Δημήτρης Τσαφέντας: Ελληνομοζαμβικιανής καταγωγής, ναυτικός και αργότερα δημόσιος υπάλληλος στη Νότια Αφρική, έμεινε στην ιστορία επειδή δολοφόνησε τον πρωθυπουργό της χώρας, Χέντρικ Φέρβουρντ, τον επονομαζόμενο και «αρχιτέκτονα του Απαρτχάιντ».

Ο Δημήτρης Τσαφέντας [Dimitri Tsafendas] γεννιέται σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου του 1919 στο Λορέντζο Μαρκές [σημερινό Μαπούτο] της Μοζαμβίκης, που τότε ήταν αποικία της Πορτογαλίας. Ήταν ο καρπός ενός περιστασιακού έρωτα του χανιώτη ναυτικού Μιχάλη Τσαφέντα ή Τσαφεντάκη και της μοζαμβικανής μιγάδος Αμέλια Γουίλιαμς.  Ο Τσαφέντας μόλις έγινε ενός έτους στάλθηκε στην Αίγυπτο.

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Κώστα Μπογδανίδη «μεγάλωσε με τη γιαγιά του Κατερίνα, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και από τα οκτώ του χρόνια ζει με τη θετή του μητέρα, Μαρίκα, στην Πρετόρια της Ν. Αφρικής, για να μάθει αργότερα, στα 12 του, ότι είναι νόθος. Σπούδασε σε καθολικό σχολείο, όπου ήρθε αντιμέτωπος με τα ρατσιστικά σχόλια των συμμαθητών του, εξαιτίας του σκουρόχρωμου χρώματος του δέρματός του».

Από τα δεκάξι του εργάζεται σε διάφορες δουλειές και τη δεκαετία του τριάντα γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Νοτίου Αφρικής. Την ίδια περίπου περίοδο ξεκινά να εργάζεται ως ναυτικός και ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του κόσμου. Εκείνη την περίοδο αρχίζει να παρουσιάζει τα πρώτα του ψυχωτικά επεισόδια, με αποτέλεσμα να νοσηλεύεται σε διάφορες χώρες για σύντομα χρονικά διαστήματα.

Οι πληροφορίες λένε ότι νοσηλεύτηκε και για έξι μήνες στο Ellis Island, όπου εκεί διαγνώστηκε ότι έπασχε από σχιζοφρένεια. Παρ΄όλα αυτά πρόκειται για ιδιαίτερα ευφυές άτομο και κατορθώνει να μάθει οκτώ γλώσσες. Μάλιστα στην Τουρκία για κάποιο διάστημα εργάζεται στην Άγκυρα ως καθηγητής ξένων γλωσσών. Τη διετία 1947-1949 ζει στην Ελλάδα.

Στην Αφρική επιστρέφει στις αρχές του 1960, μετά από τον θάνατο του πατέρα του και ύστερα από πρόσκληση και βοήθεια του γαμπρού του. Σε μία χώρα που λόγω του απαρτχάιντ είναι μάλλον μη καλοδεχούμενος επειδή είναι κολοράτος, δηλαδή ούτε άσπρος ούτε μαύρος. Βιώνει εκ νέου τη ρατσιστική αντιμετώπιση. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς όνομα, δίχως ταυτότητα, χωρίς καμιά αποδοχή αν και τελικά οι αρχές τον κατατάσσουν στη λευκή κατηγορία του πληθυσμού, βάσει των φυλετικών διακρίσεων που ίσχυαν τότε στη χώρα.

Κάποια στιγμή ο Δημήτρης Τσαφέντας ερωτεύεται μία μιγάδα, όμως σύμφωνα πάντα με τους φυλετικούς νόμους, του απαγορεύεται να παντρευτεί γυναίκα μη λευκή. Τότε ζητά από τις αρχές να καταχωρηθεί ως «Έγχρωμος» [Coloured], μια νομική κατηγορία για μιγάδες που είχε λιγότερα προνόμια απ’ τους λευκούς αλλά περισσότερα απ’ τους μαύρους, προκειμένου να παντρευτεί τη μιγάδα φίλη του. Δυστυχώς γι΄ αυτόν η αίτησή του απορρίπτεται.

