Ποινικός Κώδικας: Αυτές είναι οι αλλαγές - Πως σχολίασε το πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου

Ποινικός Κώδικας: Αυτές είναι οι αλλαγές - Πως σχολίασε το πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου

Εγκρίθηκε επί της αρχής και επί των άρθρων ο νέος Ποινικός Κώδικας

Τσιάρας: Γιατί δεν φέραμε τη διάταξη για τη βλασφημία

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας εξήγησε αναλυτικά γιατί δεν πρόκειται τελικά να επαναφέρει στον Ποινικό Κώδικα πρόβλεψη για την κακόβουλη βλασφημία στα θεία. Υπογράμμισε ότι στόχος ήταν η προστασία των δικαιωμάτων όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα, και τα δικαιώματα των κατατρεγμένων που βρίσκονται στον ελλαδικό χώρο, ενώ κάλεσε όσους ασκούν κριτική να μην μπερδεύουν τη βλασφημία με την εξύβριση.

Ανέφερε πάντως, ότι εφόσον υπήρξαν μεγάλες αντιδράσεις, η διάταξη δεν μπορεί να εισαχθεί.

Θετικές οι αλλαγές από πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών Δημήτρη Βερβεσό

Αναλυτικότερα, στους Κώδικες επήλθαν οι εξής τροποποιήσεις:

Τροπολογία που μεταξύ άλλων κάνει αυστηρότερες τις ποινές για βιασμό, παιδικό βιασμό και παράνομη διακίνηση απουσιάζει η επαναφορά του αδικήματος της κακόβουλης βλασφημίας στα θεία.

Με την τροπολογία προβλέπονται τα εξής:

1.Τροποποιούνται επιμέρους διατάξεις κατά βάση του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ., ν.4619/2019) και ειδικότερα:
α. Ορίζεται ότι στη δικαστική απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.
β. Επανακαθορίζονται οι επιβαλλόμενες ποινές για το αδίκημα του βιασμού. Προβλέπει ακόμα αυστηρότερες ποινές για τον βιασμό, όπως επίσης και για τον παιδικό βιασμό.
γ. Απαιτείται έγκληση για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 390 παρ.1 εδ. β', εάν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος.
δ. Αυξάνονται τα κατώτερα και ανώτατα όρια των χρηματικών ποινών που επιβάλλονται σε όσους παραβιάζουν τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν.4251/2014 (Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης) αναφορικά με τη μεταφορά από το εξωτερικό στη χώρα μας υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία.
ε. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 463 Π.Κ. αναφορικά με τη δυνατότητα μείωσης ποινών κάθειρξης έως δέκα έτη, τα αδικήματα και οι ποινές που προβλέπονται για την παράνομη μεταφορά υπηκόων τρίτων χωρών στη χώρα μας (άρθρο 30 του ν.4251/2014).

2.Επέρχονται επιμέρους τροποποιήσεις στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ., ν.4620/2019) αναφορικά με τους λόγους αποκλεισμού των εισαγγελέων, τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, τις ενέργειες του ανακριτή και τα στοιχεία που περιέχει το κατηγορητήριο, τη συζήτηση και επανεξέταση της αναίρεσης κ.λπ.
Περαιτέρω, επιτρέπεται, στο πλαίσιο εκδίκασης πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, η αξιοποίηση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, κατά παρέκκλιση του άρθρου 177 παρ.2 του Κ.Γ1.Δ., εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά σε πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης, κατά τις κείμενες διατάξεις.

3.Ρυθμίζονται ζητήματα αναφορικά με την ισχύ διατάξεων του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες που εκδίδονται για τη δήμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ - ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης
«Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις»

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Επί του άρθρου 1
Τροποποιήσεις στα άρθρα 79, 336, 405,463 του Ποινικού Κώδικα και στονν.4251/2014

1)    Με την προτεινόμενη τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 79 ΠΚ, επανέρχεται η διατύπωση του αντίστοιχου άρθρου του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα, καθόσον αυτή κρίνεται επαρκής για την πληρότητα της δικαστικής κρίσης, χωρίς να προκαλούνται περιορισμοί στα δικαιώματα του κατηγορουμένου.
2)    Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 336 ΠΚ διασφαλίζεται ότι τα ποινικά αδικήματα της (-)ουαλικής βίας τιμωρούνται με αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινές, λαμβάνοντας υπόψη την βαρύτητά τους.
3)    Με την ρύθμιση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο που προστίθεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 405 ΠΚ, η ποινική δίωξη του εγκλήματος της απιστίας, όταν ζημιωθέν είναι πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, εναρμονίζεται με την αρχή της κατ' έγκληση δίωξης όλων των περιουσιακών αδικημάτων (απάτη, υπεξαίρεση , καταδολίευση κλπ) στον ιδιωτικό τομέα και έχει ως δικαιολογητικό λόγο τον ατομικό χαρακτήρα αυτών των έννομων αγαθών.
3)    Τροποποιούνται οι περιπτώσεις (α) και (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, διότι, η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται με τις σύγχρονες κοινωνικές επιταγές, ώστε τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα να τιμωρούνται με αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις κατά την βαρύτητά τους.
4)    Η εξαίρεση των εγκλημάτων που αφορούν την παράνομη μεταφορά μεταναστών από την προβλεπόμενη στο άρθρο 463 ΠΚ μείωση των ποινών, επιβάλλεται από το γεγονός ότι η ενδεχόμενη μείωση των ποινών αυτών, θα συμβάλει στην αύξηση της ήδη υψηλής, παράνομης διακίνησης μεταναστών, η οποία αποτελεί διαχρονικά, σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα παγκοσμίως, το οποίο στην παρούσα χρονική στιγμή παρουσιάζει ιδιαίτερη ένταση.

Επί του άρθρου 2
Τροποποιήσεις στα άρθρα 14,36,210 246, 248, 250, 485, 486 και 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

1)    Με την προτεινόμενη κατάργηση της παρ. 4 του άρθρου 14 ΚΠΔ επανέρχεται το καθεστώς που υφίστατο πριν την εισαγωγή του ισχύοντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο για να αντιμετωπισθούν ζητήματα λειτουργίας στα μικρά δικαστήρια της χώρας, καθόσον ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις του ισχύοντος ΚΠΔ αποκλεισμός, ενόψει του αριθμού των υπηρετούντων εισαγγελικών λειτουργών, θα προκαλούσε δυσλειτουργίες και υπέρμετρη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης.
2)    Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις των άρθρων 246, 248 και 250 ΚΠΔ επιδιώκεται η αποφυγή καθυστερήσεων στην διεκπεραίωση των υποθέσεων κακουργηματικής φύσης και η αποκατάσταση των δικονομικών δυνατοτήτων του ανακριτή κατά την απαγγελία της κατηγορίας, χωρίς να επέρχεται οιαδήποτε συρρίκνωση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
3)    Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 485 ΚΠΔ, για την ταυτότητα του νομικού λόγου επεκτείνεται αναλογικά η εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 523 ΚΠΔ και επί βουλευμάτων, ενώ με την προσθήκη εδαφίου στην παρ. 2 του άρθρου 486 ΚΠΔ προβλέπεται η δυνατότητα του εισαγγελέα εφετών για άσκηση έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης του μονομελούς εφετείου, ενόψει της επαναφοράς του δικαστηρίου αυτού ως δικαστηρίου ουσίας.
4)    Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 511 ΚΠΔ, όσον αφορά τους λόγους αναίρεσης που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, επανεισάγεται ως προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη της παραγραφής η ύπαρξη ενός βάσιμου λόγου αναίρεσης, ρύθμιση που ίσχυε υπό το κράτος του καταργηθέντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η αδικαιολόγητη παραγραφή ποινικών αδικημάτων, η οποία θα επερχόταν μόνον με τον τυπικό έλεγχο του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης.
5)    Η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται απαραίτητη αφού οι ειδικοί επιστήμονες που ορίζονται προς υποβοήθηση του έργου της ανάκρισης σε υποθέσεις, το αντικείμενο των οποίων απαιτεί ειδικές γνώσεις, συνιστούν ιδιαίτερη κατηγορία προσώπων, εκτός των πραγματογνωμόνων, που μετέχουν μεν στην ανακριτική διαδικασία, χωρίς ωστόσο να τους ανατίθεται παράλληλα και η άσκηση ανακριτικών καθηκόντων. Δηλαδή, με τον ορισμό τους δεν προσδίδονται σ' αυτούς καθήκοντα ανακριτή ή γενικού ή ειδικού προανακριτικού υπαλλήλου, γεγονός που θα δικαιολογούσε την απαγόρευση εξέτασής τους στο ακροατήριο με την ιδιότητα του μάρτυρα. Αντίθετα, όπως προβλέπεται ρητά στο άρθρο 248 παρ. 4 του ΚΠΔ, αποστολή τους είναι η υποστήριξη, του έργου του ανακριτή, με κάθε πρόσφορο τρόπο, για την ακριβέστερη διάγνωση και κρίση γεγονότων, για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Ως προς τους ειδικούς αυτούς επιστήμονες, ο νομοθέτης ορίζει ειδικό τρόπο διορισμού τους και προβλέπει την αναλογική εφαρμογή μόνο των άρθρων 188-193 ΚΠΔ, σχετικά με τους λόγους εξαίρεσης των πραγματογνωμόνων.
Επισημαίνεται ότι το έργο των παραπάνω ειδικών επιστημόνων κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό για τη διευκρίνιση και κατανόηση ζητημάτων για τα οποία απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, αποτελεί δε η εξέτασή τους στο ακροατήριο πολύτιμο εργαλείο για το σύνολο των παραγόντων της δίκης προκειμένου να ανευρεθεί η αλήθεια και μάλιστα σε ζητήματα τα οποία είναι τεχνικά, απαιτούν ειδικές γνώσεις και υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης, συνήθως δε αφορούν υποθέσεις με υψηλό οικονομικό αντικείμενο.
Επιπρόσθετα, δεν δικαιολογείται η διατήρηση των ισχυουσών από 1-7-2019 ρυθμίσεων των άρθρων 36 και 210 του ΚΠΔ (ν.4620/2019), κατά την οποία οι παραπάνω ειδικοί επιστήμονες δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο, αφού, σύμφωνα με την πολύ πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου και ειδικότερα με την απόφαση, με αριθμό 1308/2019 (Ζ' Ποινικό Τμήμα), που δημοσιεύτηκε την 27η-6-2019, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ομόφωνα κατόπιν ερμηνείας της - ταυτόσημης με τη διάταξη του άρθρου 248 παρ. 4 ΚΠΔ - διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 4022/2011    «Εκδίκαση πράξεων διαφθοράς Πολιτικών και Κρατικών
Αξιωματούχων, υποθέσεων μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος και άλλες διατάξεις», ότι οι ειδικοί επιστήμονες που ορίζονται προς υποβοήθηση του έργου του ανακριτή, καλούνται νόμιμα στο ακροατήριο για μαρτυρία, αφού αυτοί δεν ασκούν καθήκοντα ανακριτή ή γενικού ή ειδικού προανακριτικού υπαλλήλου, εφαρμοζόμενων και ως προς αυτούς των διατάξεων του ΚΠΔ για την κατάθεση μαρτύρων στο ακροατήριο.

Επί του άρθρου 3
Χρήση αποδεικτικού μέσου στα οικονομικά εγκλήματα

Με την προτεινόμενη διάταξη εισάγεται ρύθμιση που απηχεί τις προβλέψεις του, καταργηθέντος με το άρθρο 586 περ. η' ΚΠΔ, άρθρου 65 ν. 4356/2015. Η ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα αξιοποίησης αποδεικτικών μέσων σε υποθέσεις πράξεων κακούργηματικού χαρακτήρα, υπαγομένων στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς. Παράλληλα διατηρείται η προϋπάρχουσα στάθμιση για τη χρήση των αποδεικτικών αυτών μέσων, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης και της διαφύλαξης των αρχών του κράτους δικαίου.

Επί του άρθρου 4
Μεταβατική Διάταξη

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιδιώκεται η διατήρηση σε ισχύ για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών των διατάξεων του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες που έχουν εκδοθεί πριν τεθεί η προθεσμία του εδαφίου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 34 ΚΠΔ προκειμένου να τεθούν στην κρίση ενός δικαστικού οργάνου το οποίο και θα αποφανθεί για την επικύρωσή τους ή μη. Με την προτεινόμενη ρύθμιση αρμόδιοι για την επικύρωση ή μη της διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες είναι ο ανακριτής, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στον ανακριτή, ή το δικαστικό συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση, τηρουμένων των όρων και προϋποθέσεων της παρ. 1 έως 3 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018. Με τον τρόπο αυτό, αποτρέπεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος ματαίωσης της ανάκτησης των προϊόντων εγκλήματος από το Δημόσιο σε περίπτωση καταδίκης που θα μπορούσε να προκληθεί από μία μαζική παύση σε ισχύ διατάξεων του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες που βρίσκονται εκτός των χρονικών ορίων του άρθρου 34 ΚΠΔ. Ταυτόχρονα, δίνεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα προς επικύρωση των συγκεκριμένων διατάξεων εάν αυτό κριθεί από δικαστικό όργανο ότι απαιτείται. Τέλος, ρυθμίζεται ότι σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της συγκεκριμένης προθεσμίας, η διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες θα παύει να ισχύει. Η ρύθμιση αυτή καθώς και η τιθέμενη τρίμηνη προθεσμία, για τις περιπτώσεις στις οποίες έχει παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 34 ΚΠΔ συνάδει και με το χαρακτήρα της διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, η οποία σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ν.4557/2018 αφορά αποκλειστικά και μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ - ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης
«Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις»

Άρθρο...
Τροποποιήσεις στα άρθρα 79, 336,405,463 του Ποινικού Κώδικα και στον ν.4251/2014

1)    Στη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ η παράγραφος 7 αντικαθίσταται ως εξής :
«7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.».
2)    Η διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 336
Βιασμός
1.    Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.
2.    Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις.
3.    Αν η πράξη της παραγράφου 1 έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού ή είχε ως συνέπεια τον θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.
4.    Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1, επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.».
3)    Στην διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 405 ΠΚ προστίθεται εδάφιο δεύτερο που έχει εξής :
«Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 390 παρ.1 εδαφ. β' αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος απαιτείται έγκληση.».
4)    Στην περίπτωση (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν.4251/2014 (ΦΕΚ 80Α'/1-4-2014), οι λέξεις «δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων
(30.0)    » αντικαθίστανται με τις λέξεις «τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000)».
5)    Στην περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν.4251/2014 (ΦΕΚ 80Α'/1-4-2014), οι λέξεις «τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων
(60.0)    » αντικαθίστανται με τις λέξεις «εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000)».
6)    Στο τέλος του άρθρου 463 ΠΚ προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:
«7. Από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος εξαιρούνται τα αδικήματα και οι ποινές που προβλέπονται στη περίπτωση (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν.4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης κλπ διατάξεις» (ΦΕΚ 80Α'/1-4-2014).».

Άρθρο ...
Τροποποιήσεις στα άρθρα 14,36,210 246, 248, 250,485,486 και 511 τουΚώδικα Ποινικής Δικονομίας

1)    Κατάργηση της παρ. 4 του άρθρου 14 ΚΠΔ.
Η παρ. 4 του άρθρου 14 ΚΠΔ καταργείται.
2)    Η παρ. 1 του άρθρου 246 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Την κύρια ανάκριση την ενεργεί μόνο ο ανακριτής, μετά από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα, η οποία καθορίζει και εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει.».
3)    Η παρ. 1 του άρθρου 248 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Μόλις ο ανακριτής λάβει την παραγγελία του εισαγγελέα, καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 2.».
4)    Η παρ. 3 του άρθρου 248 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Το κατηγορητήριο, το οποίο συντάσσει ο ανακριτής, περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στα άρθρα 100 και 273 παρ. 2.».
5)    Το άρθρο 250 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 250. - Εξουσία του ανακριτή.
1.    Ο ανακριτής έχει το δικαίωμα και οφείλει να επεκτείνει τη δίωξη σε όλους όσοι συμμετείχαν στην ίδια πράξη. Δεν μπορεί όμως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και σε άλλη πράξη, έστω και αν είναι συναφής, ούτε έχει δικαίωμα συρρίκνωσης ή διεύρυνσης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης.
2.    Αν κατά την πορεία της ανάκρισης ανακαλυφθούν και άλλες αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, ο ανακριτής τις ανακοινώνει στον εισαγγελέα, χωρίς εν τω μεταξύ να εμποδίζεται να ενεργεί τις κατεπείγουσες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωσή τους. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43.».
6)    Τροποποίηση του άρθρου 485 ΚΠΔ.
Στο εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 485 ΚΠΔ, μετά τον αριθμό «522» τίθεται κόμμα και προστίθεται ο αριθμός «523».
7)    Τροποποίηση του άρθρου 486 ΚΠΔ.
Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 486 ΚΠΔ προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης του μονομελούς εφετείου.».
8)    Τροποποίηση του άρθρου 511 ΚΠΔ.
Το εδάφιο γ' του άρθρου 511 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής: «Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόφη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.».
9)    Τροποποιήσεις στα άρθρα 36 και 210 ΚΠΔ.
α) Στο τέλος της παρ.2 του άρθρου 36 ΚΠΔ απαλείφονται οι λέξεις «, δεν εξετάζονται όμως ως μάρτυρες».
β) Η περίπτ. α' του άρθρου 210 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής: «α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση».
Άρθρο...
Χρήση αποδεικτικού μέσου στα οικονομικά εγκλήματα

1.    Στις περιπτώσεις πράξεων κακούργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 1 και 36 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
2.    Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.
Άρθρο...
Μεταβατική Διάταξη

Εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι διατάξεις του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και για τις οποίες έχουν παρέλθει τα χρονικά όρια του εδαφίου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 34 ΚΠΔ, διαβιβάζονται με τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία και αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης στον ανακριτή, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση.
Ο αρμόδιος ανακριτής ή το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο του προηγούμενου εδαφίου αποφαίνονται για την επικύρωση ή μη της διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του προηγούμενου εδαφίου, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των παραγράφων 1-3 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018.
Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου η διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες παύει αυτοδικαίως να ισχύει.