Τα ανατρεπτικά διδάγματα από μια… πολυπολιτισμική γιαγιά με τάμπλετ, παλιά χίπισσα, καταγόμενη από το Μιζούρι των ΗΠΑ, παντρεμένη με έναν πλούσιο Έλληνα από το αποικιοκρατικό Βελγικό Κονγκό, η οποία στα νιάτα της έζησε την εξέγερση του Παρισινού Μάη του ’68, πολυταξιδεμένη με μοτοσυκλέτα στην Ευρώπη, με φίλες από την Στοκχόλμη έως το Τόκιο και που τώρα ζει σε αγρόκτημα στα Βίλια Αττικής, είναι το νέο βιβλίο της δημοσιογράφου Λώρης Κέζα «10 μέρες στην τρελογιαγιά», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ένα διδακτικό αφήγημα για την ειρηνική συνύπαρξη λαών, εθνοτήτων, μειονοτήτων, σε μια εποχή που η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με τις πρώτες αντιδράσεις απέναντι σε κατατρεγμένους πρόσφυγες-μετανάστες οι οποίοι ζουν εγκλωβισμένοι σε καταυλισμούς εξαιτίας της απροθυμίας να τους φιλοξενήσουν κάποια σνομπ κράτη της Ευρώπης.

Μια ροκ γιαγιά που έχει ξεκινήσει μαθήματα αραβικών, έχοντας δάσκαλο έναν Λιβανέζο γείτονά της και διδάσκει στις δυο εγγονές της πώς κάνουμε οτοστόπ, ποια είναι η διαφορά του σήματος της Μερσεντές από το σήμα της ειρήνης και πώς να τρως με το χέρι όταν ταξιδεύεις σε μακρινές χώρες της Ασίας.

Τα κορίτσια, στο δεκαήμερο απουσίας των γονιών τους σε επαγγελματικό ταξίδι, θα μάθουν βόλτες με το παλιό μηχανάκι, θα χορέψουν χορό της κοιλιάς, θα στήσουν στον κήπο ινδιάνικη σκηνή, θα βρουν φωτογραφίες του παππού τους από την Αφρική και θα αναρωτηθούν αν εκμεταλλεύτηκε τους ιθαγενείς για να πλουτίσει.

«Το κεντρικό θέμα -τονίζει η συγγραφέας- είναι η ξενοφοβία που εμφανίζεται ως ντόμινο: οι Αμερικανοί περιφρονούν τους Ινδιάνους, οι Γάλλοι θεωρούν χαζούς τους Αμερικανούς, οι Έλληνες φοβούνται ότι οι μετανάστες θα τους κλέψουν ενώ οι ίδιοι είναι παιδιά μεταναστών, οι Βέλγοι φέρονται βάρβαρα στο Κονγκό, οι Ιάπωνες τα κάνουν όλα ανάποδα».

Ένα παιδικό πεζογράφημα 144 σελίδων, κατάλληλο και για μεγάλους.

Ακολουθεί το τέταρτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος «10 μέρες στην τρελογιαγιά» που αναφέρεται στον Μάη του ΄68. Η γιαγιά Κάρολ περιγράφει τα γεγονότα με τον δικό της τρόπο και μιλάει για τα δικά της βιώματα στο Παρίσι της εποχής εκείνης.

Απαγορεύεται το απαγορεύεται

Πετάγομαι από το κρεβάτι. Πόσο κοιμήθηκα άραγε; Σαν να πέρασε μια μέρα και δυο νύχτες, τόσο ξεκούραστη νιώθω. Τραβώ την κουρτίνα και βλέπω το λιβάδι. Σήμερα κυκλοφορούν τρία άλογα, χωρίς αναβάτη. Τους λέω μια καλημέρα, που δεν την ακούνε φυσικά αλλά σημασία έχει ότι την είπα, εδώ από το παράθυρο. Η Καρολίνα έχει ήδη κατέβει αφήνοντας πίσω της την απόλυτη τάξη, παντόφλες στοιχισμένες, πιζάμες διπλωμένες. Κατεβαίνω στην κουζίνα και βρίσκω ένα ποτήρι γάλα και δυο φέτες ψωμί, βούτυρο και μέλι. Πιάνω το γάλα με λαχτάρα να το πιω, αλλά βρωμοκοπάει. Είναι κατσικίσιο και μέσα από το ποτήρι αναδύεται άρωμα τράγου και κοπριάς. Πάντα υπάρχει η λύση του νεροχύτη, και μπορώ να δώσω λύση τώρα που είμαι μόνη μου. Το χύνω προσεκτικά κι αφήνω νερό να τρέξει ώστε να μην μείνουν ίχνη. Τρώω τις δυο φέτες ψωμί και πάω στο σαλόνι να συνεχίσω το ταξίδι με το μυαλό. Το βράδυ είδαμε στο τάμπλετ φωτογραφίες της Σαραγόσα και ανυπομονώ να οδηγήσω στα δρομάκια της πόλης.

Μπαίνω στο σαλόνι αλλά το Μοτομπεκάν έχει εξαφανιστεί. Η γιαγιά δεν μπορεί να το μετακινήσει μόνη της ούτε καν με τη βοήθεια της Καρολίνας. Αναρωτιέμαι πως τα κατάφερε και βγαίνω στο χωράφι να τις βρω. Φυτεύουν τα γλαστράκια με τεράστια φροντίδα. Δηλαδή το βλέμμα της γιαγιάς μου θυμίζει το βλέμμα της μαμάς όταν ήμασταν μικρές και μας έκανε μπάνιο. Στοργή και φόβος μην τυχόν και σπάσουμε.

-Γιαγιά πού είναι το μοτοποδήλατο;

-Καλημέρα και σε σένα γλυκιά μου.

-Εντάξει, καλημέρα, πού είναι το μοτοποδήλατο;

-Το πήγα πίσω στο κελάρι. Σήμερα θα κάνουμε άλλα πράγματα.

-Αφού δεν μπορούσες μόνη σου να το μετακινήσεις.

-Έχω ένα κρυφό, μυστικό δυναμωτικό. Με μια δόση καταφέρνω να κουνώ βουνά.

– Μπα; Έκανες ζουμί από τσουκνίδα και κακά νυχτερίδας;

-Το κρυφό, μυστικό δυναμωτικό δεν έχει κακά, έχει μόνο καλά.

-Πώς θα περάσουμε τη μέρα μας;

-Θα ασχοληθούμε με τον κήπο. Μετά θα φάμε, θα ξεκουραστούμε και θα πάμε να περπατήσουμε εδώ γύρω τριγύρω.

Οι ώρες περνούν γρήγορα στην εξοχή και το καταλαβαίνεις από το φως του ήλιου. Δεν χρειάζεται ρολόι. Το μεσημέρι ο ήλιος είναι μαλακός, όχι όπως το καλοκαίρι που καίει τα μάτια και τσουρουφλίζει το δέρμα. Βγαίνουμε λοιπόν να κάνουμε μια μικρή πεζοπορία, στους χωματόδρομους γύρω από το σπίτι.

-Για πες γιαγιά, γιατί ξεκίνησες τον γύρο του κόσμου από τη Γαλλία;

-Αααα, για εμάς τους Αμερικανούς το Παρίσι ήταν το κέντρο του κόσμου, ήταν το όνειρο του ταξιδιού, η ελπίδα ενός διαφορετικού κόσμου, ενός κόσμου με ποιητές και ζωγράφους που φορούν μπερέ. Κάπως έτσι το είχα στο μυαλό μου όταν μπήκα στο αεροπλάνο. Έπεσα όμως πάνω στα γεγονότα. Έτσι λένε όλοι την επανάσταση που έγινε τον Μάη του ΄68. Είναι ο μήνας που άλλαξε πολλά στη Γαλλία και στον κόσμο. Επί ένα μήνα οι νέοι φώναζαν στους δρόμους και ζητούσαν να ζήσουν το όνειρο, χωρίς καταπίεση, χωρίς κανόνες.

-Δηλαδή τι ακριβώς έγινε;

-Ένας υπουργός είχε πάει σε κάποιο πανεπιστήμιο να μιλήσει στους φοιτητές. Πολλοί από αυτούς ζούσαν σε εστίες, δηλαδή σε μεγάλα σπίτια όπου υπάρχουν χωριστά δωμάτια για τον καθένα. Τότε λοιπόν υπήρχαν εστίες για τα αγόρια και εστίες για τα κορίτσια. Οι φοιτητές ζήτησαν να μπορούν να κοιμούνται αγόρια και κορίτσια μαζί, επειδή οι περισσότεροι είχαν σχέση.

-Μπλιαχ, αηδία, λέω εγώ στην ιδέα της σχέσης και στην ιδέα να κοιμάμαι στο ίδιο δωμάτιο με ένα αγόρι.

-Όταν μεγαλώσεις θα σου αρέσει πολύ να κοιμάσαι με κάποιον, λέει η γιαγιά. ‘Ασε με όμως να σου πω τι έγινε τον Μάη του ΄68.

»Ο υπουργός τσακώθηκε με τους φοιτητές οι οποίοι άρχισαν να φωνάζουν και να τον κοροϊδεύουν. Εκείνος λοιπόν έστειλε την αστυνομία για να τους βγάλει από το πανεπιστήμιο. Αυτό ήταν η αφορμή για να ξεσηκωθούν όλοι οι Γάλλοι και να βγουν στους δρόμους. Το παράξενο είναι ότι δεν ζητούσαν κάτι συγκεκριμένο, δηλαδή περισσότερα χρήματα ή κάτι τέτοιο. Φώναζαν όλοι μαζί στους δρόμους «Η φαντασία στην εξουσία».

»Εγώ είχα βρει ένα δωμάτιο σε πανδοχείο στην Αριστερή όχθη. Ξέρετε, ο Σηκουάνας, το ποτάμι, διασχίζει το Παρίσι και η μια πλευρά της πόλης λέγεται Δεξιά Όχθη και η άλλη Αριστερή όχθη. Εκεί λοιπόν είναι η Σορβόνη και η γειτονιά, το Καρτιέ Λατέν, είναι πάντα γεμάτο νέους. Ήμουν λοιπόν εκεί την πρώτη βραδιά που έγιναν μεγάλες φασαρίες. Η αστυνομία είχε κλείσει όλους τους δρόμους γύρω από το Καρτιέ Λατέν και οι νέοι άρχισαν να σπάνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Έβαλαν φωτιά σε αυτοκίνητα, έριχναν βόμβες μολότοφ και η αστυνομία απαντούσε ρίχνοντας δακρυγόνα.

-Τι είναι οι μολότοφ και τα δακρυγόνα; ρωτάω.

-Η μολότοφ είναι ένα μπουκάλι γεμάτο βενζίνη που το κλείνεις με ένα πανί. Ανάβεις το πανί, πετάς το μπουκάλι, αυτό σπάει και ανάβει φωτιά. Τα δακρυγόνα είναι χημικά που τα πετάει η αστυνομία όταν θέλει να διώξει πολλούς ανθρώπους από κάπου. Ο αέρας γίνεται σαν ομίχλη, αρχίζεις να κλαις και δεν μπορείς να αναπνεύσεις. Δεν σταματούσε ούτε η μια ούτε η άλλη πλευρά. Τις επόμενες μέρες βγήκαν στους δρόμους κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι. Βγήκαν οι δάσκαλοι, βγήκαν οι σερβιτόροι από τα καφέ με τη στολή τους, βγήκαν οι νοσοκόμοι και οι γιατροί με τις άσπρες μπλούζες, βγήκαν οι πωλητές από τα μαγαζιά, οι δικηγόροι με τις γραβάτες τους. Η αστυνομία έλεγε «απαγορεύεται να κλείνετε το δρόμο, απαγορεύεται να κάνετε φασαρίες» και ο κόσμος απαντούσε «απαγορεύεται το απαγορεύεται». Επί ένα μήνα δεν λειτουργούσε τίποτα. Έκλεισαν τα εργοστάσια, έκλεισαν τα μαγαζιά, τα σχολεία, τα πάντα.

-Εγώ δεν κατάλαβα. Δεν κατάλαβα πως ξεκίνησε, λέει η Καρολίνα.

Συνεχίζουμε το περπάτημα στους αγρούς και μας ακολουθούν τα σκυλιά των γειτόνων μας. Η γιαγιά φαίνεται από μακριά στο τοπίο, με το φούξια παντελόνι και την κίτρινη καπελαδούρα της. Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι όμως εγώ την βλέπω σαν χρωματιστό λουλούδι.

-Θα σου το πω αλλιώς Καρολίνα. Να υποθέσουμε ότι είχατε πολύ αυστηρούς γονείς. Εννοώ πολύ αυστηρούς. Κάθε μέρα λοιπόν λένε τα ίδια, τακτοποίησε το δωμάτιο, διάβασε τα μαθήματα, ξανά διάβασε τα μαθήματα, ξανά διάβασε τα μαθήματα. Μια μέρα λοιπόν έχουν έρθει φίλες σας στο σπίτι και η μαμά ανοίγει την πόρτα του δωματίου, σας βλέπει να παίζετε ήσυχα και αρχίζει να ουρλιάζει «διάβασε τα μαθήματα». Η Καρολίνα σηκώνεται, πιάνει ένα βιβλίο και το σκίζει. Η μαμά της ρίχνει ένα πολύ δυνατό χαστούκι. Κάπως έτσι ξεκίνησε.

-Δεν επιτρέπεται αυτό, οι γονείς δεν έχουν δικαίωμα να ρίχνουν χαστούκια, λέει η Καρολίνα.

-Ναι, δίκιο έχεις αλλά σε τέτοιες ιστορίες, το ένα φέρνει το άλλο. Δεν είναι σωστό ούτε να σκίζεις βιβλία. Θέλω να πω, αυτή την αντίδραση είχαν οι φοιτητές, που έκαιγαν αυτοκίνητα. Το ένα φέρνει το άλλο και όλη η βία είναι λάθος. Να φανταστούμε πως συνεχίζεται η ιστορία μας. Έρχεται και ο μπαμπάς στο δωμάτιο και αρχίζει να ουρλιάζει μαζί με τη μαμά, για το σκισμένο βιβλίο. Τότε σηκώνεται η Βιργινία κι αρχίζει να πετάει παιχνίδια στον τοίχο. Η μαμά χτυπάει κι εκείνη. Οι φίλες αρχίζουν κλωτσιές στην μαμά.

-Αν η μαμά είναι η αστυνομία, τότε ο μπαμπάς ποιος είναι;

-Νομίζω ο πρόεδρος της Γαλλίας, ο Σαρλ ντε Γκολ, ο πρόεδρος τότε. Σε συνεννόηση με εκείνον έπεφτε το ξύλο από την αστυνομία. Πάμε πάλι στο παιδικό δωμάτιο. Για πολύ ώρα γίνεται χαμός. Μετά τις φωνές και τις κλωτσιές οι γονείς φεύγουν, οι φίλες φεύγουν και τα δυο κορίτσια μένουν στο δωμάτιο. Από εκείνη τη μέρα και μετά οι γονείς δεν φωνάζουν για το διάβασμα. Όλα γίνονται όπως πρέπει από μόνα τους. Η οικογένεια πάει διακοπές, τα πράγματα είναι πιο ήρεμα αλλά το σύστημα είναι το ίδιο.

-Τι εννοείς, πιο σύστημα είναι το ίδιο; ρωτάω.

-Εννοώ ότι οι γονείς είναι πάντα γονείς, είναι οι αρχηγοί και αποφασίζουν για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Δηλαδή τα κορίτσια δεν αποφασίζουν αν θα διαβάσουν τα μαθήματα, οι γονείς αποφασίζουν σε ποια πόλη θα ζήσουν άρα και σε ποιο σχολείο θα πάνε τα κορίτσια.

-Και στο Παρίσι τι έγινε με το σύστημα τον Μάη του ’68; ξαναρωτάω.

-Ακριβώς το ίδιο, όπως στο παράδειγμά με την οικογένεια. Ο Σαρλ ντε Γκολ έκανε νέες εκλογές. Δεν θα το πιστέψετε αλλά μετά από τον μεγάλο χαμό μετά από έναν μήνα επανάστασης, ο Σαρλ ντε Γκολ έγινε πάλι πρόεδρος. Τον ξαναδιάλεξαν για αρχηγό του κράτους.

-Δεν φοβόσουν εκεί στις φωτιές, τις μολότοφ και τα δακρυγόνα;

-Ααα, ήμουν τυχερή. Είχα βρει δωμάτιο σε πανδοχείο όπου έμεναν λιβανέζοι φοιτητές. Με πήραν υπό την προστασία τους. Τότε γνώρισα τον Ραμί, που σπούδαζε Ιστορία και με συνόδευε όπου ήθελα να πάω. Οι Γάλλοι δεν είχαν τη διάθεση να ασχοληθούν με τουρίστες. ‘Ασε που ήμουν και αμερικάνα, δηλαδή κόκκινο πανί…

-Για ποιο λόγο; ρωτάω

-Οι Γάλλοι νόμιζαν τότε, ίσως και τώρα, ότι όποιος έρχεται από την Αμερική είναι βλάκας, ότι μεγάλωσε σε ένα ράντσο με βουβάλια, ότι δεν έχει διαβάσει τίποτα. Μας περνούσαν αφελείς και χαζούληδες. Για παράδειγμα ένας νέος ζωγράφος από το Παρίσι θα ζητούσε πενταπλάσια χρήματα για να πουλήσει έναν πίνακα σε Αμερικανό. Εμάς μας φαινόταν πραγματικά φτηνός και τα δίναμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήμασταν χαζούληδες. Μην ξεχνάς και το ζήτημα της γλώσσας. Μιλούσαμε τσάτρα πάτρα γαλλικά και μας κορόιδευαν για τα λάθη που κάναμε. Κάθε φορά που γελούσαν με τα λάθη μου, ντρεπόμουν ενώ κανονικά έπρεπε να τους πω «μπείτε στο κόπο να μάθετε πέντε λέξεις στα αγγλικά και τα λέμε μετά». Δεν ήξεραν γρυ. Τώρα έχουν αλλάξει και οι νεότεροι μαθαίνουν ξένες γλώσσες. Μέχρι και ελληνικά έχω ακούσει να μιλούν οι τουρίστες στα νησιά.

-Και μετά τι έγινε;

-Ο Ραμί ανέλαβε να με πάει μέχρι την Τουλούζη. Ήταν δύσκολο να φτάσουμε επειδή γίνονταν απεργίες στα τρένα και στα λεωφορεία. Κάναμε μαζί οτοστόπ.

-Τι είναι το οτοστόπ γιαγιά, όλο καινούργιες λέξεις μας μαθαίνεις.

-Στέκεσαι στην άκρη του δρόμου κι όταν δεις να έρχεται αυτοκίνητο απλώνεις το χέρι και δείχνεις τον αντίχειρα. Ζητάς έτσι από τον οδηγό να σε πάρει μαζί του. Ταξιδεύεις μέχρι εκεί που πηγαίνει, εκεί κάνεις μια στάση και συνεχίζεις με άλλο αυτοκίνητο, με άλλο οδηγό.

-Είσαι με τα καλά σου; Α-πα-γο-ρεύ-ε-ται να μπαίνουμε σε ξένα αυτοκίνητα. Δεν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο. Αυτός ο άγνωστος μπορεί να σου βγάλει τα ρούχα ή να βγάλει τα δικά του ρούχα, μπορεί να αρχίσει να σε ακουμπάει, να σε απαγάγει, να σε σκοτώσει, λέω εγώ σε έξαλλη κατάσταση.

-Ξέρεις κάτι μικρή μου. Τη δεκαετία του ΄60 πολύς κόσμος ταξίδευε έτσι. Μπορούσες να πας παντού και να είσαι ασφαλής. Ήταν όλα διαφορετικά, δεν υπήρχε όλη αυτή η ανωμαλία, δεν κυκλοφορούσαν παντού δολοφόνοι. Δεν φοβόμασταν, ζητούσαμε μια εξυπηρέτηση, μας την έκαναν. Δεν είναι βάρος δυο επιβάτες μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Ίσα ίσα, κάναμε παρέα στον οδηγό, να μην ταξιδεύει μόνος του και βαριέται. Για φαντάσου, μια Αμερικάνα κι ένας Λιβανέζος, πόσα διαφορετικά πράγματα άκουγαν από εμάς όσοι μας έβαζαν στο αυτοκίνητό τους.

-Ναι, αλλά απαγορεύεται να μπαίνουμε σε ξένα αυτοκίνητα, επιμένω εγώ.

-Απαγορεύεται το απαγορεύεται, αυτό έχω να σου πω, απάντησε η γιαγιά και συνέχισε να περπατάει.

Χωρίς να το καταλάβουμε έχουμε περπατήσει έναν ολόκληρο κύκλο γύρω από το αγρόκτημα. Βλέπω το άλογο στο λιβάδι και τον αναβάτη να κοιτά προς το μέρος μας με κιάλια. Κουνάω το χέρι και ξέρω ότι με βλέπει. Ο ήλιος θα δύσει σε λίγο και ο ουρανός είναι μωβ, ροζ και πορτοκαλί. Στην Κυψέλη δεν βλέπουμε τα χρώματα της δύσης του ήλιου. Υπάρχει το φως και κατόπιν υπάρχει το σκοτάδι. Είναι ωραία εδώ στα Βίλια. Μου φαίνεται ότι ήρθαμε πριν από ένα μήνα, τόσο μακρινά μοιάζουν όλα. Αυτό πρέπει να είναι ο «ποιοτικός χρόνος» που λέει η μαμά, να μιλάμε πολύ και να κάνουμε όσα μας αρέσουν. Βεβαίως ο ποιοτικός χρόνος εδώ δεν είναι ένα μισάωρο όπως το εννοεί η μαμά, είναι ποιοτικό εικοσιτετράωρο.

-Πεινάω, τι θα φάμε; ρωτάω τη γιαγιά.

-Δεν υπάρχει τίποτα έτοιμο για βραδινό αφού κάναμε βόλτα τόση ώρα. Πήγαινε όμως μέχρι το κοτέτσι, φέρε όσα αυγά βρεις και θα σε μάθω να κάνεις ομελέτα.

-Αρκετά έμαθα σήμερα, μου φτάνουν, απαντώ.

-Τι έμαθες; ρωτά η γιαγιά

-Έμαθα ότι απαγορεύεται το απαγορεύεται, απαντώ.

Στρέφομαι στην Καρολίνα και της προτείνω να έρθει μαζί στο κοτέτσι. Να πάρουμε όσο περισσότερα αυγά μπορούμε, πεινάω πολύ.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις