Εργατικό ατύχημα: Η μοίρα ενός εργάτη 23χρόνου ήταν σκληρή ακόμα και μετά θάνατον. Η είδηση έχει δημοσιευτεί αλλά αξίζει να «φωτιστεί» περισσότερο. Το όνειρο του Πακιστανού εργάτη που σκοτώθηκε σε λατομείο της Μήλινας, δεν είναι αυτό που έζησε στη σύντομη ζωή του. Κι αν δεν έχει την ίδια αξία η ζωή των «ξένων» με τις ζωές των ντόπιων, μην περιμένει κανείς να έχει και μετά τον θάνατό τους.Ο 23χρονοςεργάτηςέχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια εργασιών στα λατομεία στην περιοχή «Χονδρή Άμμος» και ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.

Στο σημείο γίνονταν εργασίες εξόρυξης βράχου και το φορτίο μεταφερόταν από μπουλντόζα.Κάποια στιγμήέσπασε ο ιμάντας μεταφοράς καιτον καταπλάκωσεο βράχος. Συγγενείς τουνεκρούδεν μπορούν να βρεθούν, αφού η σορός δεν έχει αναγνωριστεί και το όνομά του παραμένει άγνωστο. Και οιυπεύθυνοιτης επιχείρησηςδεν δέχονται νααναλάβουν οποιαδήποτε ευθύνη. Παρά το γεγονός ότι η εταιρεία κλήθηκε από το νοσοκομείου να παραλάβει τη σορό του και να αναλάβει την ταφή του, δεν εμφανίστηκε.

Έτσι λοιπόν από τις 13 Δεκεμβρίουτο «εργατικό ατύχημα»παραμένει στα ψυγεία του Νοσοκομείου Βόλου. Η δεΔιεύθυνση Μεταλλείων με έδρα τη Θεσσαλονίκη πραγματοποίησε αυτοψία στον χώρο του μεταλλείου μετά τέσσερις μέρες από το τραγικό γεγονός, προκειμένου να «διαπιστώσει» τις συνθήκες θανάτου. Μέχρι τον έλεγχο και μετά από αυτόν το λατομείο λειτουργεί κανονικά.

«Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές, πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν και κλαίνε οι μάνες μοναχές…» Στέλιος Καζατζίδης
Αυτή την άδοξη ζωή, του εργάτη μετανάστη τη γνώρισαν από πρώτο χέρι κι οι Έλληνες που έφευγαν κατά χιλιάδες να εργαστούν ως ανθρακωρύχοι στο Βέλγιο. Και οι συνθήκες εργασίας τους καμιά διαφορά δεν είχε από αυτές που βιώνουν οι οικονομικοί μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα από μακρινές φτωχές χώρες.

Η δημοσιογράφος Μαρία Ψαρά σε άρθρο της στοNewsvilleέχει συλλέξει μερικές δημοσιευμένες αφηγήσεις Ελλήνων μεταναστών που εργάστηκαν στις στοές. [Αρχικά όλοι οι εργάτες έμεναν σε παράγκες, πρώην στρατόπεδο συγκέντρωσης Γερμανών στρατιωτών].


Παραθέτουμε δύο εξ αυτών:

Σταύρος Τσαφάκης
«‘Ήρθα από το Διδυμότειχο το 1963. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια τότε, όπως και τώρα, δεν υπήρχαν δουλειές στην Ελλάδα. Πήγα στην Αθήνα, από εκεί με το καράβι στην Ιταλία και τελικά με τρένο ως τη Λιέγη. Εκεί ήταν το κέντρο διανομής που μας έστελνε στα διάφορα ανθρακωρυχεία. Εμένα με έστειλαν στο Βίντενσλακ. Ήμουν τρεις μήνες νιόπαντρος όταν έφυγα. Λίγους μήνες μετά, έφερα και τη σύζυγο. Όταν έβγαινα από τη στοά, δεν με αναγνώριζε. Μόνο τα μάτια μου ήταν άσπρα, όλος ο υπόλοιπος ήμουν μαύρος. Δούλευα στα 1.050 μέτρα βάθος. Κάθε μέρα λέγαμε: θα βγούμε άραγε στον ήλιο ξανά;».

Θανάσης Κωστίδης, από τον Έβρο
«Ο πατέρας μου ήταν αντάρτης στη Βουλγαρία. Διωγμοί και φόβος. Έρχονταν οι Μάηδες στο σπίτι, χτυπούσαν τη μάνα μου κι εγώ έκλαιγα. Μεγαλώνοντας, είχα δύο αδέρφια και έπρεπε να δουλέψω. Παρότι υπήρχε το θέμα με τα πολιτικά φρονήματα, κατάφερα να έρθω. Άλλαξα πολλά ορυχεία, βαριά δουλειά. Αλλά έφερα τη μάνα και την αδερφή μου, αγόρασα σπίτι, παντρεύτηκα, έκανα δικά μου παιδιά. Συνολικά 25 χρόνια στις στοές. Κι ενώ ήμασταν πάντα αγαπημένοι, κατά τη διάρκεια της χούντας, στείλαν ρουφιάνους εδώ και μας διέλυσαν. Εγώ δεν πήγα για 7 χρόνια στην Ελλάδα. Κάποιοι πήγαν και τους πήραν το διαβατήριο και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν. Εγώ δεν πήγα καθόλου από φόβο».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις