Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Αυτήν που άφησε και μονίμως νοσταλγεί και αυτήν που διάλεξε να φτιάξει τη ζωή του, να κάνει πράξη τα όνειρά του. Ο λόγος για τον Αριστοτέλη Παπαδάκο, 73 ετών σήμερα, συνταξιούχο, ο οποίος στα τέλη Ιανουαρίου του 2011 αποφάσισε να πιάσει μολύβι και χαρτί και να γράψει.

Τι; Την ιστορία ενός ξενιτεμένου ανθρώπου ή μάλλον κάτι σαν βιογραφία, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει (τότε) πώς θα ονομάσει το εγχείρημά του, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει στον πρόλογο του βιβλίου του- “καρπό” της προσπάθειάς του αυτής.

Έτσι, έγραψε για τον ξενιτεμό του που έγινε κυρίως για να προικιστούν οι αδελφές του.

Η ανάγκη να καταθέσει στο χαρτί όσα ο ίδιος αντιμετώπισε, όσα του συνέβησαν και κυρίως τον αντίκτυπο που είχαν στην πορεία της ζωής του και στην ψυχή του, είναι το βιβλίο “Στους δρόμους της ξενιτιάς“, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες, από τις εκδόσεις Τύποις.

Το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος έχοντας πάθος αλλά και ελπίδα, παίρνει τους δρόμους της ξενιτιάς, όπου παλεύει συνεχώς. Το ταξίδι ξεκινά την άνοιξη του 1965 από το χωριό του, τους Γόμφους Τρικάλων, συνεχίζεται στη Θεσσαλονίκη, όπου εξετάζεται από αντιπροσώπους διαφόρων εταιρειών και καταλήγει στο μεγάλο ταξίδι προς τη Γερμανία

“Επιτέλους”, γράφει, “φτάσαμε στον σταθμό του Μονάχου. Ήταν πραγματικά τεράστιος σε σύγκριση με τον ελληνικό και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Εκεί σταματούσαν τα τρένα από όλες τις κατευθύνσεις. Έπρεπε να κατέβουμε για να πάρουμε το άλλο τρένο του δικού μας προορισμού.

Οι συνοδοί μας, μας μέτρησαν αν ήμασταν όλοι εκεί. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο κόσμο και τόσο διαφορετικές φυσιογνωμίες. Κοιτάζαμε σιωπηλοί τριγύρω, αφοσιωμένοι στις σκέψεις του ο καθένας… Επιβιβαστήκαμε στο άλλο τρένο και με περιέργεια κοίταζα τριγύρω και έκανα συγκρίσεις με την Ελλάδα…”.

Το ταξίδι από το Μόναχο με το τρένο καταλήγει σε ένα εργοστάσιο, στο δυτικό μέρος της Γερμανίας, πολύ κοντά στην Ολλανδία και στο Βέλγιο. Η επαρχία λεγόταν Χάινσμπεργκ και το χωριό, όπου βρισκόταν το εργοστάσιο Όμπερμπρουχ, όπου οι εργάτες παρήγαγαν κλωστή συνθετική.

“Αναλογίζομαι”, σημειώνει ο Αριστοτέλης Παπαδάκος, “συχνά το τεράστιο οικονομικό όφελος που αποκόμισε το συγκεκριμένο εργοστάσιο, από τους χιλιάδες νέους και υγιείς ανθρώπους που προσήλθαν για δουλειά”.

Και συνεχίζει: “Χιλιάδες μέρες και ώρες εργασίας, χωρίς κανένα περιττό κόστος για αυτούς, ούτε καν για άδειες και γιατρούς. Υψηλό και σημαντικό οικονομικό όφελος, τόσο για το ίδιο το εργοστάσιο, όσο και τη γερμανική οικονομά γενικότερα. Εμείς οι ξένοι ανεβάζαμε κατακόρυφα την παραγωγή. Αν η Γερμανία σήμερα είναι μια μεγάλη οικονομική δύναμη, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στη δική μας συμβολή. Δυστυχώς, η δική μου χώρα δεν μπόρεσε να κρατήσει όλους εκείνους τους νέους που είχαν όνειρα και όρεξη για δουλειά. Με πίκρα διαπιστώνω πως και σήμερα πάλι το ίδιο συμβαίνει”.

Πάντως, ο Αριστοτέλης Παπαδάκος δεν παραλείπει να τονίσει ότι “το κακό ήταν πως μαζί μας στη Γερμανία είχαμε φέρει όλα τα αρνητικά μας και τις κακές μας συνήθειες”, εξηγώντας πως το βασικότερο πρόβλημα ήταν οι καυγάδες γύρω από τα πολιτικά, ή πιο σωστά, όπως εξηγεί τα κομματικά…

Ειδική αναφορά ο συγγραφέας κάνει στη δημιουργία της δικής του οικογένειας, στις παρέες και τις φιλίες, αλλά και στην ενασχόλησή του με την ελληνική κοινότητα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι “η κοινότητά μας είχε ως γνώμονα την αλληλεγγύη. Συμμετείχαμε όλοι στις χαρές των άλλων και τους συμπαραστεκόμασταν στις λύπες τους”.

Κλείνοντας το βιβλίο του, ο Αριστοτέλης Παπαδάκης, γράφει ως επίλογο: “Θέλησα τα παιδιά μου, η γυναίκα μου και περισσότερο τα εγγόνια μου, να μάθουν κάποιες πτυχές της ζωής μου και να έχουν από μένα μια παρακαταθήκη. Θέλησα ακόμη -κι αυτός είναι ο λόγος που αποφάσισα να το εκδώσω- να το αφιερώσω σε όλους αυτούς τους ανθρώπους σαν εμένα, που με μεγάλη δυσκολία, κόπο και πόνο, προσπαθούν να επιβιώσουν. Σ’ αυτούς που τους αποκαλούν ήρωες της καθημερινότητας κι έχουν την συμπάθειά μου από μικρό παιδί”.

Πηγή: ΑΜΠΕ