Ένα εντυπωσιακό θέαμα με βροχές από πεφταστέρια, που θα εμφανίζονται για κάποιες μέρες στον νυχτερινό ουρανό της Ελλάδας, θα απολαύσουν οι πολίτες πριν τα Χριστούγεννα.

Οι βροχές αυτές είναι οι Λεοντίδες, όπου η κορύφωσή τους αναμένεται στις 17 και 18 Νοεμβρίου και στη συνέχεια οι πιο εντυπωσιακές Διδυμίδες που θα έχουν έχουν ολοκληρωθεί 10 μέρες πριν τα Χριστούγεννα.

Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για μικρά σωματίδια σκόνης, που έχουν αφήσει πίσω τους διάφοροι κομήτες, και τα οποία τέμνονται με την τροχιά της Γης.

Καθώς εισέρχονται με υπερβολική ταχύτητα στη γήινη ατμόσφαιρα, ιονίζονται και «μετατρέπονται» στον νυχτερινό ουρανό σε πεφταστέρια. Και οι δύο βροχές μετεώρων έχουν λάβει την ονομασία τους, από τους αστερισμούς από τους οποίους φαίνεται να προέρχονται πέφτοντας προς τη Γη.

Η «βροχή των Λεοντιδών» πήρε την ονομασία της από τα μετέωρα που φαίνονται να προέρχονται από την κατεύθυνση του αστερισμού του Λέοντα και δημιουργείται από τα σωματίδια του κομήτη Τεμπλ-Τατλ.

Η μεγαλύτερη Καταιγίδα Διαττόντων
που παρατηρήθηκε ποτέ ήταν η Καταιγίδα των Λεοντιδών στις 12 προς 13η Νοεμβρίου του 1833 όταν τα μετέωρα έμοιαζαν με πυροτεχνήματα από μία ροή δεκάδων μετεώρων κάθε δευτερόλεπτο που διήρκεσε επί ώρες.

Το 1799 η βροχή αυτή είχε παρατηρηθεί από τον Πρώσσο επιστήμονα Αλεξάντερ φον Χούμπολτ που βρίσκονταν στην Βενεζουέλα.

Σύμφωνα με την περιγραφή του ολόκληρος σχεδόν ο ουρανός καλύφτηκε από φωτεινά μετέωρα που απείχαν μεταξύ τους όσο το διπλάσιο μέγεθος της Πανσελήνου.

Σύμφωνα μάλιστα με τις αφηγήσεις των Νοτιοαμερικανών ιθαγενών το ίδιο φαινόμενο είχε παρατηρηθεί και το 1766.

Άλλες προηγούμενες αναφορές εντοπίστηκαν το 1863 από τον Χιούμπερτ Νιούτον, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Γέηλ, με ενδείξεις για ιδιαίτερα μεγάλες καταιγίδες διαττόντων τα έτη 902, 934, 967, 1037, 1202, 1366, και 1533 μ.Χ.

Η εμφάνιση των Λεοντιδών το 1866 έφτασε τους 5.000 διάττοντες την ώρα ενώ το 1867 ο ρυθμός έπεσε στους 1.000 την ώρα. Αντίθετα το 1899 η βροχή των Λεοντιδών ήταν απογοητευτική, όταν ξαφνικά τον επόμενο χρόνο (15-16 Νοεμβρίου 1900) ο ρυθμός ανέβηκε και πάλι στους 1.000 διάττοντες την ώρα.