Θα έχετε ακούσει κάποιο από τα αστεία που ζητούν το αντίθετο μιας λέξης, π.χ. το αντίθετο του βιομήχανος ή το αντίθετο της λέξης φανταστικό. Έχω ένα άλλο, αν και σε διαφορετικό κλίμα, γνωρίζετε ποιο είναι το αντίθετο του ροζέ κρασιού;

Αν ο βιομήχανος έχει για αντίθετο το μηχανόβιο και το φανταστικό το λεμονάδα στη Ρόδο (Φάντα στην Κω), το ροζέ κρασί τι έχει; Μα φυσικά το …πορτοκαλί κρασί! Για να αφήσω τις κρυάδες εξηγώ:
Γνωρίζετε πώς παράγονται τα ροζέ κρασιά; 
Σε προηγούμενη ανάρτηση στο site έγραψα για τις παραλλαγές των μεθόδων παραγωγής τους. Θυμίζω: Σε γενικές γραμμές και αφού απαγορεύεται η παραγωγή ροζέ κρασιού από ανάμειξη λευκού και κόκκινου κρασιού, το ροζέ προκύπτει από κόκκινα (καμιά φορά μαζί με λευκά) σταφύλια τα οποία πατάμε και αφήνουμε με τις φλούδες (οι οποίες έχουν τις χρωστικές) για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αρκετό όμως για να πάρουν το ροδαλό τους χρώμα. 
Τις φλούδες μετά από την πολύ μικρή παραμονή τους με το μούστο τις αφαιρούμε και αφήνουμε τη ζύμωση να μετατρέψει το μούστο σε κρασί.
Αυτή είναι χοντρικά η μέθοδος που αν ακολουθήσουμε με λευκά σταφύλια μας δίνει το λευκό κρασί. 
Η διαφορά της οινοποίησης λευκού και κόκκινου κρασιού δεν έγκειται μονάχα στο ότι χρησιμοποιούμε διαφορετικό χρώμα σταφύλι αλλά κυρίως στο ότι το μούστο των λευκών σταφυλιών τον αφήνουμε να ζυμώσει χωρίς τις φλούδες ενώ όταν θέλουμε να φτιάξουμε κόκκινο κρασί αφήνουμε τις φλούδες να δώσουν το χρώμα τους στο μούστο που θα γίνει κόκκινο κρασί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζύμωσης. 
Αυτά σε πολύ αδρές γραμμές.
Χαλαρά μιλώντας το ροζέ κρασί προκύπτει από κόκκινο σταφύλι που του κάνουμε ‘λευκή’ οινοποίηση. Λέω χαλαρά γιατί δεν είναι ακριβώς έτσι – από κόκκινο σταφύλι μπορούμε να πάρουμε ακόμη και λευκό ή Gris κρασί αν ο αποχωρισμός του μούστου από τις φλούδες γίνει αμέσως, ενώ προκειμένου για ροζέ οι φλούδες παραμένουν έστω και για λίγες ώρες μαζί με το χυμό.  
Τι θα γίνει όμως αν πάμε να κάνουμε ‘ερυθρή’ οινοποίηση σε λευκό σταφύλι, δηλαδή να αφήσουμε τις φλούδες με το χυμό κατά τη διάρκεια της ζύμωσης; Τα λευκά σταφύλια δεν έχουν στις φλούδες τους την ποσότητα των χρωστικών που λέγονται ανθοκυάνες έτσι όσο και να τις αφήσουμε δεν θα δώσουν πολύ χρώμα, αλλά παρόλα αυτά το κρασί θα πάρει μια σκούρα πορτοκαλί απόχρωση. 
Θα μου πείτε φτιάχνει κανείς έτσι κρασί; Τεχνικά μιλώντας η παρουσία χρωστικών, φαινολών και τανινών από τις φλούδες δεν μπορεί να δώσει ένα λευκό κρασί όπως το ξέρουμε, γι αυτό αυτές οι ουσίες θεωρούνται ανεπιθύμητες προκειμένου για κρασί από λευκά σταφύλια. 
Πολλοί ερασιτέχνες όμως που έχουν ένα αμπελάκι ακολουθούν αυτή τη μέθοδο και στην Ιταλία μέχρι να επικρατήσουν τα καθαρά και τεχνικώς ‘σωστά’ λευκά κρασιά στην αγορά τη δεκαετία του ’60, τα πορτοκαλί κρασιά ήταν πολύ συνηθισμένα. Στις μέρες μας όμως εκτός από τους ερασιτέχνες υπάρχουν και κάποιο σοβαροί οινοποιοί οι οποίοι εξειδικεύονται στην παραγωγή τέτοιων κρασιών.
Ο πρώτος που έγινε γνωστός φτιάχνωντας τέτοια κρασιά ήταν ο Ιταλο-Σλοβένος Josko Gravner στο Friuli της βόρειο-ανατολικής Ιταλίας στις πλαγιές κοντά στα σύνορα με τη Σλοβενία. Ο Gravner εκτός από την ανορθόδοξη πρακτική για επαγγελματία οινοποιό της παραγωγής πορτοκαλί κρασιών κάνει και άλλα ‘τρελά’ πράγματα. Πιο χαρακτηριστικό απ’ όλα είναι ότι για τη ζύμωση χρησιμοποιεί αντί για ανοξείδωτες δεξαμενές ή ξύλινα βαρέλια τεράστια πήλινα πιθάρια τα οποία θάβει στο χώμα. 
Αυτά τα προμηθεύεται από τη Γεωργία, kwevri στην τοπική γλώσσα, μιας και εκεί μόνο έχει επιβιώσει η αρχαία τέχνη της κατασκευής τους και εκεί χρησιμοποιούνται στην οινοποίηση, μια παράδοση που λέγεται ότι έχει ιστορία 5.000 χρόνων. 
 Ο Gravner έχει εμπνεύσει αρκετούς συντοπίτες του, μεταξύ αυτών και των εγκατεστημένο στην περιοχή και παντρεμένο με Ιταλίδα Έλληνα Βαγγέλη Παράσχο, σε τέτοιο βαθμό που μπορούμε να μιλάμε για τη σχολή των Πορτοκαλί κρασιών του Friuli.
Πώς είναι αυτά τα κρασιά; 
Κατ’ αρχήν το χρώμα τους είναι βαθύ πορτοκαλί, ούτε χρυσό όπως τα γλυκά ή τα παλαιωμένα λευκά κρασιά, αλλά ούτε και ροζέ, αλλά πορτοκαλί. Πολύ συχνά δε αυτά τα κρασιά είναι και θολά διότι η σχολή του Gravner οινοποιεί συνήθως με ελάχιστες παρεμβάσεις στα πρότυπα των λεγόμενων ‘φυσικών’ κρασιών και έτσι αποφεύγεται το φιλτράρισμα και η διαύγαση. 
Στη μύτη τα αρώματα της φλούδας ώριμου πορτοκαλιού, κίτρου και κυδωνιού κυριαρχούν ανεξάρτητα από την ποικιλία του σταφυλιού που έχει χρησιμοποιηθεί. Μια κριτική σε αυτά τα κρασιά είναι ότι είναι όλα ίδια. Αυτό είναι πολύ λάθος όμως. Αν εξαιρέσουμε τις προφανείς ομοιότητες του κοινού στυλ, τα κρασιά αυτά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία διαφορετικών αρωμάτων και γεύσης.
Άλλα αρώματα που συναντάμε είναι από νεκταρίνι, ροδάκινο, μέλι και ξηρούς καρπούς αλλά και λουλούδια. Δεν είναι λίγες δε οι φορές που τα αρώματα αυτά πλαισιώνονται από μια οξειδωτική νότα που οφείλεται αφενός στο ότι κατά τη ‘φυσική’ οινοποίησή τους τα αντιοξειδωτικά θειώδη έχουν χρησιμοποιηθεί με μεγάλη φειδώ και αφετέρου στο ότι τα πήλινα πιθάρια είναι πιο διαπερατά από το οξυγόνου από τα δρύινα βαρέλια. 
Η πρώτη αίσθηση από τη μύτη μπορεί να παραπέμψει σε αρώματα γλυκού κρασιού πράγμα που η πρώτη γουλιά διαψεύδει καθώς τα περισσότερα πορτοκαλί κρασιά είναι ξηρά. Στο στόμα έχουν αρκετό όγκο, συχνά το αλκοόλ είναι γενναιόδωρο προσφέροντας γλύκα και στρογγυλάδα και υφή τους είναι αρκετά λιπαρή. Συχνά παρόλο που έχουν προκύψει από τα φτωχά σε τανίνες λευκά σταφύλια αφήνουν μια στυφάδα στην επίγευση.
Δεν είναι για όλους αυτά τα κρασιά καθώς απαιτούν μια εξοικείωση λόγω του πολύ ιδιαίτερου χαρακτήρα τους. 
Η θολή όψη και τα οξειδωτικά αρώματα όμως είναι χαρακτηριστικά που πολύ εύκολα μπορούν να ωθήσουν κάποιον να τα απορρίψει. Αν όμως τα προσεγγίσουμε με πιο ανοιχτό πνεύμα θα μπορέσουμε να γευτούμε κρασιά πολύ όμορφα και εντελώς ιδιαίτερα.
Πάλι βέβαια θα πω το προφανές, ότι υπάρχουν τα καλά και τα όχι τόσο καλά πορτοκαλί κρασιά…
Εκτός από το Friuli και την ίδια τη Σλοβενία, πορτοκαλί κρασιά παράγονται στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστραλία , τη Νέα Ζηλανδία και στην Καλιφόρνια. 
Στην Ελλάδα παλαιότερα γινόταν εισαγωγή των κρασιών του Παράσχου και πιθανόν να υπάρχουν ακόμα σε κάποιες κάβες. Σίγουρα όμως θα βρείτε τα μαγικά κρασιά του Gravner, αλλά και κάποιων άλλων στο εστιατόριο του Ιβαν Οταβιάνι στο Κολωνάκι. 
Εκτός από τον Gravner μεγάλα ονόματα είναι ο Paolo Bea από την Umbria, το οινοποιείο De Conciliis, o Edi Kante, o Stanislao Radikon, o Zidarich, o Vodopivec και ο Kristianic. Αν τα συναντήσετε σας συστήνω να μη διστάσετε να τα δοκιμάσετε με …ανοιχτό μυαλό. 
Στέφανος Τσαλαβούτας AIWS
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις