Του Γρηγόρη Νιάκα


Μυρωδιά; Μυρίζουν οι φτωχοί; Ασφαλώς και μυρίζουν άσχημα τα αποβράσματα, οι απόκληροι, οι προλετάριοι, οι “αποτυχημένοι”, σύμφωνα με την πολύ εύστοχη αναφορά στην ταινία τα “Παράσιτα”, του Νοτιοκορεάτη Μπο Τζουν Χο (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Κανών).

Τα “παράσιτα”, δηλαδή οι φτωχοί, μυρίζουν. Όπως μύριζε και η τετραμελής οικογένεια ενηλίκων των πρωταγωνιστών, χωρίς δουλειές, χωρίς εισόδημα, που έμενε σε ένα ημιυπόγειο.

Και η μυρωδιά αυτή είναι ανυπόφορη στους “άριστους”, στους ατσαλάκωτους και επιτυχημένους. Στα “λευκά κολάρα”. Σαν και αυτά της άλλης τετραμελούς οικογένειας που πρωταγωνιστούσε στην ίδια ταινία, και η οποία ζούσε σε μια πολυτελή έπαυλη.

“Παράσιτα” και “λευκά κολάρα”. Σε έναν κόσμο με “καλούς” και “κακούς”. “Μια κωμωδία δίχως κλόουν, μια τραγωδία δίχως κακούς”, όπως είπε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

“Η κυρία Παρκ είναι πλούσια, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι καλή”, λέει σε κάποια στιγμή στα (κινηματογραφικά) “Παράσιτα”, ο Κιμ Κι- τάεκ, στη γυναίκα του, την Κιμ Τσουνγκ-σουκ.

“Όχι πλούσια αλλά παρ΄όλα καλή. Είναι καλή επειδή είναι πλούσια”, του απαντά η (κινηματογραφική) σύζυγος. “Το καταλαβαίνεις; Αϊ στο διάολο, αν είχα όλα αυτά τα χρήματα θα ήμουν κι εγώ καλή. Κι ακόμη καλύτερη. Το χρήμα είναι σαν το ηλεκτρικό σίδερο. Ισιώνει όλες τις τσαλακωματιές”.

Καλύτερη παρομοίωση για το χρήμα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ηλεκτρικό σίδερο που ισιώνει όλες τις “τσαλακωματιές”. Στους εγκληματίες που δεν πετάνε μολότοφ, στους “μπαχαλάκηδες” που φορούν γραβάτες και κοστούμια, όπως είπε πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο Αλέξης Τσίπρας. Για χάρη των οποίων, στην κυβέρνηση αλλάζουν τους Ποινικούς Κώδικες “για να κάνουν deal με τους τραπεζίτες και τους εγκληματίες του λευκού κολάρου, που έχουν κατασχέσεις των περιουσιακών τους στοιχείων σε τράπεζες της Ελβετίας και γράφουν οι Financial Times ότι 1,2 δισ. θα αποδεσμευτούν”.

Ασυλία στα “λευκά κολάρα” και όψιμες ευαισθησίες. Υπερπλεόνασμα ανθρωπισμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα με αφορμή την συνεχιζόμενη προφυλάκιση του Γιάννου- “για τον Σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε όλοι”- Παπαντωνίου. "Χαμόγελα ανακούφισης", συμπόνια και κατανόηση για τον Θ. Τσουκάτο που απηλλάγη λόγω παραγραφής και ποτέ δεν θα μάθουμε πού πήγε το 1 εκατ. μάρκα, αλλά και εξοντωτικό πρόστιμο 50.000 ευρώ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τρία πανό στην Κ. Μακεδονία.

Και για τα “παράσιτα”, τι μένει; Μόνο η φτώχεια, η ανεργία ή οι συνθήκες εργασιακής γαλέρας, και κάποια ξεροκόμματα; Όχι βέβαια. Εκεί επιστρατεύονται τα μεγάλα “όπλα”, reality και fake news με ισχυρές δόσεις ακροδεξιάς, ρατσισμού, μισαλλοδοξίας και εθνικοπατριωτικού “σανού” (πότε με το προσφυγικό, πότε με τα ρατσιστικάμπάρμπεκιου, πότε με το Μακεδονικό κλπ) ή (εξίσου εθνικοπατριωτικής) lifestyle γκλαμουριάς (για παράδειγμα “Ελλάδα 2021”).

Ο σκοπός είναι ένας και μοναδικός: να παραμείνουν ήσυχοι στις τρώγλες τους ή κρυμμένοι στα υπόγεια τους (Τέρμα το spoiler…). “Όλοι μαζί μπορούμε να πάμε” τη χώρα μπροστά. Εθνική ομοψυχία. Συμφιλίωση.


"Κι αν δεν τσιμπήσουν;"

Και αν τα παράσιτα δεν “τσιμπήσουν”; Αν συνεχίζουν να “βγάζουν γλώσσα”, διεκδικώντας κάτι παρά πάνω; Τότε αναλαμβάνει να τα συνετίσει (γλυκά το λέω), ο ένοπλος βραχίονας του δόγματος “Νόμος και Τάξη”, όχι με τριαντάφυλλα (πάλι γλυκά το λέω), αλλά με το “ξύλο που είναι στοιχείο αναγκαιότητας”, όπως λέει και μια άλλη-υπουργική-ψυχή.

Καταστολή στις πορείες, παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλήψεις, ξυλοδαρμοί, δακρυγόνα και επιθέσεις σε πορείες, παρακολουθήσεις διαδηλωτών και ατόμων με πολιτική δράση μέσω συσκευών γεωεντοπισμού, επιχειρήσεις στα Εξάρχεια, εκκενώσεις καταλήψεων και τελεσίγραφα, εισβολές σε ΑΣΟΕΕ, κινηματογράφους και νυχτερινά κέντρα, έφοδοι σε σπίτια. Και η ζωή συνεχίζεται.

Όπως και ο πόλεμος. Πόλεμος ανάμεσα στα “παράσιτα” και τα “λευκά κολάρα”. Πόλεμος και μεταξύ των “παρασίτων”. Αυτό είναι τα (κινηματογραφικά) “παράσιτα”. Μια αλληγορία για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σ’ έναν κόσμο όπου η συνύπαρξη γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη να επιτευχθεί.

Πόλεμος χωρίς αύριο για κάποιους. Δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό.

“Η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονται σε μια ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους. Κάνουν αδιάκοπο αγώνα, πότε ανοιχτό, πότε σκεπασμένο, έναν αγώνα που τελειώνει κάθε φορά με τον μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την από κοινού καταστροφή των τάξεων”, έγραφαν ο θείος Κάρολος (Μαρξ) και ο θείος Φρίντριχ (Ένγκελς), το 1848, στο “Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος”.

Βέβαια ο θείος Κάρολος όταν τα έγραφε αυτά, δεν φανταζόταν ότι μετά από σχεδόν 200 χρόνια, ένας έλληνας υπουργός, ο Μάκης Βορίδης, θα αποφαινόταν (γλυκά) ότι οι Αριστεροί δεν μπορούν να σκεφτούν σωστά.

Μάλιστα ο ίδιος δεν διεκδικούσε καν “δάφνες πατρότητας” ότι ανακάλυψε την αντίθεση. “Δεν μου ανήκει η τιμή, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την πάλη ανάμεσά τους” . Η αλήθεια είναι ότι πολύ πριν από τον Μαρξ, αλλά και αρκετά αργότερα, αστοί ιστορικοί περιέγραψαν την ιστορική εξέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων.

Όπως για παράδειγμα το “ ιερό τέρας” της Πολιτικής Οικονομίας και θεμελιωτής του μοντέλου του οικονομικού Φιλελευθερισμού, Άνταμ Σμιθ, ο οποίος έγραφε:

“Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από μια τάξη ανθρώπων (καπιταλιστές), των οποίων τα συμφέροντα δεν ταυτίζονται ποτέ με αυτά της χώρας, που έχουν γενικά συμφέρον να εξαπατούν, ακόμα και να καταπιέζουν τη χώρα, και οι οποίοι, για το λόγο αυτό, σε πολλές περιπτώσεις και την εξαπάτησαν, αλλά και την καταπίεσαν”.

Μήπως και ο Άνταμ Σμιθ, κύριε υπουργέ, δεν μπορούσε να σκεφτεί σωστά;

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις