Υπάρχει κάτι σχεδόν μαγικό που συμβαίνει σε κάθε Παγκόσμιο Κύπελλο. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα φαβορί, τους superstars και τις πανάκριβες ομάδες, εμφανίζεται ένας «μικρός και καταφρονεμένος».
Μια χώρα που κανείς δεν περιμένει να φτάσει μακριά, που είναι καταδικασμένη να χάσει. Και όμως, οι ουδέτεροι φίλαθλοι επιλέγουν σχεδόν ενστικτωδώς να υποστηρίξουν αυτήν και όχι την ποδοσφαιρικά πιο κραταιά.
Όταν οι «μικροί» γράφουν ιστορία στα Μουντιάλ
Το Καμερούν του 1990 είναι ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα. Με αρχηγό τον -42χρονο παρακαλώ- Ροζέ Μιλά, η αφρικανική ομάδα έφτασε στα προημιτελικά και απέδειξε ότι οι παραδοσιακές ποδοσφαιρικές δυνάμεις δεν ήταν ανίκητες. Για πολλούς φιλάθλους εκείνη η πορεία ήταν πιο συναρπαστική από την κατάκτηση του τροπαίου από τη Δυτική Γερμανία. Σίγουρα μνημονεύεται περισσότερο.
Το 2014 ήταν η σειρά της Κόστα Ρίκα. Τοποθετημένη σε έναν όμιλο με την Ιταλία, την Αγγλία και την Ουρουγουάη, θεωρούνταν σχεδόν καταδικασμένη. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη έβγαλε τους ειδικούς λάθος, τερμάτισε περήφανα πρώτη και έφτασε μέχρι τους «8» (αποκλείοντας και την Ελλάδα), γράφοντας μία από τις πιο εντυπωσιακές ιστορίες της σύγχρονης διοργάνωσης.
Και ύστερα ήρθε το Μαρόκο το 2022. Η πορεία του δεν ήταν απλώς μια αθλητική επιτυχία. Ήταν ένας παγκόσμιος άθλος. Καθώς η ομάδα προχωρούσε από γύρο σε γύρο, κέρδιζε fans πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας. Για κάποιους συμβόλιζε την αναπτυσσόμενη Αφρική . Για άλλους τον αραβικό κόσμο. Για τους περισσότερους, όμως, αντιπροσώπευε την ιδέα ότι οι «μικροί» μπορούν να τα βάλουν με τους «μεγάλους» και να κερδίσουν.
Γιατί ο εγκέφαλος συμπαθεί τον αδύναμο
Το ερώτημα είναι φυσικά γιατί. Η απάντηση δεν είναι καθαρά ποδοσφαιρική, πώς θα μπορούσε άλλωστε;. Βρίσκεται στον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο "underdog effect" για να περιγράψουν την τάση να συμπαθείς εκείνον που θεωρείται λιγότερο πιθανό να πετύχει. Είναι κάτι που παρατηρείται στην πολιτική, στην οικονομία, στην καθημερινή ζωή. Η διαφορά είναι ότι στα σπορ η ιστορία εκτυλίσσεται μπροστά σου, δεν υπάρχουν περιθώρια παρερμηνείας. Όλοι ξέρουν ποιος είναι ο ισχυρός και ποιος ο αδύναμος.
Ο ψυχολόγος Nadav Goldschmied, ένας από τους βασικούς ερευνητές του φαινομένου, υποστηρίζει ότι η έλξη προς τα αουτσάιντερ συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την έμφυτη αίσθηση δικαιοσύνης. Όταν μια αναμέτρηση μοιάζει άνιση, οι άνθρωποι τείνουν να στηρίζουν την πλευρά που θεωρούν μειονεκτική, σαν να προσπαθούν συμβολικά να αποκαταστήσουν την ισορροπία. Με άλλα λόγια, η υποστήριξη προς τον αδύναμο λειτουργεί συχνά ως αντίδραση απέναντι σε μια αντιλαμβανόμενη αδικία ίσως γιατί, σε κάποιο βαθμό, όλοι θεωρούν τον εαυτό τους αδύναμο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν νιώθουν ότι ανήκουν στους ισχυρούς. Δεν ταυτίζονται με τους γίγαντες που διαθέτουν απεριόριστους πόρους και μοιάζουν «καταδικασμένοι» να κερδίζουν (τα προβλήματα αυτών των ομάδων και των παταγωδών αποτυχιών θα ήταν το θέμα ενός διαφορετικού άρθρου). Αντίθετα, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε εκείνον που παλεύει απέναντι σε μεγαλύτερες δυσκολίες. Στην καθημερινή ζωή, άλλωστε, οι περισσότεροι αισθανόμαστε περισσότερο σαν αουτσάιντερ παρά σαν φαβορί.
Και φυσικά όλοι λατρεύουμε μια τέτοια εμπνευστική ιστορία. Σε αντίθεση με τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, όπου οι πλούσιοι σύλλογοι κυριαρχούν σχεδόν κάθε χρόνο, το Παγκόσμιο Κύπελλο διατηρεί ένα στοιχείο απρόβλεπτου. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, μια ομάδα μπορεί να αλλάξει την ιστορία της και να μετατραπεί από κομπάρσο σε πρωταγωνιστή.
Οι περισσότεροι θαυμάζουν τους δυνατούς, αλλά ερωτεύονται τους αδύναμους
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις ιστορίες των αουτσάιντερ τόσο ελκυστικές. Δεν αφορούν μόνο το αποτέλεσμα. Αφορούν τη δυνατότητα ανατροπής μιας προδιαγεγραμμένης πορείας. Η γοητεία αυτή είναι βαθιά ριζωμένη στον πολιτισμό μας. Πολύ πριν εμφανιστεί το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι αφηγούνταν ιστορίες όπου ένας αδύναμος ήρωας νικούσε έναν πανίσχυρο αντίπαλο. Από τον Δαβίδ και τον Γολιάθ μέχρι τα σύγχρονα κινηματογραφικά σενάρια, το μοτίβο παραμένει σχεδόν αναλλοίωτο. Ίσως γιατί μας αρέσει να πιστεύουμε ότι η ζωή δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη δύναμη, τα χρήματα ή τα προνόμια. Ότι υπάρχει ακόμη χώρος για το απρόβλεπτο. Για την υπέρβαση. Για την έκπληξη.
Το ποδόσφαιρο, περισσότερο από άλλα αθλήματα όπως το μπάσκετ, προσφέρει ακριβώς αυτή την πιθανότητα. Σε ένα άθλημα όπου συχνά αρκεί ένα γκολ για να αλλάξουν τα πάντα, οι διαφορές ανάμεσα στους ισχυρούς και τους αδύναμους μπορούν να εξαφανιστούν μέσα σε λίγα λεπτά. Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί οι φίλαθλοι θυμούνται συχνά περισσότερο τις εκπλήξεις παρά τους ίδιους τους πρωταθλητές.
Και αυτό λέει πολλά για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την επιτυχία. Οι άνθρωποι δεν θαυμάζουν μόνο τους νικητές. Μπορεί ο πρωταθλητής να εντυπωσιάζει, αλλά συχνά συγκινεί περισσότερο εκείνος που ξεπέρασε τις προσδοκίες. Εκείνος που τόλμησε να διεκδικήσει κάτι που έμοιαζε αδύνατο. Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες των αουτσάιντερ λειτουργούν σαν υπενθύμιση ότι το αποτέλεσμα δεν είναι το μόνο που μετρά. Ότι η προσπάθεια, η επιμονή και η ανατροπή έχουν τη δική τους αξία, ακόμη κι όταν δεν συνοδεύονται από ένα χρυσό μετάλλιο.
Γι’ αυτό και κάθε Μουντιάλ χρειάζεται τους «μικρούς και καταφρονεμένους». Γιατί στο τέλος, εκείνοι που απλώς τόλμησαν να αμφισβητήσουν τα προγνωστικά κερδίζουν την καρδιά του κοινού.