– «The Weeping Woman» (Η γυναίκα που κλαίει),Pablo Picasso, 1937

Η «Γυναίκα που κλαίει» θεωρείται ως μια θεματική συνέχεια της τραγωδίας που απεικονίζεται στον επικό πίνακα του Πικάσο Guernica. Εστιάζοντας στην εικόνα μιας γυναίκας να κλαίει, ο καλλιτέχνης αναφέρεται έμμεσα στιςεπιδράσεις του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, απεικονίζονταςμια μοναδική παγκόσμια εικόνα πόνου.Το μοντέλο για τον πίνακα αυτόνκαι μάλιστα για ολόκληρη τη σειρά, ήταν η Ντόρα Μάαρ, η οποία εργαζόταν ως επαγγελματίας φωτογράφος όταν ο Πικάσο την συνάντησε το 1936. Ήταν η μόνη φωτογράφος που της επιτράπηκε να φωτογραφίζει τα στάδια δημιουργίας της Guernica. Η Ντόρα Μάαρ ήταν η ερωμένη του Πικάσο από το 1936 μέχρι το 1944. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, ο Πικάσο την ζωγράφισε σε μια σειρά μορφών, άλλες ρεαλιστικές, άλλεςβασανισμένεςή απειλητικές. Ο Πικάσο ανέφερε: «Για μένα είναι η γυναίκα που κλαίει. Για χρόνια την έχω ζωγραφίσει σε βασανισμένες μορφές, όχι μέσω του σαδισμού και όχι με ευχαρίστηση,υπακούοντας απλά σε ένα όραμα που με ανάγκασε. Ήταν η βαθιά πραγματικότητα, όχι η επιφανειακή … Η Ντόρα, για μένα, ήταν πάντα μια γυναίκα που έκλαιγε… Και είναι σημαντικό, γιατί οι γυναίκες είναι μηχανές υποφέρουν».

Η επιμονή του Πικάσο ήταν να δούμε μέσα από το αποκαρδιωμένο πρόσωπο αυτής της γυναίκας και μέσα στα σκοτεινά τηςμάτια την αίσθηση που είχε ο ίδιος βλέποντας στις εφημερίδες φωτογραφίες του βομβαρδισμού της Guernica από τον Luftwaffe για λογαριασμό του Franco στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στις 26 Απριλίου 1937. Η «Γυναίκα που κλαίει»είναι ο τελευταίος πίνακας της σειράς ζωγραφικών έργων,εκτυπώσεων καισχεδίων που έκανε ο Πικάσο σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έχει τις ρίζες του στην ισπανική παράδοση. Τον Μάιο του 1937 η μητέρα του Πικάσο του έγραψε από τη Βαρκελώνη ότι ο καπνός από την πόλη που καιγόταν κατά τη διάρκεια των μαχών έκανε τα μάτια της να κλαίνε. Η «Mater Dolorosa», ηΠαρθένος που κλαίει, είναι μια παραδοσιακή εικόνα στην ισπανική τέχνη, η οποία συχνά απεικονίζεταισε γοητευτικά μπαρόκ γλυπτά με δάκρυα από γυαλί.

– «Portrait of Adele Bloch-Bauer I»(Το πορτραίτο της Adele Bloch-Bauer), Gustav Klimt, 1907

Η Adele Bloch – Bauer ήταν το μοναδικό μοντέλο, που ζωγράφισε ο Klimt πολλές φορές. Οι δύo πιο ολοκληρωμένοι και πιο διάσημοι πίνακες είναι τα δύο πορτραίτα τηςPortrait of Adele Bloch-Bauer I και Adele Bloch – Bauer II, με ταοποίαολοκλήρωσε την εικόνα της. Το πρώτο της πορτραίτο, γνωστό και ως «Γυναίκα από χρυσό» φιλοτεχνήθηκε ανάμεσα στο 1903 και στο 1907 -το δεύτερο, το 1912. Στην προσωπογραφία της Adele Bloch-Bauer, κυριαρχεί το χρυσό ως διακοσμητικό στοιχείο. Ο καλλιτέχνης πρόσθεσε επίσης μυκηναϊκά μοτίβα και ζωγράφισε με χρυσό ακόμη και το ακριβό κολιέ που φορούσε στο λαιμό της. Θεωρείται το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα δουλειάς της χρυσής περιόδου του Κλιμτ. Είναι ένας από τους καλύτερους πίνακες του και ο ακριβότερος που πωλήθηκε ποτέ. Η αξία του έφτασε τα 135 εκατομμύρια δολάρια και σήμερα εκτίθεται στο Neue Galerie της Νέας Υόρκης από το 2006.

Η Adele Bloch – Bauer γεννήθηκε στη Βιέννη της Αυστρίας, το 1881 από μια εύπορη εβραϊκή οικογένεια που δραστηριοποιούνταν στον τραπεζικό τομέα. Το 1899, σε ηλικία 17 ετών, παντρεύτηκε τον μεγιστάνα της ζάχαρης και τραπεζίτη Ferdinand Bloch Bauer, ο οποίος ήταν στην ουσία ο προστάτης του Gustav Klimt και του ανέθεσε να ζωγραφίσει το πορτρέτο της Adele. Ο Κλιμτ ζωγράφισε την Αντέλ ελεύθερη και κυρίαρχη, αφού φαντάζεται την ομορφιά και τη χάρη της ως θέληση απελευθέρωσης, πρόσκληση για ζωή και έρωτα έξω από τους κανόνες της υψηλής βιεννέζικης κοινωνίας. Οι πίνακές του δίνουν την εντύπωση ότι σε όλη του τη ζωή ζωγράφισε μόνο αυτή τη γυναίκα, όμορφη, αινιγματική, μυστηριώδη, με το σώμα πνιγμένο σε ένα ποτάμι χρυσού. Η Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ είναι μια μελαγχολική ομορφιά. Ο γάμος της, η οικογενειακή της ζωή, τα δράματα και τα τραύματα την κάνουν μια μυθιστορηματική ηρωίδα.

Το 1907, τρία χρόνια και εκατοντάδες σκίτσα αργότερα, το πορτραίτο της Adele ολοκληρώθηκε. Οι φήμες λένε ότι υπήρξε έρωτας μεταξύ του ζωγράφου και του μοντέλου αλλά τίποτα δεν είναι επιβεβαιωμένο. Ωστόσο ο Bloch – Bauer αγόρασε συνολικά 6 έργα του Klimt. Η Αντέλ γνώρισε άθελά της τον Γκουστάβ Κλιμτ μέσω του άντρα της στα τέλη της δεκαετίας του 1890. Στο σαλόνι της Αντέλ, στην Βιέννη, πέρασαν όλοι οι μεγάλοι Εβραίοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες των αρχών του 20ουαιώνα, όπως ο Φρόιντ και ο Στέφαν Τσβάιχ. Ο σύζυγός της και εκείνη ήταν συλλέκτες έργων τέχνης ως την ημέρα που ο Ferdinand την ωθεί να ποζάρει για τον Κλιμτ για να της κάνει το πορτρέτο. Οι φήμες λένε ότι υπήρξε έρωτας μεταξύ του ζωγράφου και του μοντέλου αλλά τίποτα δεν είναι επιβεβαιωμένο. Ακολουθεί ένα φαντασιακό πάθος εκ μέρους της Αντέλ, το οποίο γίνεται ακόμη πιο συγκλονιστικό όταν συλλαμβάνει τον ζωγράφο να κρατάει στην αγκαλιά του ένα άλλο από τα μοντέλα του. Η μελαγχολία της έρχεται από μακριά, αλλά μπροστά στον Κλιμτ γίνεται τρυφερότητα και σιωπηλός έρωτας. Η Αντέλ συγκλονίζεται από τον Κλιμτ, αλλά δεν λέει κουβέντα. Απέναντί της έχει έναν φιλελεύθερο άνθρωπο, μακριά από κάθε κοινωνική δέσμευση που του αρέσει να φεύγει από τη μία γυναίκα προς την άλλη. Αυτή η ελευθερία μαγνητίζει την Αντέλ. Η συνάντησή της με τον Γκουστάβ Κλιμτ και ο μυστικός τους έρωτας δεν την έσωσαν από μια μοίρα που χτυπήθηκε από δυστυχία.Στις 24 Ιανουαρίου του 1925, η Adele πέθανε ξαφνικά από μηνιγγίτιδα στη Βιέννη και στη διαθήκη της, ζήτησε από το σύζυγό της να δωρίσει τα έργα του Klimt στην Αυστριακή Γκαλερί μετά το θάνατό του.

«Le déjeuner sur l'herbe» (Πρόγευμα στην Χλόη),Édouard Manet, 1862/63

O πίνακας αυτός θεωρήθηκε τόσο σκανδαλώδης και ριζοσπαστικός για την εποχή του για δύο, κυρίως, λόγους. Ο πρώτος είναι ηκατάργηση της προοπτικήςμέσω της απουσίας αντιθέσεων φωτός και σκοταδιού. Η αίσθηση του βάθους – η οποία επιτάσσει την σμίκρυνση των μορφών που κινούνται προς το φόντο του πίνακα και την βαθμιαία εξασθένιση του χρώματός τους – χάνεται παντελώς.Ο δεύτερος λόγοςείναι ητολμηρή απεικόνιση του γυμνού.Στα αναγεννησιακά έργα αυτή ήταν απολύτως φυσιολογική, όμως εδώ οι μορφές ζωγραφίστηκαν χωρίς μυθολογικές ή αλληγορικές παραπομπές. Είναι δύο θνητές, κοινές γυναίκες. Το κοινό του Παρισιού αδυνατούσε να το αποδεχθεί. Η στάση της γυμνής γυναίκας στο κέντρο του πίνακα, καθώς και το βλέμμα της, με το οποίο θα μπορούσε να πει κανείς ότι «καρφώνει ξεδιάντροπα»το θεατή, θεωρήθηκαν ότι παραπέμπουν άμεσα σε έναν προκλητικό για την εποχή ερωτισμό.Στην πραγματικότητα υπήρξαν δύο μοντέλα που πόζαραν για να ζωγραφίσει τη γυμνή γυναίκα.

Το αγαπημένο του μοντέλο, Victorine Meurent πόζαρε για το πρόσωπο της γυναίκας και η μέλλουσα σύζυγός του, Suzanne Leenhoff για το σώμα της. Η Suzanne Leenhoff είχε μια δεκαετή σχέση με τον Manet, πριν τελικά παντρευτούν το 1863. Οι δυο τους συναντήθηκαν όταν η Suzanne, που ήταν μουσικός, προσελήφθη από τον πατέρα του Manet να μάθει σε αυτόν και τον αδερφό του Eugene, πιάνο.φυλάσσεται και εκτίθεται σήμερα στο Musée d’Orsay στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της δεκάχρονης σχέσης τους, η Suzanne γέννησε ένα γιο, τον Leon Koella, αλλά τόσο ο ίδιος ο ζωγράφος όσο και ο πατέρας του διεκδίκησαν την πατρότητα του παιδιού. Ο Leon πάντως συστήνονταν ως ο μικρότερος αδερφός της Suzanne. Η Victorine Meurent, από την άλλη, που πόζαρε για το πρόσωπο της γυμνής γυναίκας, υπήρξε επίσης καλλιτέχνης με πολλά εκθέματα στο διάσημο Paris Salon.

Ο πίνακας φυλάσσεται και εκτίθεται σήμερα στο Musée d’Orsay στο Παρίσι.

«Mona Lisa» (La Gioconda ή La Joconde), Leonardo Da Vinci, περίπου 1503-1506

Ίσωςο πιο διάσημος πίνακας με το πιο αινιγματικό χαμόγελο της τέχνης. Ηιστορίαβέβαια γύρω από το πρόσωπο και την ταυτότητα της Mona Lisa δεν είναι μυστήριο. Το πραγματικό όνομα του μοντέλουείναι Lisa del Giocondoa, μέλος της οικογένειας Gherardini. Γεννήθηκε στη Φλωρεντία στις 15 Ιουνίου του 1479 και ήταν μόλις 15 ετών, όταν παντρεύτηκε τον Francesco del Giocondo, έναν έμπορο υφασμάτων και μεταξιού. Μετά από κάποια επιχειρηματική επιτυχία το 1503, ο σύζυγός της ήταν σε θέση να αγοράσει ένα σπίτι δίπλα στο παλιό σπίτι της οικογένειάς του, στη Via della Stufa. Πιστεύεται ότι ήταν τότε που το πορτρέτο της ανατέθηκε από τον σύζυγό της στον Da Vinci, ίσως για να γιορτάσουν το νέο τους σπίτι ή ίσως για να σηματοδοτήσουν τη 2η εγκυμοσύνη της. Κατά τη διάρκεια της ζωγραφικής της, χειρόγραφες σημειώσεις του Da Vinci κάνουν λόγο για μία ευχάριστη προσωπικότητα με χαρακτηριστικό γέλιο.Η Lisa και ο Francesco είχαν πέντε παιδιά: τον Piero, την Camilla, την Andrea, τον Giocondo και τη Marietta. O Francesco πέθανε στην ηλικία των 80 περίπου ετών το 1538, όταν σάρωσε την πόλη πανούκλα. Η Lisa σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, αλλά άλλες πηγές αναφέρουν ότι έζησε μέχρι τα 70 της και πέθανε περίπου το 1551. Ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί και το γεγονός ότι ο Leonardo Da Vinci το 1506 άφησε το πορτρέτο ημιτελές.Θεωρείται πως συνέχισε να ασχολείται με τη Μόνα Λίζα για τρία χρόνια αφότου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και πως την τελείωσε λίγο πριν πεθάνει το 1519. ΗNASA επέλεξε να στείλει την εικόνα της Μόνα Λίζα μέσω λέιζερ σε σεληνιακό δορυφόρο. Πρόκειται για την πρώτη επίδειξη της νέας δυνατότητας αποστολής δεδομένων εικόνας από τη Γη μέσω οπτικής τεχνολογίας σε τόση μεγάλη απόσταση, περίπου 384.000 χλμ.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις