Για φονική επίθεση πριν 30 χρόνια κατηγορείται ο Ραούλ Κάστρο από τις ΗΠΑ: Τι συνέβη το 1996
Πώς και γιατί έγινε η κατάρριψη δύο αεροσκαφών από τις ΗΠΑ που οδήγησε στον θάνατο τους 4 επιβαίνοντές τους, όταν ο Ραούλ Κάστρο ήταν υπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της Κούβας το 1996.
Η θανατηφόρα συντριβή δύο αεροσκαφών στα ανοιχτά των ακτών της Φλόριντα πριν από περίπου 30 χρόνια, βρίσκεται στο επίκεντρο των ποινικών κατηγοριών που ασκήθηκαν από τις ΗΠΑ στον πρώην ηγέτη της Κούβας, Ραούλ Κάστρο, όπως δήλωσε το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης την Τετάρτη 20 Μαΐου.
Η επίθεση του κουβανικού στρατού εναντίον πολιτικών αεροσκαφών το 1996, πυροδότησε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις μεταξύ Κούβας και ΗΠΑ, με τις επιπτώσεις της να διαρκούν μέχρι σήμερα.
Κουβανικά μαχητικά αεροσκάφη είχαν καταρρίψει δύο μικρά αεροπλάνα –τα οποία ανήκαν σε μια ομάδα Κουβανών εξόριστων στο Μαϊάμι- στη θαλάσσια δίοδο μεταξύ του νησιωτικού κράτους της Καραϊβικής και της αμερικανικής πολιτείας της Φλόριντα, με αποτέλεσμα και οι τέσσερις επιβαίνοντες να χάσουν ακαριαία τη ζωή τους.
Η επίθεση προκάλεσε διεθνή καταδίκη, μεταξύ άλλων και κατά του Ραούλ Κάστρο, αδερφού του τότε ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος ήταν υπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας εκείνη την εποχή.
Το περιστατικό αυτό οδήγησε τις ΗΠΑ, που τότε είχαν πρόεδρο τον Μπιλ Κλίντον, σε πιο αυστηρές κυρώσεις κατά της Κούβας, ενώ εξάλειψε οποιαδήποτε πιθανότητα διαλόγου μεταξύ των δύο κρατών.
Ο Ραούλ Κάστρο ανέλαβε την προεδρία της Κούβας το 2006, όταν ο Φιντέλ αποσύρθηκε από τα καθήκοντά του λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας. Παρέμεινε πρόεδρος μέχρι το 2028, ενώ διατήρησε τη θέση του πρώτου γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας μέχρι το 2021.
Ωστόσο, σύμφωνα με ρεπορτάζ του BBC, συνεχίζει να θεωρείται από πολλούς ως ο πιο ισχυρός άνθρωπος στη χώρα -η ιστορική του διαδρομή άλλωσε στο πλευρό του αδερφού του, από τα χρόνια της επανάστασης της Κούβας, και το επίθετο που φέρει, οπωσδήποτε παίζουν ρόλο σε αυτό.
Το κατηγορητήριο εναντίον του από πλευράς ΗΠΑ, έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή για το νησί.
Η χώρα είναι βυθισμένη σε οικονομική και ενεργειακή κρίση, μετά την πρόσφατη πίεση από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και την απώλεια της στήριξης από τη Βενεζουέλα μετά την πτώση του πρώην ηγέτη Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος απήχθει από τις ΗΠΑ, τον περασμένο Ιανουάριο.
Σε βαθιά κρίση η Κούβα τη δεκαετία του ‘90
Η επίθεση στα αεροσκάφη σημειώθηκε κατά τη διάρκεια μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κούβα τη δεκαετία του 1990, μετά την κατάρρευση του κύριου οικονομικού υποστηρικτή της, της Σοβιετικής Ένωσης.
Το νησί βυθίστηκε σε μια οικονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με μπλακάουτ, ελλείψεις τροφίμων και έλλειψη καυσίμων.
κείνη η κρίση, την οποία πολλοί συγκρίνουν με τη σημερινή, ώθησε χιλιάδες Κουβανούς να προσπαθήσουν να εγκαταλείψουν το νησί για να επανενωθούν με μέλη των οικογενειών τους στις ΗΠΑ.
«Ξαφνικά, όλοι άρχισαν να ψάχνουν για οτιδήποτε επέπλεε προκειμένου να προσπαθήσουν να φτάσουν στη Φλόριντα», εξήγησε στο BBC Mundo, ο Κουβανός ιστορικός και πρώην διπλωμάτης, Χουάν Αντόνιο Μπλάνκο.
Οι εξόριστοι στο Μαϊάμι
Η οργάνωση «Αδελφοί για τη Διάσωση» («Brothers to the Rescue»), εμφανίστηκε σύντομα στο Μαϊάμι, ιδρυθείσα από Κουβανούς εξόριστους -και αντίθετους στο καθεστώς της Κούβας- με επικεφαλής τον Χοσέ Μπασούλτο.
Η ομάδα άρχισε να πραγματοποιεί πτήσεις πάνω από τα Στενά της Φλόριντα, αναζητώντας αυτοσχέδιες βάρκες που μετέφεραν Κουβανούς μετανάστες.
«Προσπαθούσαμε να τους εντοπίσουμε, να σημειώσουμε τη θέση τους και να τη δώσουμε στην Ακτοφυλακή των ΗΠΑ ώστε να μπορέσουν να τους διασώσουν», δήλωσε στο BBC Mundo ο Μπασούλτο, ο 85χρονος σήμερα ηγέτης των «Brothers to the Rescue».
Επίσης, έριχναν νερό και τρόφιμα στους ανθρώπους που βρίσκονταν πάνω στις σχεδίες. Με τον καιρό όμως, προχώρησαν ακόμα περισσότερο.
«Σταμάτησαν να κάνουν αυτό που έλεγαν ότι ήθελαν να κάνουν, δηλαδή να βοηθούν στη διάσωση των προσφύγων με τις σχεδίες, και άρχισαν να εισέρχονται στον κουβανικό εναέριο χώρο και να ρίχνουν φυλλάδια πάνω από την Αβάνα», δήλωσε στο BBC Mundo από την Αβάνα, ο Κουβανός πολιτικός επιστήμονας Κάρλος Αλζουγκαράι.
Η Κούβα άρχισε να καταγγέλλει τις εναέριες παραβιάσεις και θεώρησε τα μέλη των «Αδελφών για τη Διάσωση» «τρομοκράτες», υποστηρίζοντας ότι αποτελούσαν απειλή για την εθνική ασφάλεια.
Ο Μπασούλτο, ο οποίος ηγήθηκε αρκετών από αυτές τις επιχειρήσεις, έχει μια πολύ διαφορετική άποψη.
«Για εκείνους, αυτό ήταν τρομοκρατία επειδή τα φυλλάδια που ρίχναμε περιείχαν την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και αυτό ήταν απαγορευμένο στην Κούβα», είπε.
«Είδα καπνό καθώς το αεροπλάνο καταρρίφθηκε»
Τρία αεροσκάφη τύπου Τσέσνα (Cessna) που ανήκαν στους «Αδελφούς για τη Διάσωση» απογειώθηκαν από τη Φλόριντα στις 24 Φεβρουαρίου 1996, για μια αποστολή ρουτίνας πάνω από τα Στενά της Φλόριντα.
Μέσα σε ένα διάστημα έξι λεπτών, δύο από αυτά καταρρίφθηκαν από κουβανικά αεροσκάφη.
Και οι τέσσερις επιβαίνοντες σκοτώθηκαν: ο Αρμάντο Αλεχάντρε Τζούνιορ (44 ετών), ο Κάρλος Αλμπέρτο Κόστα (29 ετών), ο Μάριο Μανουέλ ντε λα Πένια (24 ετών) και ο Πάμπλο Μοράλες (29 ετών). Όλοι ήταν Αμερικανοί πολίτες, εκτός από τον Πάμπλο Μοράλες, ο οποίος είχε κουβανική υπηκοότητα.
Ένα τρίτο αεροσκάφος κατάφερε να διαφύγει. Πιλότος στα αεροσκάφη ήταν ο Χοσέ Μπασούλτο. «Κοίταξα στα δεξιά και είδα τον καπνό στο βάθος από ένα από τα αεροπλάνα που καταρρίπτονταν», είπε.
«Κοίταξα αμέσως τη Σίλβια Ιριόντο (εθελόντρια στην αποστολή) και της είπα: ‘είμαστε οι επόμενοι’».
Ο Μπασούλτο είπε ότι το δικό του αεροπλάνο ήταν εκείνο που «ήθελαν κυρίως να καταρρίψουν, επειδή ήμουν ο ηγέτης της ομάδας».
Τα βλήματα από τα κουβανικά μαχητικά διέλυσαν τα μικρά πολιτικά αεροσκάφη -δεν απέμεινε σχεδόν κανένα ίχνος.
Ο Μπασούλτο επέμεινε ότι τα αεροπλάνα βρίσκονταν «σε διεθνή ύδατα, βόρεια της Αβάνας» όταν δέχτηκαν την επίθεση. Ο Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας και ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών με έδρα τις ΗΠΑ το επιβεβαίωσαν και κατηγόρησαν την Κούβα για παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Ωστόσο, η κουβανική κυβέρνηση υποστήριζε πάντα ότι κατέρριψε τα αεροσκάφη εντός του εναέριου χώρου της.
