Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά της Γερμανίας για λύτρα 2,5 δισ. δραχμών που ζήτησε και πήρε ο τοποτηρητής του Τρίτου Ράιχ, Μαξ Μέρτεν, προκειμένου να γλιτώσει 9.000 Εβραίους της πόλης από το Ολοκαύτωμα.

Όπως αναφέρει το Greek Reporter, η μάχη της εβραϊκής κοινότητας στα πλαίσια του ελληνικού δικαστικού συστήματος κρατάει δύο δεκαετίες και δεν έχει αποδώσει καρπούς, αφού πάντα κρίνεται ότι η Γερμανία έχει «αμνηστευθεί» με διεθνή συμφωνία.

«Είναι το τέλος μίας μακράς διαδικασίας. Τελειώσαμε με τα ελληνικά δικαστήρια και τώρα ελπίζουμε ότι το ΕΔΑΔ μπορεί να βοηθήσει να επιστραφούν τα λύτρα που η εβραϊκή κοινότητα πλήρωσε στους Γερμανούς» ανέφερε ο πρόεδρος της κοινότητας, Νταβίντ Σαλτιέλ.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο γερμανός τοποτηρητής, ο διαβόητος Μαξ Μέρτεν που συντόνισε την εξαφάνιση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, είχε εκβιάσει ζητώντας λύτρα για να απελευθερώσει 9.000 Εβραίους (κυρίως αρρώστους και ανήμπορους) και να μην σταλούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τελικά πάνω από 49.000 Εβραίοι της Θεσσαλονίκης κατέληξαν σε στρατόπεδα και λιγότεροι από 2.000 γλίτωσαν.


Υπόθεση Μέρτεν

Μετά τη λήξη του πολέμου ο Μέρτεν συνελήφθη από τους Αμερικανούς στην κατεχόμενη Γερμανία.

Το 1946 οι Αμερικανοί πρότειναν την παράδοσή του στις ελληνικές αρχές, στα πλαίσια της συμφωνίας που οι Σύμμαχοι είχαν υπογράψει το 1943 για την παράδοση των εγκληματιών πολέμου στις χώρες διάπραξης των εγκλημάτων τους.

Η Ελλάδα δια του στρατιωτικού ακολούθου στο Βερολίνο, στρατηγού Ανδρέα Υψηλάντη, πρότεινε την απελευθέρωσή του λόγω της άμεμπτης συμπεριφοράς του και των ανεκτίμητων υπηρεσιών του προς την Ελλάδα.


Έτσι άρχισε μια νέα καριέρα στη μεταπολεμική Γερμανία
, εργαζόμενος στο Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Αναμίχθηκε στην πολιτική και μαζί με τον Γκούσταβ Χάινεμαν (Gustav Heinemann), τον κατοπινό πρόεδρο της Δυτικής Γερμανίας, ίδρυσε πολιτικό κόμμα αντιπολιτευτικό του Κόνραντ Αντενάουερ.

Τον Μάιο του 1957 ο γερμανός εγκληματίας έφθασε στην Ελλάδα για να καταθέσει σε δίκη του πρώην διερμηνέα του και μάλιστα όχι ως απλός ιδιώτης αλλά με την επίσημη ιδιότητα υψηλόβαθμου στελέχους του υπουργείου Δικαιοσύνης της Δυτικής Γερμανίας, κατέχοντας θέση Γενικού Γραμματέα.

Για τις κατηγορίες εναντίον του ποτέ δεν είχε συλληφθεί προκειμένου να προσαχθεί στο Δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου παρότι εκκρεμούσε σε βάρος του ελληνικό ένταλμα σύλληψης από το 1947.

Μετά την αναγνώρισή του από κάποια από τα θύματά του ακολούθησε σχετικός σάλος από κάποιο δημοσίευμα και ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, διαπρεπής νομικός, Ανδρέας Τούσης εξέδωσε ένταλμα σύλληψής του τον Μάρτιο του 1958. 

Την εντολή εκτέλεσε ο Εισαγγελέας Θεσσαλονίκης Ταρασουλέας, ο οποίος τον συνέλαβε και τον έστειλε δέσμιο στην Αθήνα, όπου και ο πρώτος του απάγγειλε κατηγορίες για εγκλήματα Πολέμου διατάσσοντας την προφυλάκισή του, στις φυλακές Αβέρωφ στις οποίες και οδηγήθηκε.

Σχεδόν αμέσως όμως, με την προφυλάκισή του, ξεκίνησε μια σειρά πολυάριθμων τότε παραστάσεων και διαβημάτων του Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα στο Υπουργείο Εξωτερικών και Δικαιοσύνης που ζητούσε την άμεση αποφυλάκιση του Μέρτεν.

Η τότε ελληνική κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή στην αρχή έδειξε αμήχανη και στη συνέχεια να υποχωρεί στις πιέσεις, μέσω πρέσβη, του καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ, καθώς σε λίγο χρόνο (Φθινόπωρο 1958) αναμένονταν και η σύναψη δανείου της Ελλάδος ύψους 200 εκατομμυρίων μάρκων.

Πράγματι στις 13 Νοεμβρίου 1958 υπογράφεται Γερμανοελληνική οικονομική συμφωνία σε μυστικό παράρτημα της οποίας «ο Καραμανλής υποσχέθηκε στον Γερμανό Καγκελάριο Αντενάουερ ότι η Ελλάδα θα ανέστελλε όλες τις διώξεις και θα παρέδιδε τον Μέρτεν στη Γερμανία».

Έτσι σε σύντομο σχετικά διάστημα τον Ιανουάριο του 1959 η ελληνική κυβέρνηση προωθεί και ψηφίζει το Νομοθετικό Διάταγμα, «Περί τροποποιήσεως της νομοθεσίας για τα εγκλήματα Πολέμου», σύμφωνα με το οποίο οριζόταν ότι «αναστέλλεται αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται απόφασις τις δικαστηρίου, πάσα δίωξις Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης» που χαρακτηρίστηκε από τους νομικούς κύκλους έκτρωμα.

Υπουργός Δικαιοσύνης στην Ελλάδα τότε ήταν ο Κωνσταντίνος Καλλίας που δήλωνε «πρέπει να παραμεριστούν τα εμπόδια δια την ανάπτυξιν των σχέσεών μας με την Δυτικήν Γερμανίαν».

Αναφορές στο νομικό εκείνο έκτρωμα δημοσίευσαν πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ οι Τάιμς στο Λονδίνο λοιδορώντας την Ελλάδα έγραφαν «Η Ελλάς αμνηστεύει τους σφαγείς της».

Στο δε ξεσηκωμό των Καλαβρυτινών σχετικά με τον νόμο ο τότε καθηγητής Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, θείος εξ αγχιστείας του πρωθυπουργού, δήλωσε από το βήμα της Βουλής: «Κατέχομαι υπό βαθείας ευλαβείας έναντι των θυμάτων των Καλαβρύτων, αλλά αι σφαγαί εκεί προεκλήθησαν ως αντίποινα δια φόνους Γερμανών και μάλιστα αιχμαλώτων…», δηλώσεις που προκάλεσαν δυσφορία και οργή.

Συνέπεια όλων αυτών ήταν τελικά το διάταγμα αυτό να καταψηφιστεί απ΄ όλη την αξιωματική αντιπολίτευση που διαμαρτυρόταν για την απαράδεκτη μεθόδευση.  Έτσι η ελληνική κυβέρνηση εξαναγκάσθηκε να εκδώσει νέο Νομοθετικό Διάταγμα στο οποίο εξαιρούσε τον Μέρτεν από τη εφαρμογή του προηγουμένου.

Τελικά η δίκη του Μαξ Μέρτεν ξεκίνησε στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκλημάτων Πολέμου στην Αθήνα στο οποίο προέδρευε ο συνταγματάρχης Κοκορέτσας, ο οποίος είχε αποκλείσει τους πολιτικούς ενάγοντες για να αποφευχθεί κάθε πολιτικοποίηση του ζητήματος.

Τη δίκη εκείνη, που είχε προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον, παρακολούθησαν κυρίως Εβραίοι, πολλοί ξένοι ανταποκριτές μέσων ενημέρωσης, όπως και πολλοί νομομαθείς.

Στις 5 Μαρτίου του 1959 ο πρόεδρος ανακοινώνει την ετυμηγορία της ενοχής του Μαξ Μέρτεν βάσει της οποίας του επιβλήθηκε 25 χρόνια κάθειρξη, κατά συγχώνευση, για παράνομες φυλακίσεις σε στρατόπεδα συγκέντρωσης Ελλήνων και Ισραηλιτών, φόνους και θάνατο από ασιτία, τρομοκράτηση σε βάρος 56.000 Ισραηλιτών, καταστροφή του Εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης, εκτοπίσεις 40.000 Εβραίων.

Αποφυλάκιση και απέλαση του Μέρτεν

Στις 5 Νοεμβρίου του 1959 η κυβέρνηση, με τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, προχώρησε στην αποφυλάκιση και στην απέλαση του Μέρτεν, στη Δυτική Γερμανία.

Ευθύς μετά την άφιξή του στη Δυτική Γερμανία συλλαμβάνεται από τις αρχές και αποστέλλεται στο Βερολίνο όπου δικάζεται. Ο ανακριτής αποφασίζει να παραμείνει ελεύθερος με τον όρο να παρουσιάζεται στην αστυνομία δύο φορές την εβδομάδα. 

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1960, δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ηχώ του Αμβούργου» και στο περιοδικό «Ντερ Σπίγκελ», αφηγήσεις του Μέρτεν σύμφωνα με τις οποίες ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτρης Μακρής, ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Γεώργιος Θεμελής και η σύζυγος του Δημήτρη Μακρή, Δοξούλα Λεοντίδη, υπήρξαν συνεργάτες των Γερμανών κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Τα δημοσιεύματα αναδημοσιεύτηκαν από τον αθηναϊκό τύπο και προκάλεσαν σάλο στην Ελλάδα. Το θέμα απασχόλησε και τη βουλή, με την κυβέρνηση να δέχεται έντονα πυρά από κόμματα της αντιπολίτευσης.

Η κυβέρνηση διέψευσε κατηγορηματικά τον Μέρτεν, άλλα απέφυγε να απαντήσει στα ερωτήματα της ΕΔΑ, τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα να προκληθεί ένταση στη Βουλή και η συνεδρίαση να διακοπεί.

Με πληροφορίες από Greek Reporter και Wikipedia

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις