Δημογραφικό Ελλάδα: Διάσταση προσεγγίσεων μεταξύ του αντιπροέδρου της Νέας Δημοκρατίας και των θέσεων που έχει διατυπώσει το Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής διαπιστώνεται για το ζήτημα του δημογραφικού, μετά την έντονη δημόσια δραστηριότητα που έχει επιδείξει ο Άδωνις Γεωργιάδης για το ζήτημα.Ο Άδωνις Γεωργιάδης επανήλθε την Τρίτη, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, στο θέμα της υπογεννητικότητας και με αφορμή άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα επισημαίνει πως διαφωνεί με την θέση ότι «το Δημογραφικό στην Ελλάδα και στην Ευρώπη αντιμετωπίζεται μόνο με την εγκατάσταση ξένων στη Χώρα» λέγοντας πως «αυτή είναι η ιδεολογική διάσταση του ζητήματος».Επίσης θυμίζουμε ότι ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ στήριξε το πρόσφατο πρωτοσέλιδο της εφημερίδα Sportime που τάσσονταν κατά του δικαιώματος της γυναίκας να αποφασίσει εάν επιθυμεί η όχι μία κύηση αναφέροντας σε ανάρτησή του: «Συγχαίρω την Εφημερίδα παρά τις αντιδράσεις. Στην Ελλάδα δεν αμφισβητείται το δικαίωμα, της γυναίκας στην άμβλωση, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ότι το να έχουμε διπλάσιες εκτρώσεις από γεννήσεις γεννά ζητήματα επιβίωσης του Έθνους μας».

Οι απόψεις πάντως του αντιπροέδρου της Νέας Δημοκρατίας και το ύφος που αποπνέουν αποδίδοντας το φαινόμενο της υπογεννητικότητας σε …«κατάχρηση» ατομικών δικαιωμάτων από την πλευρά των γυναικών, φαίνεται να προσκρούουν στα συμπεράσματα και τις θέσεις στις οποίες κατέληξε πρόσφατο κείμενο εργασίας του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλης σχετικά με το ζήτημα του δημογραφικού, με την συμμετοχή επιφανών επιστημόνων.


Στο πολυσέλιδο κείμενο εργασίας του Ινστιτούτου Κωσταντίνος Καραμανλής, πουθενά δεν θίγεται το ζήτημα των αμβλώσεων ή γενικότερα θέματα που να σχετίζονται με την γυναικεία χειραφέτηση και τα δικαιώματα. Αντιθέτως μάλιστα εστιάζει στους οικονομικούς παράγοντες που είναι ανασχετικοί για την αύξησητων γεννήσεων ενώ προάγει το μοντέλο της χειραφετημένης γυναίκας ως προϋπόθεση.Χαρακτηριστική είναι η αναφορά που κάνει η Αλεξάνδρα Τραγάκη Καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας αναφέροντας ότι «η Φινλανδία, Σουηδία και Νορβηγία είναι οι χώρες με τη μικρότερη διαφορά σε ποσοστά απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών και συγχρόνως τα υψηλότερα επίπεδα γονιμότητας. Πλέον το εισόδημα των γυναικών συνδέεται θετικά με τη γονιμότητα, παρατήρηση που επιβεβαιώθηκε και από τα ελληνικά δεδομένα κατά την τελευταία δεκαετία: κατά τη διάρκεια της κρίσης οι γυναίκες που αύξησαν τη γονιμότητά τους ήταν οι εργαζόμενες άνω των 35 ετών. Τα όποια κίνητρα ενίσχυσης των γεννήσεων και στήριξης του θεσμού της οικογένειας πρέπει να είναι έτσι σχεδιασμένα ώστε να αποφύγουν την αναπαραγωγή του μοντέλου της μη εργαζόμενης μητέρας».

Επίσης η ίδια σημειώνει ότι «το πρόβλημα δεν είναι ότι τα ζευγάρια σήμερα καθυστερούν να αποκτήσουν παιδιά αλλά το ότι τελικά επιλέγουν να αποκτήσουν λιγότερα παιδιά διότι δεν νιώθουν ότι τους παρέχεται η απαραίτητη στήριξη, οικονομική και πρακτική για την ανατροφή τους». Αναφέρεται και στο θέμα των μεταναστών επισημαίνοντας ότι «σε ικανό αριθμό χωρών, κυρίως της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, η πληθυσμιακή συρρίκνωση είναι ήδη γεγονός, αφού οι θάνατοι υπερτερούν αριθμητικά των γεννήσεων και οι μεταναστευτικές ροές άλλοτε δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τη μείωση του πληθυσμού, άλλοτε την επιτείνουν μέσω του brain drain».

Στο ίδιο κείμενο εργασίας ο Βύρωνας Κοτζαμάνης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας τονίζει πώς πρέπει «να ληφθούν μέτρα για την εναρμόνιση της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή και μέτρα που θα προάγουν την ισότητα των δυο φύλων σε όλα τα πεδία». Επίσης μιλά για μέτρα που «πρέπει να επικεντρωθούν στο παιδί και την οικογένειά του, στην υποστήριξη άμεσα και έμμεσα της γονεϊκής ιδιότητας ανεξαρτήτως της μορφής της σχέσης – γάμος, συμβίωση με ή χωρίς σύμφωνο ή άλλες μορφές».Τέλος η Αναστασία Κρίσπη Διδάκτωρ Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μονάχου περιλαμβάνει στις πολιτισμικές επιπτώσεις της υπογεννητικότητας την «ανάπτυξη ξενοφοβικών αντιδράσεων».