Ο ιστορικός Χουάν Αντόνιο Μπλάνκο, ο οποίος ήταν διπλωμάτης στην Αβάνα όταν συνέβη το περιστατικό, το περιέγραψε ως «μια ενέδρα ενορχηστρωμένη από τον Φιντέλ Κάστρο».
«Ο Φιντέλ Κάστρο γνώριζε εκ των προτέρων ποιος επρόκειτο να πετάξει εκείνη την ημέρα, ποια αεροπλάνα θα πετούσαν και τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν», είπε ο Μπλάνκο, προσθέτοντας ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών του Κάστρο είχαν έναν κατάσκοπο μέσα στην ομάδα των «Αδελφών για τη Διάσωση».
Σύμφωνα με τον Μπλάνκο, ο Φιντέλ Κάστρο ήταν ο πολιτικός υπεύθυνος για την επιχείρηση, ενώ ο Ραούλ Κάστρο, τότε υπουργός των Ενόπλων Δυνάμεων, ήταν ο εκτελεστής της.
Γιατί η Κούβα κατέρριψε τα αεροπλάνα
Οι λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο αποφάσισε να καταρρίψει τα αεροπλάνα εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης.
Η επίσημη κουβανική εξήγηση, η οποία επιμένει ότι το περιστατικό συνέβη πάνω από τον εναέριο χώρο της, είναι ότι οι «Αδελφοί για τη Διάσωση» αποτελούσαν απειλή για την εθνική ασφάλεια λόγω των επανειλημμένων εναέριων παραβιάσεών τους.
Άλλες ερμηνείες όμως δείχνουν βαθύτερα πολιτικά κίνητρα.
Ο ιστορικός και πρώην διπλωμάτης Χουάν Αντόνιο Μπλάνκο, ο οποίος εκείνη την εποχή συμμετείχε σε ανεπίσημα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ Αβάνας και Ουάσινγκτον, πιστεύει ότι ο Φιντέλ Κάστρο ήθελε να αποτρέψει μια πιθανή προσέγγιση με τις ΗΠΑ.
Εξηγεί ότι, μήνες πριν από την επίθεση, Κουβανοί και Αμερικανοί αξιωματούχοι διερευνούσαν διακριτικά μια πιθανή εξομάλυνση των σχέσεων, ενόψει μιας πιθανής δεύτερης θητείας του Μπιλ Κλίντον.
Ο ιστορικός υποστήριξε ότι ο Κάστρο φοβόταν πως οποιαδήποτε προσέγγιση με την Ουάσιγκτον θα πυροδοτούσε πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις στο νησί, οι οποίες θα έθεταν σε κίνδυνο την απόλυτη εξουσία του.
«Η κατάρριψη των αεροπλάνων κατέστησε αδύνατο για τον Κλίντον να προχωρήσει σε οποιοδήποτε είδος προσέγγισης στη συνέχεια», είπε.
Μια κρίση που διαμόρφωσε τις σχέσεις ΗΠΑ-Κούβας για δεκαετίες
Το περιστατικό πυροδότησε τη μεγαλύτερη κρίση μεταξύ Κούβας και ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και διαμόρφωσε την πορεία των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών στον 21ο αιώνα.
Ο Μπιλ Κλίντον καταδίκασε την επίθεση «με τον πιο έντονο τρόπο» και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών καταδίκασε τη χρήση όπλων εναντίον πολιτικών αεροσκαφών εν πτήσει.
Οι ΗΠΑ κλιμάκωσαν σε σημαντικό βαθμό τις οικονομικές κυρώσεις κατά της Κούβας, ενώ η Αβάνα θεώρησε την απάντησή τους ως μια πρωτοφανή οικονομική και διπλωματική επιθετικότητα.
Το επεισόδιο, σύμφωνα με τον ιστορικό και πρώην διπλωμάτη, είχε επίσης συνέπειες στο εσωτερικό της Κούβας.
«Επέφερε την επιστροφή μιας σχεδόν σταλινικής πολιτικής, της χειρότερης μορφής», δήλωσε ο Μπλάνκο, προσθέτοντας ότι η καταστολή εντάθηκε μετά το περιστατικό.
Η Αβάνα αρνήθηκε να καταβάλει αποζημίωση και οι οικογένειες των θυμάτων αποζημιώθηκαν τελικά από την κυβέρνηση των ΗΠΑ με 93 εκατομμύρια δολάρια από δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο κουβανικό καθεστώς.
Περίπου 30 χρόνια αργότερα, η υπόθεση διατηρεί τεράστιο συμβολικό και πολιτικό βάρος στην Κούβα αλλά και ανάμεσα στην κοινότητα των Κουβανών εξόριστων. Τώρα φαίνεται πως γίνεται αφορμή για την κυβέρνηση Τραμπ ώστε να κλιμακώσει την επιθετικότητά της εναντίον της Κούβας.