Συνέντευξη στην Ντίνα Μιχαλοπούλου

Απόγευμα Δευτέρας στο κέντρο της πόλης. Το γκρι κυριαρχεί. Βρώμικοι τοίχοι, δρόμοι και πεζοδρόμια, “γκρίζες” φυσιογνωμίες, κακοφωτισμένες βιτρίνες διαφημίζουν εκπτώσεις και προσφορές. Κατεβαίνοντας την Κολοκοτρώνη ωστόσο, μπαράκια με μελωδίες και χαρούμενα πρόσωπα, βάζουν χαρούμενες πινελιές στο τοπίο.
Αυτά και η “μυρωδιά” της άνοιξης που οσμίζεσαι στον αέρα.
Μπαίνοντας στη στοά Κουρτάκη, βρίσκεσαι σε ένα “σκηνικό από φιλμ” που παραπέμπει σε βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Τεράστια ρολόγια “σιδηροδρόμου” κρέμονται από την ψηλή οροφή, τοίχοι με ζεστά χρώματα, ζεστά λαμπιόνια, βελούδινα καθίσματα και ένα μεγάλο παλιομοδίτικο μπαρ.
Προχωρώντας κι άλλο στον χώρο “Φωταγωγός” των εκδόσεων Ροδακιό, βιβλία. Πολλά, πολλά βιβλία στα ράφια και – τελευταίος σταθμός της διαδρομής μας – … πίνακες ζωγραφικής, που “λάμπουν” από χρώμα και μια “παιδικότητα”, καθόλου αφελή, αλλά συνειδητοποιημένη και υποψιασμένη.
Πρόκειται για την έκθεση “Monitor” του Νικόλα Περδικάρη, δημοσιογράφου και συγγραφέα.
Είναι η πρώτη του έκθεση και περιλαμβάνει έργα που “δημιουργήθηκαν (…) σε οθόνη αφής, με το δάχτυλο και με το νύχι. Τα περισσότερα φιλοτεχνήθηκαν σε συνθήκες αϋπνίας, με την τεχνολογία γερμένη στο μαξιλάρι”. 
 
Ο κ. Περδικάρης μας μίλησε για την τέχνη, τη ζωή, την κρίση, τα βιβλία και τους ζωγράφους που τον συντροφεύουν.

Ερώτηση: Όταν είδα τα έργα, προσπαθούσα να καταλάβω τί υλικό χρησιμοποίησες (τέμπερα, λάδι, νερομπογιά;). Τελικά δεν ήταν τίποτα από τα παραπάνω. Πώς τα δημιουργείς;
Όπως αναφέρει και ο υπότιτλος της έκθεσης, πρόκειται για έργα ψηφιακά. Για την ακρίβεια για έργα που ενώ είναι τυπωμένα σε χαρτί, δημιουργήθηκαν σε οθόνη αφής, με το δάχτυλο και με το νύχι. 
Η τεχνολογία μας προσφέρει απίστευτες δυνατότητες. Μια από αυτές είναι να ζωγραφίζουμε, χωρίς απτά υλικά (πέραν της ίδιας της συσκευής), απάνω στο μαξιλάρι… Είχα μεγάλη αμφιβολία, για το αν θα καταφέρω να προσδώσω στα έργα μου υφή, τη χαρά της αποτύπωσης, δηλαδή, του μέσου που κάνει την τέχνη να είναι τέχνη. 
Τελικά, στην έκθεση, κάποιοι μου έλεγαν: “Έλα τώρα, πες την αλήθεια. Αυτό το έχεις κάνει με κιμωλία, έτσι δεν είναι;”.
Ερώτηση: Οι πίνακές σου είναι είτε ασπρόμαυροι είτε “εκρήξεις” χρωμάτων, χωρίς ίντσα ακάλυπτη από έντονα, καθαρά χρώματα. Αυτό τί φανερώνει; Δύο ψυχικές διαθέσεις; Δύο οπτικές του κόσμου;
Συνήθως ζωγραφίζω με χρώμα. Το λατρεύω γιατί είναι το “αντικαταθλιπτικό” μου. Επίσης τρελαίνομαι για την ειρωνεία των χρωμάτων. Μπορείς να αφηγηθείς πολύ τραγικές ιστορίες με χρώματα. Αυτή η όχι και τόσο συμβατική προσέγγιση μου φαίνεται καταπληκτική. 
Μια έντονη παλέτα “φωνάζει” πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η αναμενόμενη αντίθεση του άσπρου-μαύρου. Φτάνει να μπορείς να το δεις ή να το “ακούσεις… Σκέψου τα έργα του Miro’: “Κραυγάζουν” ένα σωρό μηνύματα μέσα σε “χαρούμενο” φόντο και φαινομενικά αφελή σχήματα. 
Έργα που μπορεί να εμπεριέχουν ακόμη και πολιτικό περιεχόμενο
Θυμήσου ακόμα τον Matisse, με πόσο ώριμο τρόπο κυκλώνει την απλότητα, που τελικά μόνο απλότητα δεν είναι. Κάπως έτσι δεν είναι και τα παιδιά; Μπορεί να φαίνονται χαρούμενα και ξένοιαστα. Μέσα τους όμως κουβαλούν χιλιάδες σκέψεις… 
Αυτό είναι για μένα η ζωγραφική: Η χαρά και η επίγνωση ότι είσαι παιδί. Σκληρή αντίσταση στην επιβεβλημένη ενηλικίωση. Η δυνατότητα να διατηρείς τουλάχιστον μια ακόμα φύση: Αυτή του μη ενήλικα, που έχει (θεωρητικά τουλάχιστον) κάθε δικαίωμα να χαίρεται τη ζωή, ακόμα και όταν αυτή δεν είναι τόσο ωραία.
Τα ασπρόμαυρα έργα μου προέκυψαν στο πλαίσιο μιας εικονογράφησης που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Με βοήθησαν, ωστόσο, να καταλάβω ότι μπορώ να ζωγραφίζω και διαφορετικά, αν θέλω. 

Ερώτηση: Τί θα έβαζες στον υπολογιστή σου για να “χρωματίσεις”, αν μπορούσες; Ποιο κτίριο; Ποια γειτονιά; Ποιούς ανθρώπους;
Θα ζωγράφιζα, κυριολεκτικά, όλους τους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο. Αυτό ακριβώς κάνει και η Alexa Meade. Την θαυμάζω! Μόνο έτσι θα καταλάβαινε ο καθένας μας πόσο διαφορετικός και μοναδικός είναι στ’ αλήθεια. Και ίσως έτσι να σταματούσαν οι διακρίσεις και οι διαχωρισμοί λόγω της εμφάνισης. 
Αν είσαι πουά “ανθοδοχείο”, ο διπλανός σου είναι ριγέ “γραβάτα” και κανείς δεν φαίνεται ίδιος με κανένα (αφού έτσι κι αλλιώς δεν είναι) ποιος θα τολμήσει να κοροϊδέψει ποιόν και γιατί; Οχυρωνόμαστε, συνήθως, πίσω από την ψευδαίσθηση μιας ομοιομορφίας, γιατί έτσι νοιώθουμε δήθεν ασφαλείς και αποδεκτοί
Λέμε πως θέλουμε να διαφέρουμε. Αλλά στην πραγματικότητα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μοιάζουμε… Επειδή φοβόμαστε μήπως μείνουμε μόνοι, υποθέτω. Τραγικό!

Ερώτηση: Ποια είναι τα βιβλία που σε συντροφεύουν; Τα πιο “αγαπημένα” σου 
Στο κρεβάτι μου κοιμάμαι με καμιά δεκαριά βιβλία. Συνήθως διαβάζω δύο ή τρία εναλλάξ, για να μη βαριέμαι. 
Τελευταία διάβασα (το μεγαλύτερο μέρος) από τη “Σκούπα και το Σύστημα” του David Foster Wallace. Έμεινα άναυδος από τον ευφυή τρόπο σκέψης του. Το πόσο κριτικός, ειρωνικός, αλλά και ταυτόχρονα συμπονετικός είναι (τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο) απέναντι στους ανθρώπους και στις αυταπάτες μιας ολόκληρης κοινωνίας. 
Ήταν φυσικό, για μένα, ένα τόσο εκρηκτικά φωτεινό μυαλό να μην αντέξει… Με τάισε το πριονίδι από το επιδέξια σκαλισμένο λογοτεχνικό “γλυπτό” του. Με έπεισε ότι είναι εύγευστο, θεσπέσιο, και μετά μου το έφτυσε στα μούτρα. 
Τον αγαπώ…
Αγαπημένος μου συγγραφέας, πάντως, παραμένει ο Κάφκα
Η ειρωνεία του με κάνει να γελάω με τις αντιξοότητες της ζωής και μου θυμίζει ότι δεν είμαι μόνος. 
Ερώτηση: Ποιοι είναι οι πίνακες ή οι εικαστικοί που αγαπάς περισσότερο; Γιατί;
Σου απάντησα, σχεδόν. Τρελαίνομαι για τον Matisse. Θεωρώ ότι ήταν δεκαετίες μπροστά από την εποχή του. Βέβαια όλα αυτά περί θαυμασμού είναι σχετικά, γιατί σε κάθε τέχνη υπάρχουν και άλλοι “θαυματοποιοί“, που απλώς μένουν στην αφάνεια… 
Αφού με ρωτάς πάντως, να μην ξεχάσω και τον Hockney που, εκτός όλων των άλλων, μας δίδαξε και πώς είναι να ζωγραφίζουμε στο iPad. 
Από τους Έλληνες θαυμάζω τον Τσαρούχη, μα ακόμα περισσότερο τον Μπουζιάνη. Με συγκλονίζει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το φως και τη σκιά. Ακόμα περισσότερο το ότι, τις μορφές του τις “πλάθει”, δεν τις ζωγραφίζει. Σα να προκύπτουν από το σμίλευμα φωτός και σκότους… 
Ερώτηση: Πώς βιώνεις την Ελλάδα της κρίσης; 
Θεωρώ ότι η κρίση, όσο μας κατέστρεψε (και μας καταστρέφει) άλλο τόσο μας έφερε κοντά και μας ένωσε. Ο πόνος και οι δυσκολίες δεν είναι μόνο αφορμές για να διασπάσαι, αλλά και για να σμίγεις. Αυτό όμως στην πιο ωραιοποιημένη εκδοχή της κατάστασης (αν υπάρχει). 
Γιατί τι νόημα έχει η συντροφικότητα, εάν αφανιστούμε ως μονάδες; 
Προσωπικά είμαι από τους τυχερούς. Έχω ένα σπίτι, μια σταθερή δουλειά και πολλή αγάπη. Να τα λέμε αυτά. Μπορώ ακόμα και να κάνω μια έκθεση ζωγραφικής. Αν δεν είναι θαύμα αυτό, τότε τι είναι; Ευχαριστώ πολύ για όλα.  


Ποιος είναι ο Νικόλας Περδικάρης
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. 
Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές, στο ίδιο τμήμα, στον τομέα της Πολιτικής Επικοινωνίας και των Νέων Τεχνολογιών
Μέρος της μελέτης του σχετιζόταν με την έρευνα γύρω από τη χρήση των διαδραστικών-ψηφιακών αφηγήσεων στην εκπαίδευση. 
Πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία με το βιβλίο “Ο σκύλος με το λουλούδι στο στόμα” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Το Ροδακιό  το 2014. 
Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην ΕΡΤ και είναι δημοτικός σύμβουλος στα Βριλήσσια.
Φωτογραφία από τη Γεωργία Τσόκου
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις