Αν ο μετανάστης Τ. (τα στοιχεία του βρίσκονται στη διάθεση της «Εφ.Συν.») δεν άκουγε κάθε πρωί στο τιμόνι του ταξί τον ρ/σ «105,5 Στο Κόκκινο», γεγονός που τον οδήγησε να πάρει τηλέφωνο στον σταθμό και να βγάλει στον αέρα την ιστορία του, ίσως δεν θα μαθαίναμε για τη ρατσιστική επίθεση που δέχτηκε προχτές στην Καλλιθέα, μέρα μεσημέρι, στο βενζινάδικο όπου πηγαίνει σχεδόν καθημερινά να βάλει πετρέλαιο για το ταξί.

Γύρω στις 2 το μεσημέρι της Τρίτης έφτασε με το ταξί στη Revoil στη γωνία Θησέως και Σόλωνος, έβαλε πετρέλαιο και ζήτησε από τον υπάλληλο να χρησιμοποιήσει πεπιεσμένο αέρα να καθαρίσει το ταξί, όπως το έκανε συχνά.

Η μαρτυρία

«Δίστασε λίγο, αλλά μου είπε “εντάξει”. Εβαλα το αμάξι πλάγια και κατέβηκα να πάρω το λάστιχο. Εμφανίστηκαν δύο πάνω σ’ ένα μηχανάκι», διηγείται στην «Eφ.Συν.» την ιστορία του. «Πήγαν κατευθείαν στον υπάλληλο του βενζινάδικου και κάτι του είπαν. Γύρισε αυτός προς εμένα, μου έγνεψε να συνεχίσω με το καθάρισμα. Ο ένας από το μηχανάκι μού φώναξε: “Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέει ο άνθρωπος; Σου λέει να φύγεις από δω”. Εμεινα να τον κοιτάζω.

“Τι κοιτάς;” μου λέει. “Εδώ είναι Ελλάδα, να μάθεις να σέβεσαι τους Ελληνες”. Συνέχισα, πήρα το λάστιχο. Τον άκουσα να λέει: “Τώρα θα σου δείξω, θα σε γαμήσω”. Ηρθε δίπλα με το μηχανάκι, πήδηξε κάτω και μου ‘δωσε μια με το κεφάλι στο πρόσωπο. Πριν προλάβω να αμυνθώ, ήρθε ο φίλος του, ένας γυμνασμένος, γομάρι, φορούσε μπλούζα Revoil. Αρχισε να με χτυπά ανελέητα. Είμαι 37 στα 38, τέτοιο ξύλο δεν έχω ξαναφάει στη ζωή μου. Πήγα να ξεφύγω, αλλά φαίνεται ζαλίστηκα και παραπάτησα. Είχε βγει ο ιδιοκτήτης του βενζινάδικου και τρεις υπάλληλοι και τους φωνάζανε: “Δεν έκανε τίποτα το παιδί”.

»Κάποια στιγμή μ’ αφήσανε, ανέβηκαν στο μηχανάκι και φύγανε. Το σκέφτηκα λίγο, αποφάσισα να πάρω την αστυνομία. Δύο υπάλληλοι προσπαθούσαν να μου αλλάξουν γνώμη. “Ασ’ το”, μου λέγανε , “μην μπαίνεις στον κόπο, φύγε”.

Εγώ όμως πήρα. Οταν το κατάλαβε ο ιδιοκτήτης, τσατίστηκε, μπήκε στο γραφείο του, πήρε κάπου τηλέφωνο και έβριζε δυνατά. Οσο περίμενα, ξαναφάνηκε ο ένας δράστης, αυτός που οδηγούσε το μηχανάκι. “Δε χρειάζεται να πάρεις την αστυνομία, πάμε τώρα μαζί στο τμήμα”, μου είπε. Δεν έδωσα σημασία. Πέρασε το δρόμο, έμεινε για λίγο στο διάζωμα της Θησέως και μετά μπήκε σ’ ένα άλλο βενζινάδικο που βρίσκεται απέναντι».

Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε ένας αστυνομικός. Ρώτησε τα τυπικά, υπάλληλοι και ιδιοκτήτης τού είπαν πως δεν γνώριζαν τους δράστες. “Θα ψάξουμε, θα σε ειδοποιήσουμε”, είπε στον Τ.

»Πήγα να φύγω. Αλλά σκέφτηκα, ρε παιδί μου, είσαι χαζός; Σε χτυπήσαν. Υπάρχουν μάρτυρες, υπάρχουν κάμερες. Γιατί δεν πας στο τμήμα;», μας λέει. Πήγε στο τμήμα, κατέθεσε μήνυση και χτες, μετά από το τηλεφώνημα στον σταθμό, ξαναπήγε με τους αστυνομικούς στο βενζινάδικο και μετά στον ιατροδικαστή για εξετάσεις. Μαζί με την έγνοια να βρεθούν και να τιμωρηθούν οι δράστες, έχει και την αγωνία του μεροκάματου.

«Πάει και η σημερινή μέρα», λέει. «Ασε τα λεφτά, το θέμα είναι να μη χάσω τη δουλειά μου. Αν δεν πληρώσεις το ενοίκιο, μπορεί να σε διώξουν, δεν τους νοιάζει αν είσαι άρρωστος ή πεθαμένος. Μετά είναι πολύ δύσκολο να ξανανοικιάσεις ταξί».

Αδεια παραμονής

Ζει στην Ελλάδα από έξι χρόνων, τριάντα τόσα χρόνια. Εδώ γεννήθηκαν τα παιδιά του, επτά ετών ο μεγαλύτερος, πέντε ο μεσαίος, τεσσάρων η μικρή. Δεν έχουν όχι ιθαγένεια, ούτε άδεια παραμονής. Θέλει να τα στείλει στο εξωτερικό να είναι ασφαλή και δεν μπορεί. Αυτή είναι η μεγάλη του αγωνία. Ο ίδιος τουλάχιστον κατάφερε να βγάλει την άδεια παραμονής και εργασίας, το ίδιο και η γυναίκα του.

«Είναι δυνατόν μετά από τόσα χρόνια; Δεν θα έπρεπε να έχω ιθαγένεια; Αλλά αυτό που θέλω τώρα είναι, αν έχω την ευκαιρία, να φύγω από την Ελλάδα. Είμαι εύκολος στόχος, με καταλαβαίνουν. Τα περίεργα βλέμματα τα έχω ξεπεράσει εδώ και χρόνια, δεν με ενδιαφέρουν. Φοβάμαι όμως για τη ζωή μου, για τη ζωή της γυναίκας μου και των παιδιών μου».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών, Δημήτρης Αγγελίδης