανία ). Ήδη σχεδιάζεται και δεύτερη μονάδα LNG στην ίδια περιοχή μελλοντικά, δεδομένης της ζήτησης.
Αντίστοιχα, στη νότια Ελλάδα δρομολογείται το έργο Dioriga Gas στον Κόρινθο: ένα FSRU δίπλα στα διυλιστήρια Motor Oil με αποθήκη 210.000 m³ LNG και δυναμικότητα αεριοποίησης περίπου 2,5-3 δισ. κ.μ. το χρόνο. Θα μπορεί να διοχετεύει αέριο στο ελληνικό δίκτυο αλλά και να μεταφορτώνει LNG σε πλοία/βυτιοφόρα, λειτουργώντας ευέλικτα. Επιπλέον FSRU σχεδιάζονται σε Βόλο (έργο ARGO, 5,2 δισ. κ.μ./έτος) και στη Θεσσαλονίκη (κοινοπραξία Elpedison, 6-7 δισ. κ.μ./έτος ως το 2025), επεκτείνοντας την ακτίνα δράσης. Με αυτά τα έργα, ως το 2026 η Ελλάδα θα διαθέτει 3-4 τερματικούς LNG, πολλαπλασιάζοντας την εισαγωγική της ικανότητα.
Η σημασία αυτών των επενδύσεων για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι κομβική. Η ΕΕ έχει θέσει στόχο πλήρους απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο έως το 2027-28, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο για τα Βαλκάνια που δεν έχουν εναλλακτικές πηγές. Η Ελλάδα καλείται να «καλύψει το κενό» προσφέροντας νέα σημεία πρόσβασης σε LNG. Ήδη από τον Οκτώβριο 2022 εγκαινιάστηκε ο Κάθετος Διάδρομος (Vertical Corridor): η αλληλοσύνδεση Ελλάδας–Βουλγαρίας–Ρουμανίας–Ουγγαρίας–Ουκρανίας, αξιοποιώντας υφιστάμενους αγωγούς (π.χ. τον ελληνοβουλγαρικό IGB και τον παλαιό Trans-Balkan μέσω Ρουμανίας). Οι διαχειριστές συστημάτων αερίου των χωρών αυτών (ΔΕΣΦΑ, Bulgartransgaz, Transgaz, κ.ά.) υπέγραψαν συμφωνίες για νέες ροές LNG από Ελλάδα προς Ουκρανία με μειωμένα τιμολόγια διέλευσης. Ουσιαστικά, δημιουργείται ένας ενεργειακός διάδρομος Βορρά-Νότου που φέρνει το αμερικανικό και καταριανό LNG στην «καρδιά» της Ευρώπης μέσω Ελλάδας. Αυτό όχι μόνο ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια των συμμάχων (π.χ. πρώτη φορά το 2023 ελληνικό LNG έφτασε μέχρι την Ουκρανία για να καλύψει ανάγκες του χειμώνα), αλλά και αναβαθμίζει γεωπολιτικά την Ελλάδα.
Η Αθήνα από ουραγός γίνεται ρυθμιστής – μια ενεργειακή πύλη για την είσοδο ζωτικής ενέργειας στην περιοχή. Επιπλέον, μέσω των τελών χρήσης δικτύων και της διακίνησης, η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί (έσοδα transit, εμπορικές συμφωνίες LNG κ.λπ.). Δεν είναι τυχαίο ότι το αμερικανικό LNG θεωρείται στρατηγικό εργαλείο και οι ΗΠΑ βλέπουν την Ελλάδα ως «entry point» για την τροφοδοσία των συμμάχων τους: «Είναι απολύτως λογικό οι ΗΠΑ να βλέπουν την Ελλάδα ως είσοδο του αμερικανικού αερίου που θα καλύψει τις ανάγκες ολόκληρης της περιοχής» είπε χαρακτηριστικά ο Έλληνας πρωθυπουργός. Ο συνδυασμός εγχώριας παραγωγής (εφόσον βρεθεί) και εισαγωγών LNG δίνει στη χώρα ένα δίπολο ενεργειακής ισχύος: από τη μια αξιοποίηση των δικών της φυσικών πόρων, από την άλλη η δυνατότητα να λειτουργεί ως μεταπωλητής και κόμβος διανομής ενεργειακών πόρων τρίτων (ιδίως των ΗΠΑ) προς την Ευρώπη.
Στο πρακτικό επίπεδο, η ελληνοαμερικανική ενεργειακή συνεργασία σφραγίζεται από σημαντικές συμφωνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορική συμφωνία που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο 2025 από την κοινοπραξία AKTOR – ΔΕΠΑ Εμπορίας. Η κοινοπραξία αυτή (Atlantic-SEE LNG Trade) υπέγραψε συμφωνία προμήθειας μεγάλων ποσοτήτων αμερικανικού LNG από την εταιρεία Venture Global, με σκοπό τη διανομή του στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης μέσω του «Κάθετου Διαδρόμου». Όπως ανέφερε ο επικεφαλής της AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου πρόκειται για ένα «παγκόσμιο εμπορικό εγχείρημα» που καθιστά την ημέρα υπογραφής «ιστορική για την Ελλάδα».
EuroAsia Interconnector: Γεωστρατηγική αξία της ηλεκτρικής διασύνδεσης
Στο μέτωπο της ηλεκτρικής ενέργειας, ένα εμβληματικό έργο βρίσκεται σε εξέλιξη: η ηλεκτρική διασύνδεση Great Sea Interconnector (GSI) που θα ενώσει τα δίκτυα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Πρόκειται για υποβρύχιο καλώδιο υπερυψηλής τάσης (HVDC) μήκους 1.208 χιλιομέτρων – το μεγαλύτερο υποθαλάσσιο καλώδιο ισχύος στον κόσμο – το οποίο θα συνδέσει το Ισραήλ (Hadera) με την Κύπρο (Κοφίνου) και από εκεί με την Κρήτη (σημείο προσαιγιάλωσης στην περιοχή Κορακιά). Η διασύνδεση αυτή, ισχύος 2.000 MW (αρχική φάση 1.000 MW), έχει αναγνωριστεί ως Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της ΕΕ και εντάσσεται στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς για μια ενιαία, ασφαλή ενεργειακή αγορά.
Η στρατηγική σημασία του GSI είναι πολυεπίπεδη. Πρώτον, τερματίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου – η οποία ήταν έως τώρα το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς καμία ηλεκτρική διασύνδεση. Με το καλώδιο, η Κύπρος θα συνδεθεί στο ηπειρωτικό ευρωπαϊκό δίκτυο, ενισχύοντας την ασφάλεια εφοδιασμού της και μειώνοντας το κόστος ηλεκτρισμού για τους καταναλωτές. Το ίδιο και το Ισραήλ: για πρώτη φορά θα έχει απευθείας ζεύξη με την ευρωπαϊκή αγορά, κάτι που ανοίγει δρόμους και για εξαγωγή ενέργειας (π.χ. πλεονάζουσας παραγωγής από ΑΠΕ ή φυσικό αέριο) αλλά και για λήψη ρεύματος σε περιόδους αιχμής. Ουσιαστικά δημιουργείται μια ενεργειακή γέφυρα Ευρώπης–Ασίας μέσω Ελλάδας, ενδυναμώνοντας το στρατηγικό τρίγωνο Αθήνας–Λευκωσίας–Τελ Αβίβ.
Δεύτερον, το έργο ενισχύει τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό ενεργειακής ασφάλειας. Η ΕΕ έχει επενδύσει σημαντικά: έχει ήδη διαθέσει περίπου 800 εκατ. ευρώ σε χρηματοδοτήσεις επί συνόλου προϋπολογισμού ~€1,9 δισ., αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για υποδομή-κλειδί. Μάλιστα, τον Οκτώβριο 2022 τέθηκε συμβολικά ο θεμέλιος λίθος στη Κύπρο παρουσία της Επιτρόπου Ενέργειας Κάντρι Σίμσον, με στόχο ολοκλήρωσης του τμήματος Κρήτης–Κύπρου έως το 2027 και λειτουργία στις αρχές του 2028.
Συνολικά, ο EuroAsia Interconnector – που μετονομάστηκε πλέον σε Great Sea Interconnector (GSI) – θεωρείται έργο ιστορικής σημασίας. Θα δημιουργήσει έναν «ηλεκτρικό διάδρομο» μέσω του οποίου η Κύπρος και το Ισραήλ θα μπορούν να συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, ενώ και η ίδια η Ελλάδα θα ωφεληθεί από την ανταλλαγή ρεύματος (π.χ. εισαγωγή φθηνής ενέργειας όταν υπάρχει περίσσευμα ΑΠΕ στην Κύπρο/Ισραήλ ή εξαγωγή ελληνικής παραγωγής όταν υπάρχει έλλειψη αλλού). Επιπλέον, διευκολύνει την ενσωμάτωση περισσότερων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην περιοχή, καθώς ένα διασυνδεδεμένο δίκτυο μπορεί να εξομαλύνει τις διακυμάνσεις παραγωγής. Με την ενεργειακή μετάβαση εν εξελίξει, ένα τέτοιο «ηλεκτρικό υπερ-έργο» προσφέρει ευελιξία και εφεδρείες σε τρεις χώρες ταυτόχρονα. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις καθυστερήσεις, η πολιτική βούληση παραμένει ισχυρή: Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ έχουν επανειλημμένα επαναβεβαιώσει τη στήριξή τους στο έργο (τριμερής σύνοδος, μνημόνια συνεργασίας κ.λπ.), αναγνωρίζοντας ότι η ενεργειακή διασύνδεση ενισχύει και τη γεωστρατηγική τους σύνδεση.
Ενεργειακές συμμαχίες με ΗΠΑ, Ισραήλ, Κύπρο και ΕΕ
Η ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο συμβαδίζει με μια πολυδιάστατη ενεργειακή διπλωματία. Τα τελευταία χρόνια, η Αθήνα έχει επενδύσει σε συνεργασίες με ισχυρούς διεθνείς παίκτες, αξιοποιώντας την ενέργεια ως γέφυρα για συμμαχίες:
Ελλάδα – Ηνωμένες Πολιτείες: Οι ΗΠΑ αναδεικνύονται σε βασικό εταίρο της Ελλάδας στον ενεργειακό τομέα. Αυτό φαίνεται τόσο από την παρουσία αμερικανικών κολοσσών (ExxonMobil, Chevron) στις ελληνικές έρευνες, όσο και από τη στενή κυβερνητική συνεργασία. Ο θεσμός του 3+1 (Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ + ΗΠΑ), που ξεκίνησε ως σχήμα συζήτησης για τον αγωγό EastMed, έχει διευρυνθεί σε ενεργειακή στρατηγική συνεργασία. Στις 6 Νοεμβρίου 2025 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα υπουργική σύνοδος Ενέργειας 3+1, με τη συμμετοχή του Έλληνα, Κύπριου και Ισραηλινού υπουργού Ενέργειας και του Αμερικανού Υπουργού Ενέργειας, όπου επικυρώθηκε η κοινή δέσμευση για προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην κοινή δήλωση υπογραμμίστηκε η στήριξη σε περιφερειακά έργα διασυνδεσιμότητας (όπως τα καλώδια ηλεκτρισμού και οι αγωγοί) και η ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από κακόβουλους προμηθευτές μέσω συνεργασίας «ομονοούρων εταίρων» της περιοχής.
Με άλλα λόγια, ΗΠΑ και Ελλάδα συντάσσονται στην προσπάθεια αποκλεισμού της ρωσικής επιρροής στην ενέργεια (έως και την αποτροπή επανεισαγωγής ρωσικού αερίου μέσω τρίτων οδών, π.χ. Τουρκίας, όπως τόνισε ο κ. Μητσοτάκης). Επιπλέον, η αμερικανική πλευρά βλέπει θετικά την ανάπτυξη ελληνικών υποδομών – ενδεικτικά, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επισκεφθεί τη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη, ενώ ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί Αμερικανοί ιθύνοντες δεν βρέθηκαν μαζί στην Ελλάδα όσο στο φετινό συνέδριο P-TEC. Η στρατηγική σχέση Αθήνας-Ουάσιγκτον βαθαίνει ετησίως, με κοινό στόχο «ενέργεια προσιτή και γεωπολιτικά ανεξάρτητη». Ουσιαστικά, η ενέργεια έχει καταστεί νέο θεμέλιο της ελληνοαμερικανικής συμμαχίας – πέρα από την άμυνα – με αμοιβαία οφέλη: η Ελλάδα κερδίζει επενδύσεις και στήριξη, οι ΗΠΑ αποκτούν έναν αξιόπιστο «ενεργειακό κόμβο» για την προώθηση του LNG και των επιχειρήσεών τους στην Ευρώπη.
Ελλάδα – Ισραήλ & Κύπρος: Με το Ισραήλ και την Κύπρο, η ενεργειακή σύμπραξη είναι πολυεπίπεδη και στενή όσο ποτέ. Οι τρεις χώρες πραγματοποιούν τακτικά τριμερείς συνόδους κορυφής εδώ και μια δεκαετία, όπου η ενέργεια βρίσκεται πάντα ψηλά στην ατζέντα. Αρχικά, στο επίκεντρο ήταν ο σχεδιαζόμενος αγωγός EastMed για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τα ισραηλινά και κυπριακά κοιτάσματα προς την Ευρώπη μέσω Ελλάδας.
Αν και ο East Med αντιμετωπίζει προκλήσεις (οικονομικές και γεωπολιτικές) και δεν έχει προχωρήσει στο στάδιο κατασκευής, η συνεργασία εξελίχθηκε σε κάτι ευρύτερο: από το φυσικό αέριο επεκτάθηκε στην ηλεκτρική ενέργεια (EuroAsia Interconnector), στις ΑΠΕ, ακόμα και στην ασφάλεια ενεργειακών υποδομών. Για παράδειγμα, οι υπουργοί Ενέργειας στο 3+1 δεσμεύθηκαν για κοινές δράσεις προστασίας κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων από απειλές (κυβερνοασφάλεια, τρομοκρατία). Επιπλέον, ελληνικές εταιρείες έχουν παρουσία στο Ισραήλ: η Energean ήδη εκμεταλλεύεται τα ισραηλινά κοιτάσματα Karish και Tanin, ενώ η ΔΕΠΑ συζητά εισαγωγές αερίου από το Ισραήλ. Αντίστροφα, ισραηλινές εταιρείες ενδιαφέρονται για πράσινα projects στην Ελλάδα. Με την Κύπρο, η σύμπλευση είναι δεδομένη – η Ελλάδα στηρίζει ενεργά τα κυπριακά ενεργειακά σχέδια απέναντι σε πιέσεις (π.χ. τουρκικές παρεμβολές στην κυπριακή ΑΟΖ) και συνεργάζεται τόσο διμερώς όσο και σε περιφερειακούς οργανισμούς (π.χ. East Mediterranean Gas Forum – EMGF).
Αξίζει να σημειωθεί ότι το EMGF, που ιδρύθηκε το 2020, συγκεντρώνει όλα τα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου που παράγουν ή μεταφέρουν φυσικό αέριο (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιταλία, Ιορδανία, Παλαιστινιακή Αρχή – με τις ΗΠΑ και την ΕΕ ως παρατηρητές). Αυτό παρέχει πλατφόρμα διαλόγου και ενεργειακής διπλωματίας στην οποία η Ελλάδα παίζει ηγετικό ρόλο, προωθώντας συνεργατικές λύσεις (π.χ. κοινή εκμετάλλευση υποδομών LNG, διασύνδεση αγωγών).
Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ένωση: Η ενεργειακή στροφή της Ελλάδας είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την ευρωπαϊκή στρατηγική. Η ΕΕ, ιδίως μετά το 2022, στηρίζει οικονομικά και πολιτικά τα ελληνικά έργα που συμβάλλουν στον στόχο του REPowerEU για απεξάρτηση από τη Ρωσία. Ενδεικτικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγχρηματοδότησε κατά 50% (124 εκατ. €) τον αγωγό IGB Ελλάδας–Βουλγαρίας, ο οποίος εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο 2022 και επέτρεψε στη Βουλγαρία να έχει πρόσβαση σε LNG και αζέρικο αέριο μέσω Ελλάδας, μειώνοντας δραστικά την εξάρτησή της από τη Gazprom.
Η ΕΕ χρηματοδοτεί το GSI με εκατοντάδες εκατομμύρια, θεωρώντας τον κομβικό για την ενεργειακή ένωση. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει αυξημένο ρόλο στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς αλληλεγγύης: το καλοκαίρι 2022, όταν υπήρχε αγωνία για την πλήρωση των αποθηκών ενόψει χειμώνα, η Ελλάδα αξιοποιήθηκε ως πύλη εισόδου LNG με φορτία που προωθήθηκαν βόρεια. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι (όπως η Επίτροπος Ενέργειας) έχουν επαίνεσει την Ελλάδα για τις προσπάθειές της να βοηθήσει γειτονικές χώρες σε κρίση εφοδιασμού. Η επιρροή της χώρας μας εντός ΕΕ στο ενεργειακό πεδίο έχει ανέβει: ο Υπουργός Ενέργειας Στ. Παπασταύρου προεδρεύει/συμμετέχει ενεργά σε ομάδες εργασίας για την ενεργειακή αγορά, ενώ η Ελλάδα πρωτοστατεί σε συζητήσεις για κοινούς κανόνες αποθήκευσης, αγορών LNG κ.λπ. Με λίγα λόγια, μέσω της ενέργειας, η Ελλάδα ισχυροποιεί τη θέση της και ως ευρωπαϊκός εταίρος, προβάλλοντας την εικόνα μιας χώρας που αποτελεί μέρος της λύσης στο ενεργειακό πρόβλημα της ηπείρου. Αυτό έχει θετικό αντίκτυπο και στη διαπραγματευτική της ισχύ σε άλλα μέτωπα εντός ΕΕ, καθώς κερδίζει «πόντους» αξιοπιστίας.
Συνοψίζοντας, η ενεργειακή συνεργασία λειτουργεί για την Ελλάδα σαν μια νέα αρχιτεκτονική συμμαχιών. Εδραιώνει έναν άξονα σταθερότητας στην Αν. Μεσόγειο (με Ισραήλ–Κύπρο–ΗΠΑ), θωρακίζει την υποστήριξη της ΕΕ και παράλληλα ενισχύει τους δεσμούς με τα Βαλκάνια (ως προμηθευτής τους). Σε μια εποχή γεωπολιτικών αναταράξεων, αυτή η πολυμερής ενεργειακή διπλωματία ανεβάζει το κύρος και τη διαπραγματευτική δύναμη της Ελλάδας.