Το 1966 αρχίζει να εργάζεται, προσωρινά, ως κλητήρας στο κοινοβούλιο της Νοτίου Αφρικής, που έδρευε στο Κέιπ Τάουν. Εκεί, ένα μήνα αργότερα προβαίνει σε μία πράξη που απασχολεί όλα τα πρωτοσέλιδα του κόσμου. Δολοφονεί τον πρωθυπουργό της χώρας μέσα στο κοινοβούλιο.
Το μεσημέρι της 6ης Σεπτεμβρίου, ο 65χρονος τότε Χέντρικ Φέρβουρντ εισέρχεται εντός της αιθούσης συνεδριάσεων και κατευθύνεται προς το πρωθυπουργικό έδρανο. Τότε, ο Τσαφέντας ορμά πάνω του και τον μαχαιρώνει τέσσερις φορές στο στήθος, αφήνοντάς τον άπνου. Συλλαμβάνεται αμέσως από άλλους βουλευτές και παραδίδεται στην αστυνομία.

Έξι μέρες μετά τη σύλληψή του ο Τσαφέντας δηλώνει στους αστυνομικούς πως δολοφόνησε τον πρωθυπουργό της χώρας επειδή «είχε σιχαθεί τη ρατσιστική του πολιτική». Στη δίκη που ακολουθεί, η πράξη του κρίνεται από το δικαστήριο «μη καταλογιστή», λόγω της σχιζοφρένειας από την οποία έπασχε και του επιβάλλεται ο περιορισμός «αορίστου διάρκειας σε ψυχιατρείο».
Οι αρχές όμως εκμεταλλευόμενες ένα «παράθυρο» του νόμου, πετυχαίνουν τον εγκλεισμό του σε φυλακή μελλοθανάτων. Έτσι για τα επόμενα χρόνια βρισκόταν καθημερινά υπό την απειλή της εκτέλεσης. Το 1994, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων το 1994, ο Τσαφέντας μεταφέρεται σε ψυχιατρική κλινική του Γιοχάνεσμπουργκ.

Το 1999 η δημοσιογράφος Λίζα Κέη [Liza Key] έχοντας λάβει άδεια πραγματοποιεί δυο τηλεοπτικές συνεντεύξεις με τον κρατούμενο Τσαφέντα για ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ  με τίτλο «A Question of Madness». Σύμφωνα με την άποψη της δημοσιογράφου, ο Τσαφέντας μάλλον χρησιμοποιήθηκε από μια ομάδα που οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του πρωθυπουργού.

Μεταγενέστερη φωτό από εκδήλωση

Τον Οκτώβριο του 1999 ο Δημήτρης Τσαφέντας πεθαίνει από πνευμονία. Η κηδεία του γίνεται με την Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση και ενταφιάζεται σε άγνωστη τοποθεσία. Έχουν γραφτεί τα εξής δύο θεατρικά έργα, τα οποία έχουν ως πηγή έμπνευσης την προσωπικότητα και τον βίο του:

  • «Tsafendas», του Νοτιοαφρικανού Άντον Κρίγκερ [2002]
  • «I.D.» του Άγγλου Άντονι Σερ [2003]

Τρελός ή απελευθερώτης;

Σύμφωνα με άρθρο της huffingtonpost.gr την αλήθεια ανέλαβε να διερευνήσει ο Χάρης Ντουσεμετζής, μεταπτυχιακός φοιτητής στο πανεπιστήμιο Durham, που παθιάστηκε με την ιστορία.

Αποφάσισε να περπατήσει στα βήματα του Μίμη Τσαφέντα και βρέθηκε να γυρνά όλο τον κόσμο. Βρήκε αρχεία σε Μοζαμβίκη, Νότια Αφρική, Καναδά, Αμερική και Γερμανία. Διάβασε περισσότερες από 2.000 αναφορές και συναντήθηκε με 200 ανθρώπους, που γνώρισαν τον Τσαφέντα. Μάζεψε και μελέτησε όλο το υλικό και κατέληξε σε εκείνο που λέμε, όμως μέχρι σήμερα αρκετοί αμφισβητούσαν, ο Τσαφέντας δεν ήταν τρελός, είναι ένας απελευθερωτής.

Ο Ντουσεμετζής την τελευταία χρονιά έγραψε χιλιάδες, αμέτρητες λέξεις αλλάζοντας  την ιστορία. Ο Τσαφέντας δεν ήταν ένας παράφρων δολοφόνος, είναι ο εμπνευσμένος αγωνιστής της ελευθερίας. Ακόμη και ο πρώην υπουργός της Νοτίου Αφρικής, ο Ronnie Kasrilis, χαρακτήρισε την έρευνα του Χάρη Ντουσεμετζή «συγκλονιστική».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις