Η επίσκεψη του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στην Αθήνα και μάλιστα σε μια περίοδο έξαρσης της τουρκικής προκλητικότητας σε Αιγαίο και Κύπρο, είναι ένα θετικό γεγονός, ωστόσο τα αποτελέσματα αυτής της επίσκεψης εξαρτώνται και από τους χειρισμούς της κυβέρνησης και τα θέματα που τέθηκαν.

Ο κ. Μητσοτάκης κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ δεν μπόρεσε τελικώς να συναντηθεί με τον Πρόεδρο Τράμπ, αλλά ούτε και με αξιωματούχους που καθορίζουν την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, γι αυτό και η επίσκεψη Πομπέο είχε ακόμα μεγαλύτερο ειδικό βάρος.

Από τα όσα ειπώθηκαν δημόσια τόσο από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και από τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, αντιληφθήκαμε αφ ενός μεν την προσπάθεια του Πρωθυπουργού να πείσει ότι είναι μια άλλη κυβέρνηση διατεθειμένη για όλα, ωσάν να ήθελε να ακυρώσει τις όποιες προσπάθειες αναβάθμισης των διμερών σχέσεων που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και αφ ετέρου την διάθεση του κ. Πομπέο να μας πει αυτά που θα θέλαμε να ακούσουμε, ότι δηλαδή δεν θα μας αφήσουν μόνους απέναντι στους Τούρκους.

Βεβαίως όλα αυτά συνέβαιναν την ώρα που ο Ερντογάν προχωρούσε σε μια καθαρά επιθετική ενέργεια εις βάρος της Κύπρου στέλνοντας το πλοίο «Γιαβούζ» να τρυπήσει στην κυπριακή ΑΟΖ στο θαλάσσιο οικόπεδο νούμερο 7 και παράλληλα συνέχιζε τις αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Κι εδώ τίθεται το ερώτημα αν τέθηκε στον κ. Πομπέο το θέμα των κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας για την παραβατική της συμπεριφορά και μάλιστα τη στιγμή που έχει κατατεθεί σχετικό νομοσχέδιο και στο Κογκρέσο.

Δυστυχώς απ΄ ότι φαίνεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη αδρανεί και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για τις κυρώσεις της ΕΕ προς τη Τουρκία, οι οποίες είχαν αποφασιστεί στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συμμετείχε ως Πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας.
Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης ακόμα και κατά την επίσκεψή του στις ΗΠΑ και τις δηλώσεις του στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε κυρώσεις, ενώ κατά τη συνάντησή με τον κ. Ερντογάν, δεν έθεσε καν τα ζητήματα του Αιγαίου, όπως παραδέχτηκαν κυβερνητικές πηγές.

Προβληματισμό, επίσης, δημιουργεί το γεγονός ότι η σημερινή στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης βρίσκεται σε αντίθεση με αυτή του Προέδρου και του Υπ.Εξ. της Κύπρου, οι οποίοι πιέζουν την ηγεσία της Ε.Ε. για την επιβολή των κυρώσεων εις βάρος της Τουρκίας. Μάλιστα ο προβληματισμός για την απόκλιση Αθήνας-Λευκωσίας επιτείνεται από το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινής» της Παρασκευής.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν ο κ. Μητσοτάκης έχει εγκαταλείψει την πολιτική των κυρώσεων της Ε.Ε εις βάρος της Τουρκίας και θεωρεί ότι με κινήσεις κατευνασμού θα δημιουργήσει καλύτερες διαπροσωπικές σχέσεις με τον Πρόεδρο Ερντογάν και υποχωρήσεις εκ μέρους του στο προσφυγικό και αποκλιμάκωση στο Αιγαίο με ένα μορατόριουμ.

Μια τέτοια πολιτική επιλογή σαφώς και θα εξυπηρετούσε τον Ερντογάν, καθώς θα μετέτρεπε θέματα σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Συμφωνιών, όπως για το Προσφυγικό- Μεταναστευτικό, σε διμερή θέματα!

Μη ξεχνάμε, άλλωστε, ότι αυτή η πολιτική «προσέγγισης» του Ερντογάν έχει αποτύχει δύο φορές μια με τον Γιώργο Παπανδρέου και μια με τον Κώστα Καραμανλή.

Όμως πέρα από τις αιτιάσεις για το τι συζητήθηκε ή δεν συζητήθηκε με τον κ. Πομπέο, πρέπει να δούμε τις εξελίξεις που συνέπεσαν με την παραμονή του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα.

Την ώρα λοιπόν που στην Ελλάδα υπήρχαν θετικές αποτιμήσεις για να μην πούμε πανηγυρισμοί για την δήλωση Πομπέο ότι η ΗΠΑ δεν θα μας αφήσουν μόνους σε περίπτωση επιθετικής ενέργειας της Τουρκίας, την ίδια ώρα οι ΗΠΑ εγκατέλειπαν τους Kούρδους συμμάχους τους στην Βόρεια Συρία και έδιναν το πράσινο φως στον Ερντογάν να εισβάλει σε αυτό το τμήμα και να προβεί σε εκκαθαρίσεις…

Την ίδια ώρα που κάποιοι θριαμβολογούσαν στην Αθήνα, ότι ο κ. Πομπέο δεν θα επισκεφθεί την Άγκυρα, ο πρόεδρος Τραμπ σήκωνε το τηλέφωνο και μιλούσε με τον Ερντογάν…

Μήπως, τελικά, είχε δίκιο ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αποστολάκης όταν δήλωνε ότι «αν συμβεί επεισόδιο με την Τουρκία θα είμαστε μόνοι μας»;

Μήπως, η Εξωτερική πολιτική και ιδίως όσον αφορά στην Τουρκία απαιτεί το κράτος να έχει μια συνέχεια;
Είναι ολέθριο σφάλμα να πιστεύουν κάποιοι ότι με ασκήσεις πολιτικής γοητείας μπορούν να πειραματίζονται με τα εθνικά θέματα.

Γιάννης Στρατάκης
[email protected]