Πρόβλεψη για ισχυρό σεισμό στη Θήβα κάνει ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος μιλώντας στα «ΝΕΑ». Όπως εξηγεί η προσεισμική ακολουθία – όπως και στην περίπτωση του Αρκαλοχωρίου – δείχνει «σημαντική πιθανότητα για ισχυρότερο σεισμό στην περιοχή».

Την επί τα χείρω μεταβολή των δεικτών σεισμικότητας στην περιοχή της Θήβας, όπου η γη δεν έχει σταματήσει να σείεται από τον Ιούλιο έως σήμερα, διάστημα κατά το οποίο έχουν σημειωθεί περισσότεροι από 3.000 σεισμοί, επισημαίνει ο διευθυντής Ερευνών Σεισμολογίας στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών συνιστώντας λήψη πρόσθετων μέτρων από τις τοπικές Αρχές.

Τον κώδωνα του κινδύνου για τους σεισμολόγους έκρουσε η πρόσφατη σεισμική δόνηση των 4,3 Ρίχτερ, της 10ης Απριλίου, τρία 24ωρα μόλις μετά τα 3,9 Ρίχτερ και ενώ είχε να καταγραφεί σεισμός τέτοιου μεγέθους από τις 11 Ιουλίου, γεγονός που επανέφερε σε υψηλά επίπεδα την ανησυχία των κατοίκων για τον αδιάκοπο χορό των Ρίχτερ κάτω από τα πόδια τους, αλλά και από την απόκοσμη βοή που συνοδεύει αρκετές από τις δονήσεις.

Μελετώντας το πλήθος των στοιχείων που προκύπτουν από την έξαρση σεισμικότητας στη Θήβα, ο καθηγητής εξηγεί στα «ΝΕΑ» ποιοι δείκτες αποκαλύπτουν χαρακτηριστικά προσεισμικής ακολουθίας (πανομοιότυπης με την περίπτωση του Αρκαλοχωρίου), με «σημαντική πιθανότητα», όπως αναφέρει ο ίδιος, «για ισχυρότερο σεισμό στην περιοχή», ανάλογο των 6,2 Ρίχτερ που είχαν χτυπήσει τη Θήβα το 1892.

Κινδυνεύει η Αττική;

Ερωτηθείς σε άλλη συνέντευξη του στο ieidiseis για το κατά πόσο ένας ισχυρός σεισμός στη Θήβα θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στην περιοχή της πρωτεύουσας και γενικότερα της Αττικής ο κ. Παπαδόπουλος παραπέμπει σε πολλές παραμέτρους που υπεισέρχονται στην εξέτασή του:

«Αν λάβουμε υπόψη ιστορικούς ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν την περιοχή της Θήβας το 1853, το 1893 και ξανά το 1914, με μεγέθη κυμαινόμενα από 6,2 έως 6,7, θα διαπιστώσουμε ότι οι σεισμοί επιδράσανε ελάχιστα στην Αθήνα». Όμως, ας μην μας διαφεύγει ότι η τότε πολύ μικρή σε ανάπτυξη Αθήνα ουδεμία σχέση έχει με τη σημερινή μεγαλούπολη. Και αυτό ισχύει γενικότερα για την Αττική. Ένας άλλος τρόπος σκέψης είναι να εξετάσουμε την περίπτωση του σεισμού των Αλκυονίδων μεγέθους 6,7, ο οποίος έπληξε την Κορινθία και τη Βοιωτία στις 24 Φεβρουαρίου του 1981. Το παράδειγμα αυτό είναι χρήσιμο γιατί εκείνος ο σεισμός είχε εστία σε απόσταση περίπου 70 χλμ. από το κέντρο της Αθήνας. Τόση είναι περίπου και η απόσταση των μεγάλων ρηγμάτων της περιοχής της Θήβας από πολλές περιοχές της Αττικής. Ο σεισμός του 1981 δεν προκάλεσε σημαντικά καταστροφικά αποτελέσματα στην Αττική και την Αθήνα, κυρίως λόγω της απόστασης. Υπήρξαν, όμως, βλάβες σε πολυκατοικίες και άλλα κτίσματα ορισμένων περιοχών, όπως το Περιστέρι, ο Άγιος Ιωάννης ο Ρέντης και η ρεματιά του Χαλανδρίου, λόγω δυσμενών τοπικών εδαφικών συνθηκών, επισημαίνει χαρακτηριστικά.

 

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις